Supreme Court annuls appealable judgment on merger succession and remands case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding the automatic succession of claims following a corporate merger. The appellant argued that the merger extinguished their claim, while the respondent claimed a prior offsetting declaration barred any action. The court found the respondent failed to prove a valid offsetting claim in the first instance, rendering the lower court's dismissal of the appealable grounds erroneous. Consequently, the judgment was set aside, and the case was remanded to the original court for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 75 § 1, 2 of Law 2190/1920; Upon merger, the absorbing company automatically succeeds to all rights and obligations, and pending lawsuits continue without interruption; however, a claim is not extinguished by merger unless a valid offsetting declaration was properly made and proven in the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ Σύμβουλοι Επενδύσεων ΑΕΛΔΕ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή.
Της αναιρεσίβλητης: "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θρασύβουλο Κάρλο, ο οποίος δήλωσε ότι η ανωτέρω εταιρεία μετονομάστηκε σε "ΑSPIS BANK ΑΤΕ" σύμφωνα με το (ΦΕΚ 5635/22-6-10 τ.ΑΕ &ΕΠΕ).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3649/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 75 § 1, 2 του Ν. 2190/1920 Περί Ανωνύμων Εταιριών (προστεθέν με το άρθρο 12 ΠΔ 498/1987 Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών ... Προς το Κοινοτικό Δίκαιο ...): "Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι των τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) Οι μέτοχοί της ή των απορροφούμενων εταιριών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρίας, γ) Οι απορροφούμενη ή απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρία "ΑΚΤΙΟΝ Σύμβουλος Επενδύσεως ΑΕΛΔΕ" άσκησε την από 8-5-2001 αγωγή της κατά της εταιρίας "Ασπίς Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία", με την οποία (ανέφερε ότι) είχε συναλλαγεί και η οποία, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας απορροφήθηκε από την τραπεζική εταιρία "ASPIS BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία", η οποία ( με βάση τα προεκτεθέντα ) υπεισήλθε ex lege στην δικονομική θέση της αρχικώς ενάγουσας εταιρίας και συνέχισε τη δίκη για δικό της λογαριασμό.
Υπήρξαν όμως περιπτώσεις στη διάρκεια της διαδικασίας, κατά τις οποίες η διάδικος αυτή (ASPIS BANK ATE) αναφέρθηκε από τις διαδίκους και τα Δικαστήρια, (εκ προφανούς παραδρομής) με την προηγούμενη επωνυμία της, χωρίς αυτό να δημιουργήσει σύγχυση ή πρόβλημα υπεράσπισης σε οποιαδήποτε πλευρά και χωρίς να αμφισβητηθεί η ταυτότητά της ως διαδίκου.
Χαρακτηριστικά τούτου είναι: (α) Το γεγονός ότι η εναγομένη τραπεζική, ενώ άσκησε την έφεσή της κατά τα ης πρωτόδικης απόφασης (υπ' αριθμ. 408/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) με την επωνυμία "ASPIS BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία" και διευκρίνησε ότι έπραξε τούτο "ως καθολική διάδοχος" της αρχικής ενάγουσας "λόγω απορροφήσεως αυτής δια συγχωνεύσεως από 14-11-2003", στο κείμενο της εφέσεως καθώς και στις προτάσεις της, υπερασπίζεται τους ισχυρισμούς της αναφερόμενη με ενιαίο τρόπο σε περιστατικά πριν και μετά την "συγχώνευση" χρησιμοποιώντας τα οικεία ρήματα σε πρώτο πρόσωπο. (β) Στο εισαγωγικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου η εναγόμενη εταιρία φέρεται ως εφεσίβλητη μεν με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία", ως εκκαλούσα δε με την επωνυμία "Aspis Bank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία" και ως καθολική διάδοχος της αρχικής ενάγουσας, ενώ στο κείμενο της απόφασης διαλαμβάνεται και η ακόλουθη παραδοχή: " Η ενάγουσα ...
