Legislator Case Law & Legislation
960/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on embezzlement charges due to sufficient reasoning in the original ruling.

Case Number 960/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Council's decision to reject her first-instance appeal on embezzlement charges. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning regarding her identity as an agent and the precise acts constituting the crime. The court found the original judgment sufficiently detailed in explaining the facts, the agent relationship, and the specific date of intent to appropriate funds, thereby rejecting the claim of insufficient motivation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 482 of the Code of Criminal Procedure; The appeal against a second-instance judgment is inadmissible if the judgment contains sufficient and specific reasoning regarding the facts and legal application, as required by Articles 93 and 139 of the Code of Criminal Procedure.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning embezzlement charges agent liability second instance judgment Code of Criminal Procedure specific motivation

Cited Legislation

AI generated
Article 473, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482, paragraph 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 960 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 960/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη - Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 62/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Σ. του Π.

Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1417/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 599/2.12.05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ’ άρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ’ αρ. 4/27-7-2005 αίτηση αναίρεσης της Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ. 62/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα εξής:

Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ’ ουσία η υπ’ αρ. 11/2003 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ’ αρ. 154/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ρόδου, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Ρόδου για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το εμπιστεύθηκαν στην υπαίτια λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1β’ και 2 Π.Κ.) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.

Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 27-7-2005 δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αρ. 04/05 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα της είχε επιδοθεί την 22-7-2005 και είναι τυπικά δεκτή.

Με το υπό κρίση ένδικο μέσο η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την απόλυτη ακυρότητα. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ’ άρ. 93 παρ. 3 Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ’ αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ.

ΝΓ/762).

Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με μνεία, όλων κατ’ είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο εγκαλών Π. Σ. διατηρούσε στη Ρόδο επί της οδού ... επιχείρηση-πρακτορείο ασφαλίσεων με τον διακριτικό τίτλο "...", στο οποίο εκπροσωπούσε και πρακτόρευε τα συμφέροντα ασφαλιστικών εταιριών, μεταξύ των οποίων και της εταιρίας "...". Στις αρχές Νοεμβρίου 1998 προσέλαβε την κατηγορουμένη στην επιχείρησή του ως ασφαλιστική σύμβουλο και παράλληλα εισπράκτορα ασφαλίστρων.

Αυτή ήταν επιφορτισμένη με την ανεύρεση νέων πελατών, οι οποίοι θα συνήπταν σύμβαση ασφάλισης με το πρακτορείο του εγκαλούντος, καθώς και με την είσπραξη των ασφαλίστρων από πελάτες της ασφαλιστικής εταιρίας. Για τις υπηρεσίες της αυτές η κατηγορουμένη αμειβόταν με ποσοστά επί του ασφαλίστρου και με 150.000 δρχ.

μηνιαίως έναντι του εισπρακτικού δικαιώματος, το οποίο κατέβαλε ο εγκαλών, αυτή δε εξέδιδε δελτίο παροχής υπηρεσιών. Για τις δοσοληψίες αυτές είχε δημιουργηθεί ειδικός λογαριασμός χρεοπιστώσεων, ο οποίος αναφερόταν ως καρτέλλα της κατηγορουμένης. Οι σχέσεις των διαδίκων από το Νοέμβριο του 1998 μέχρι και την 1-4-01 υπήρξαν αρμονικές.

Κατά την τελευταία όμως αυτή ημεροχρονολογία στην καρτέλλα της κατηγορουμένης ενεφανίσθη χρεωστικό υπόλοιπο 14.080.744 δρχ., την 1-5-01 το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε στα 20.321.558 δρχ., την 1-6-01 σε 19.333.697 δρχ., την 1-7-01 σε 17.537.874 δρχ., την 1-8-01 σε 17.585.797 δρχ., την 1-9-01 σε 18.597.067 δρχ., την 1-10-01 σε 19.806.070 δρχ. και την 1-11-01 σε 18.342.572 δρχ.

Κατόπιν τούτων διερράγη η συνεργασία των διαδίκων και επικολούθησε παύση αυτής και ο εγκαλών την 22-1-02 εκοινοποίησε προς την κατηγορουμένη εξώδικο και της εδήλωσε ότι κατά το κλείσιμο του λογαριασμού προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο προς αυτήν ύψους 17.087.469 δρχ., του ποσού δε τούτου απαίτησε την καταβολή εκ μέρους της.

Εις επίρρωση των ισχυρισμών του ο ως άνω εγκαλών διατείνεται ότι το καλοκαίρι του 2001 η κατηγορουμένη ανεγνώρισε την οφειλή της προς αυτόν εκ δρχ. 17.000.000 και δέχθηκε να εξοφλήσει αυτήν, καταβάλλοντας ένα μέρος σε μετρητά και το υπόλοιπο σε τρεις επιταγές εκδόσεως 30-1-01, 30-10-03 και 30-10-04 της συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, ύψους των δύο πρώτων 8.804,108 Ευρώ και 11.758,84 Ευρώ της τρίτης.

