Supreme Court dismisses appeal arguing appellate court ignored lawyer's claim of silent contract approval by board.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case, ruling that the appellate court correctly rejected the claim of a silent contract approval. The appellant argued the board implicitly approved her employment contract, but the court found this argument legally insufficient because the primary ground for rejecting the contract was the failure to follow statutory public law recruitment procedures. Since the contract was void ab initio due to procedural violations, the appellant's alternative claim of abuse of right could not validate the agreement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(3) of Law 1955/1991 and Article 2 of Law 1649/1986; A claim that a contract was validly formed through silent board approval is inadmissible when the contract is void due to violation of mandatory public law recruitment procedures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας : ... δικηγόρου, κατοίκου ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Επαμεινώνδας Ρέκκας.
Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΙΑΟΣΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ευάγγελος Μπέλλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.09.2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6840/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 05.01.2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 372/2007 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η αναιρεσείουσα-καλούσα με την από 28.02.2008 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 19.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1955/1991, "όλες οι προσλήψεις και αναθέσεις γίνονται με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και υπογραφή σχετικών συμβάσεων, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη σχετική διάταξη και χωρίς δέσμευση από τις διατάξεις για τις αμοιβές μηχανικών ή δικηγόρων ή από άλλες σχετικές γενικές ή ειδικές διατάξεις", ενώ κατά το άρθρο ii του ν. 1649/1986, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, "η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.....
Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανάγκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρους αμοιβής, υπηρεσιακής εξέλιξης και ασφάλισης του δικηγόρου. Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες".
Τέλος, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία συνεστήθη δυνάμει της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2366/1995 με την υπ' αριθμ. 2592/2002 απόφαση του Δ.Σ του ΟΣΕ, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. Φ. 25/74398/5420/200 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" καθώς και εκείνες των επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. (άρθρα 1 περ. 3 του ν. 1256/1982 σε συνδ.
με τα άρθρα 9ν. 1232/1982, 51 περ. ε' ν. 1892/1990). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είναι δικηγόρος διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αθηνών και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Την 01-12-2002 μεταξύ αυτής και του διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ...
συνήφθη προφορικώς σύμβαση, με βάση την οποία ο τελευταίος την προσέλαβε προκειμένου να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες της ως δικηγόρος στην αναιρεσίβλητη, αντί μηνιαίας πάγιας αντιμισθίας ποσού 810 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη ανήκει, ως θυγατρική του ΟΣΕ και ως εταιρία κοινής ωφέλειας, στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, το δε καταστατικό της ορίζει ότι οι προσλήψεις δικηγόρων γίνονται με απόφαση του Δ.Σ ή οργάνου ειδικά εξουσιοδοτημένου από το Δ.Σ και την υπογραφή σχετικής συμβάσεως.
Απόφαση του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης δεν αποδείχτηκε ότι υπήρξε ούτε ότι δόθηκε εξουσιοδότηση στον ως άνω διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσίβλητης για την πρόσληψη της αναιρεσείουσας, η οποία ούτε με επιλογή μετά από προκήρυξη προσελήφθη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία είναι άκυρη και δεν είναι δεσμευτική για την αναιρεσίβλητη και συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται τις από την εν λόγω σύμβαση εντολής φερόμενες ως απορρέουσες ένδικες αξιώσεις της.
Στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας και την απέρρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου ii του ν. 1649/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο ii του ν. 1649/1986 διαδικασία (επιλογή μετά από προκήρυξη).
Σημειωτέον ότι περίπτωση παραβιάσεως του άρθρου 18§§1 και 2 του ν. 2190/1920, ως διατείνεται η αναιρεσείουσα, δεν υπήρξε, διότι το Εφετείο ούτε εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές ούτε υπήρχε περίπτωση εφαρμογής τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω διάταξης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή στην παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Για να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ο προταθείς ισχυρισμός να είναι παραδεκτός και νόμιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης ενέκρινε σιωπηρώς την κατάρτιση της σύμβασης έμμισθης εντολής ως δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που έγινε από τον Διευθύνοντα σύμβουλο αυτής ....
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού με αυτόν η αναιρεσείουσα πλήττει την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί ακυρότητας της συμβάσεως επειδή ο ως άνω σύμβουλος δεν είχε εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση της συμβάσεως.
Όμως με την πρώτη κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, διότι η πρόσληψή της έγινε χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου ii του ν. 1649/1986 και ως εκ τούτου η σύμβαση ήταν άκυρη. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιόν του προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, περί ακυρότητας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, εκ του ότι η επίκληση της ακυρότητας αυτής ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι νόμιμος, αφού η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα συμβάσεως, λόγω παραβάσεως του νόμου, καθόσον η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση ακυρότητας είναι πράγματι καταχρηστική, και συνεπώς δεν συνιστά νόμιμη αντένσταση κατά της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως από το άρθρο ii του ν. 1646/1986.
Επομένως και ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης. (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6840/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