στις 22-5-1997 συνήψε σύμβαση με την εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ χρηματιστηριακή ΑΕ", η οποία έχει ήδη συγχωνευθεί με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ASPIS BANK ανώνυμη τραπεζική εταιρία" και η οποία ως καθολική διάδοχος αυτής άσκησε τη μία από τις ένδικες εφέσεις και παρίσταται στη δίκη". Στη συνέχεια (και) το Εφετείο αναφέρεται στην διάδικο αυτή ως "εναγομένη" με ενιαίο τρόπο για όλα τα περιστατικά, είτε αυτά έλαβαν χωραν πριν από την "συγχώνευση", είτε συνέβησαν μετά από αυτή.
Ενόψει τούτων, δεν είναι βάσιμος ο προτεινόμενος από την Εισηγήτρια αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή απευθύνεται κατά της εταιρίας με την επωνυμία "AΣΠΙΣ Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ" που "έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος".
Σύμφωνα με το άρθρο 262 § 1 Κ.ΠολΔ, η ένσταση, όπως και η αγωγή ( άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικώς, για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μίας καταβολές, είτε τον συμψηφισμό περισσοτέρων της μίας ανταπαιτήσεων του ενισταμένου κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό (πρβλ.
ΑΠ 1086/2006, ΑΠ 178/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη (και εδώ αναιρεσίβλητη) εταιρία είχε - μεταξύ άλλων - προβάλει, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση εξοφλήσεως της κατ' αυτής αγωγικής αξιώσεως, η οποία, κατά λέξιν, είχε ως εξής: "Το ποσό αυτό (δρχ. 95.231.549) το συμψηφίσαμε με αντίστοιχη απαίτηση μας, ομοειδή κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμη, με την από 15-2-2001 μονομερή δήλωση συμψηφισμού (440 ΑΚ) Ειδικότερα, στον όρο VI(1) του πιο πάνω από 22-5-1997 ιδιωτικού Συμφωνητικού, που υπογράψαμε με την ενάγουσα και καθορίζει το πλαίσιο της συνεργασίας μας, ορίζεται ότι: "...".
Εξάλλου, στον όρο VΙΙ (1,2) του ίδιου Συμφωνητικού ορίζεται ότι: "...". Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρεται στην αρχή του εν λόγω Ιδιωτικού Συμφωνητικού, "Εταιρία" είναι η ενάγουσα και "Χ.Α.Ε" είμαστε εμείς. Στις 15-2-2001 αποστείλαμε στην ενάγουσα ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ και ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ (βλ. υπ' αριθ. 4192/16-2-2001 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ...), στην οποία αναφέρονται, μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Δυνάμει του μεταξύ μας από 22-5-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικότερα του άρθρου VI αυτού η ΑΣΠΙΣ Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ έχει σήμερα 15-2-2001 κατά της εταιρείας σας απαίτηση ποσού ίσου με δραχμές 610.285.958 9εξακόσια δέκα εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα πέντε χιλιάδες εννιακόσιες πενήντα οκτώ).
Συγκεκριμένα το ποσό αυτό αποτελεί οφειλές πελατών σας, τις οποίες, βάσει της προαναφερθείσας συμβατικής διάταξης, οφείλετε να καλύψετε, ευθυνόμενοι προς τούτο εις ολόκληρο με αυτούς ως εγγυητές. Το ποσό της απαίτησης μας κατά της εταιρίας σας αναλύεται ως εξής: Το ποσό αυτό σας καλούμε σήμερα να μας καταβάλετε αμέσως χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση, διαφορετικά θα ασκήσομε σε βάρος σας τα εκ του νόμου δικαιώματα μας ...".
Στη συνέχεια, με την από 15-2-2001 Εξωδική δήλωση συμψηφισμού ( άρθρου 440 ΑΚ), η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 16-2-2001 όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 4193/16-2-2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ... ( σχετ. 30), δηλώσαμε στην ενάγουσα ότι συμψηφίζαμε την εκ δραχμών 95.231.549 απαίτηση της με ισόποση αντίστροφη απαίτηση μας, που αποτελεί μέρος της ως άνω εκ δραχμών 610.285.958 τοιαύτης.
