Legislator Case Law & Legislation
960/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding abuse of right due to vague claim details.

Case Number 960/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, ruling the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The appellant argued the lower court failed to consider a claim of abusive exercise of rights regarding a will's invalidity, but the court found the claim vague as it lacked specific details on expenditures made. Consequently, the court held the lower court correctly rejected the claim as indefinite, establishing that vague arguments do not constitute grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraphs 8 and 9 of the Code of Civil Procedure; An appeal for inadmissibility based on the failure to consider a claim is unfounded if the claim was rejected because it was vague or indefinite, as such claims do not constitute a separate ground for appeal.

Keywords

AI generated
abuse of right inadmissibility appeal vague claim Code of Civil Procedure indeterminate argument

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 9, item c of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, item b of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 11/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 960 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου δ.δ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-1-2010 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..., 2. ..., και 3. ..., κατοίκων ...ΗΠΑ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Πουλακίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 474/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής , νοείται η αυτοτελής αίτηση των διαδίκων που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργώντας για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της-λοιπών εναγόντων, προέβη στις αναφερόμενες ενέργειες, με τις οποίες αναγνώρισαν ρητά και σε κάθε περίπτωση σιωπηρά το κύρος της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, σε γνώση της ακυρότητάς της, και έτσι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από την άσκηση της κληρονομικής τους αξίωσης εναντίον αυτού (του εναγόμενου αναιρεσείοντος), με αποτέλεσμα να μην έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω διαθήκης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός συνιστά ένσταση, δηλαδή πράγμα και όχι αίτηση, κατά την προαναφερόμενη έννοια. Εκτιμώμενος δε ως λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ σε συνδυασμό προς τις περί ακυρότητος των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 180 έως 183 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί ακυρότητος δικαιοπραξίας, όπως είναι και η διαθήκη, που επέρχεται χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, αφού η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 156 ΑΚ η οποία προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος προς ακύρωση συνεπεία παραιτήσεως και προϋποθέτει δικαιοπραξία που υπάρχει και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.

Εάν δε η τέτοια παραίτηση θεωρηθεί ως αναγνώριση της άκυρης διαθήκης δεν καθιστά έγκυρη την άκυρη διαθήκη ώστε να αποκλείει ως αποσβεσθείσα την αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος, αλλά, εάν έχει γίνει μονομερώς, αποτελεί ενδεχομένως εξώδικη ομολογία του αναγνωρίζοντος για την ανυπαρξία ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα.

Στην περίπτωση όμως που η αναγνώριση αυτή έχει την έννοια της παραιτήσεως του νομιμοποιουμένου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτου από τυχόν δικαίωμά του να προσβάλει την διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα που θίγεται από αυτήν, είτε η παραίτηση αυτή γίνεται με σύμβαση είτε και μονομερώς, αφορά δε κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται μεταξύ των όρων της έγκυρης παραιτήσεως από απαλλοτριωτό δικαίωμα και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος, από τον νομοθέτη με την επιβολή του τύπου σκοπός, κατά τα άρθρα 369, 1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ. 2, 1942 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 879/2002).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μολονότι η πρώτη ενάγουσα, ενεργώντας για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, προέβη σε νομικές πράξεις που αφορούσαν αφενός μεν την από την προσβαλλόμενη διαθήκη κληρονομία, αφετέρου δε την εκποίηση ακινήτων της ίδιας κληρονομίας και ειδικότερα υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην οποία και κατέβαλε τον καταλογισθέντα φόρο, αποδέχθηκε την κληρονομία με διαδοχικές συμβολαιογραφικές πράξεις ως προς διάφορα κληρονομιαία ακίνητα, κατά τη σύνταξη των οποίων εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο (τον αναιρεσείοντα) και μεταβίβασε σε τρίτους τα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα, εκπροσωπούμενη και στις σχετικές δικαιοπραξίες από αυτόν και έτσι, με τις ενέργειές τους αυτές οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από την ενάσκηση της κληρονομικής τους αξίωσης εναντίον του ως τετιμημένου με την επίμαχη διαθήκη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον έννομο συμφέρον τους να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης αυτής.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος εναγόμενου είναι μη νόμιμος, <<αφού παραίτηση από ακυρότητα διαθήκης δεν νοείται, ενόψει του ότι η άκυρη διαθήκη θεωρείται ως μη γενομένη, ενώ τέτοια παραίτηση, ούτε ως αναγνώριση του κύρους άκυρης διαθήκης έχει έννομα αποτελέσματα>>.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν έννομο συμφέρον, και αφού δεν προβάλλεται ότι η παραίτηση αυτή είχε την άλλη προαναφερόμενη έννοια, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 263/2007).

Περαιτέρω, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου. Ο εν λόγω κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων, ως κανόνας δημοσίας τάξεως που επιβάλλει στους κοινωνούς τον σεβασμό των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός του δικαιώματος κατά την άσκησή του, έχει εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημοσίας τάξεως, επομένως δε και επί επικλήσεως με αναγνωριστική αγωγή της ακυρότητας διαθήκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της αναφερόμενης διαθήκης.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίστηκε και τα εξής: <<δεν είναι σύμφωνο προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη η ίδια η αντίδικος να αιτείται την δημοσίευση της ως άνω διαθήκης ως ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος συζύγου της, να προβαίνει στην σύνταξη αποδοχών κληρονομίας και στη συνέχεια σε πωλήσεις κληρονομιαίων ακινήτων, επί τη βάσει της ως άνω ιδιογράφου διαθήκης και μετά παρέλευση διετίας να ισχυρίζεται, ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή και ακόμη εκ της ως άνω συμπεριφοράς της δημιουργήθηκε εις εμέ (εναγόμενο) η πεποίθηση, ότι δεν θα επικαλεστεί οποιοδήποτε ελάττωμα της διαθήκης και πολύ περισσότερο ακυρότητα αυτής ως δήθεν πλαστής και έτσι προέβην σε αξιοποίηση και βελτίωση του κληρονομιαίου ακινήτου (δηλαδή το γεωτεμάχιο εμβαδού 2.483 τ.μ.

εντός του οποίου υπάρχει κτίσμα που λειτουργεί ως ελαιοτριβείο), δαπανήσας σημαντικά ποσά και η τυχόν υποχρέωσή μου προς επιστροφή του ακινήτου αυτού στους αντιδίκους, θα επιφέρει εις εμέ οικονομική καταστροφή σε τέτοιο βαθμό, ούτως ώστε είναι έκδηλος η αδικία>>. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο εναγόμενος ζήτησε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εν λόγω διαθήκης, δυνάμει της οποίας περιήλθε σ' αυτόν το πιο πάνω ακίνητο, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.

Όμως, ο εναγόμενος δεν αναφέρει σε ποιες συγκεκριμένες δαπάνες κατά το είδος και το ποσό προέβη στο υπόψη ακίνητο για την αξιοποίησή του, ώστε να κριθεί αν η άσκηση του ένδικου δικαιώματος συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο, ως στοιχείο της προβαλλόμενης ένστασης του άρθρου 281 του ΑΚ. Άρα η ένσταση αυτή είναι αόριστη.

Επομένως, και το Εφετείο που έτσι έκρινε δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 474/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