Συνεπώς, το ως άνω ποσό των δραχμών 95.231.549, που αποτελεί υπόλοιπο προμηθειών του έτους 2000, συμψηφίσαμε νόμιμα με αντίστοιχη δική μας απαίτηση και ως εκ τούτου ουδεμία πλέον απαίτηση έχει η ενάγουσα εναντίον μας. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα ούτε αμφισβήτησε το συμψηφισμό των απαιτήσεων, ούτε προσέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον συμψηφισμό.
Υπό τα προεκετεθέντα, η ένσταση αυτή της εναγομένης ήταν ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και έπρεπε να απορριφθεί ως απαραδέκτη λόγω της αοριστίας της, αφού είναι εντελώς ασαφή τα ουσιώδη στοιχεία των επί μέρους απαιτήσεων (ανταπαιτήσεων) που φέρεται ότι είχε κατά της ενάγουσας η εναγομένη και τις οποίες αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό. Έτσι, το Εφετείο, που έκρινε αντιθέτως και προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός, δεύτερος, λόγος της αιτήσεως και να αναιρεθεί η απόφαση, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Αντιπροέδρου Ρένας Ασημακοπούλου, η αναιρεσίβλητη εταιρία, όπως δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του δικογράφου της εφέσεως της, δεν προέβαλε στον πρώτο βαθμό και δεν επανέφερε στο Εφετείο δήλωση συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης της αναιρεσείουσας εξ ευρώ 95.231.549 με αντίστοιχη ανταπαίτηση της (αναιρεσίβλητης), αλλά πρότεινε ότι η αναιρεσείουσα ουδεμία πλέον απαίτηση έχει εναντίον της γιατί αποσβέσθηκε με δήλωση συμψηφισμού της με αντίστοιχη απαίτηση της, η οποία δήλωση έγινε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής με την από 15-2-2001 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσας την 16-2-2001 και στην οποία (εξώδικη δήλωση) αναφέρεται ότι "Δυνάμει του μεταξύ μας από 22-5-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικότερα του άρθρου VI αυτού η ΑΣΠΙΣ χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ έχει σήμερα 15.02.2001 κατά της εταιρείας σας απαίτηση ποσού ίσου με δραχμές 610.285.958.
Συγκεκριμένα το ποσό αυτό αποτελεί οφειλές πελατών σας, τις οποίες βάσει της προαναφερθείσας συμβατικής διάταξης, οφείλετε να καλύψετε, ευθυνόμενοι προς τούτο εις ολόκληρο με αυτούς ως εγγυητές. Το ποσό της απαίτησης μας κατά της εταιρείας σας αναλύεται ως εξής: Το ποσό αυτό σας καλούμε σήμερα να μας καταβάλετε αμέσως χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση, διαφορετικά θα ασκήσαμε σε βάρος σας τα εκ του νόμου δικαιώματα μας ...".
Στη συνέχεια, με την από 15-2-2001 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 16-2-2001, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 4193/16-02-2001, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 4193/16-2-2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ..., δηλώσαμε στην ενάγουσα ότι συμψηφίζαμε την εκ δραχμών 95.231.549 απαίτηση της με ισόποση αντίστροφη απαίτηση μας, που αποτελεί μέρος της ως άνω εκ δραχμών 610.285.958 τοιαύτης".
Εν όψει τούτων ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι ουδεμία απαίτηση έχει η αναιρεσείουσα κατ' αυτής για τον προαναφερόμενο λόγο, δεν πάσχει αοριστίας από το ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία των επί μέρους απαιτήσεων (ανταπαιτήσεων) που φέρεται ότι είχε η αναιρεσίβλητη κατά της αναιρεσείουσας και οι οποίες προτάθηκαν σε συμψηφισμό.
Το δε Εφετείο που έκρινε έτσι και προχώρησε στην έρευνα του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσίβλητης δεν υπέπεσε την από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3649/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