Οι ως άνω ισχυρισμοί του εγκαλούντος κρίνονται αληθείς και βάσιμοι, ως προκύπτοντες από τα διάφορα έγγραφα της δικογραφίας (σχετικές καρτέλλες του λογαριασμού, καθώς και τις αντίστοιχες αναλυτικές καταστάσεις που επισυνάπτονται την από 19-2-02 αγωγή του κατά της κατηγορουμένης, από 12-12-01, κοινοποιηθέν την 22-1-02 εξώδικό του προς αυτήν και σχετική καρτέλλα και αντίγραφα των ως άνω επιταγών της συνεταιριστικής τράπεζας Δωδ/σου) και συνεκτιμούμενα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Ι.

Κ. και Δ. Π., ενώ αντιθέτως οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ελέγχονται ως αντιφατικοί, αφού αυτή άλλοτε μεν διατείνεται ότι ουδέν οφείλει στον εγκαλούντα, άλλοτε δε ότι η οφειλή της προς αυτόν ανέρχεται σε 3.000.000 δρχ. και κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Επειδή κατ’ ακολουθίαν τούτων ικανές και αποχρώσες προέκυψαν ενδείξεις ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη ετέλεσε την αποδιδομένη σ’ αυτήν αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και το πληττόμενο βούλευμα, στις ειδικότερες σκέψεις του οποίου και της σ’ αυτό ενσωματωμένης εισαγγελικής προτάσεως κατά τα λοιπά αναφέρεται, ορθά και νόμιμα παρέπεμψε αυτήν για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Δωδεκανήσου και σε καμμία πλημμέλεια κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν υπέπεσε, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα κατηγορουμένη, της οποίας η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επικυρωθεί το βούλευμα αυτό.

Επειδή εξ άλλου αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 2 και 318 ΚΠΔ, το αίτημα της εκκαλούσης για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον σας προς παροχήν διευκρινίσεων, το οποίο όμως πρέπει να απορριφθεί διότι αρκούντως και λεπτομερώς εξέθεσε τις απόψεις και τους ισχυρισμούς της στο απολογητικό υπόμνημα και την έφεσή της.

Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα η κατηγορουμένη στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη.

Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1β και 2 Π.Κ.), τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για λόγους αναίρεσης κατ’ άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α’ , β’ και δ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμες.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου ( ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ’ ), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1825/99,Π.Χ. Ν/810) και επομένως η αντίθετες αιτιάσεις της υπό κρίση αναίρεσης είναι αβάσιμες. ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ: Θ) Καταρχήν ο 1ος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, διότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα της κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της, είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τη νομολογία, είναι επαρκώς αιτιολογημένο το σκεπτικό (σελ. 3 βουλεύματος ) της απόρριψης του αιτήματος, εφόσον η αναιρεσείουσα "αρκούντως και λεπτομερώς εξέθεσε τις απόψεις και τους ισχυρισμούς της στο απολογητικό υπόμνημα και την έφεση " (έτσι ad hoc: Α.Π. 1104/95, Π.Χ. ΜΣΤ/244, Α.Π. 499/89, Π.Χ. ΛΘ/976, Α.Π. 1334/89, Π.Χ. Μ/586). Ι) Ως προς τον 2ο λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της παρ. 2 του αρθρ. 375 Π.Κ. σχετικά με την έννοια του εντολοδόχου, πρέπει ν’ αναφερθούν τα εξής:

Μετά τη νέα διατύπωση της εν λόγω διάταξης, κατά την πρόσφατη νομολογία, επί συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση ν’ αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της είτε πρόκειται για μετρητά είτε για επιταγές, συν/κές ή κατάθεση σε προσωπικό λογ/σμό, χωρίς ν’ αποκτά κυριότητα επ’ αυτών, σε περίπτωση δε μη αποδόσεώς τους στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησής του διαπράττει υπεξαίρεση (έτσι Α.Π.685/04, Π.Χ. ΝΕ/233), ενώ "διαχ/στής ξένης περιουσίας " είναι εκείνος που ενεργεί νομικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα , την οποία αντλεί από το νόμο ή από σύμβαση (ετσι Α.Π. 274/2001, πράξη - Λόγος Π.Δ. 2001/256).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και ο 2ος λόγος αναίρεσης, που περιορίζει την έννοια του "εντολοδόχου" στο "διαχειριστή ξένης περιουσίας" μόνο.

Τα περαιτέρω διαλαμβανόμενα, που αναφέρονται στην ουσία της κατηγορίας, είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου. ΙΑ) Ο 3ος λόγος αναίρεσης για εφαρμογή του άρθρ. 98 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρ. 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999, εν σχέσει με τις μερικότερες πράξεις του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, δεν συνδέεται εδώ με θέμα κατάλυσης του άρθρ 2 παρ. 1 π.κ., καθόσον οι χρόνοι τελέσεως είναι μεταγενέστεροι της ισχύος του ως άνω νόμου (3.6.99) και εντοπίζονται κατά κανόνα στο 2001. Άρα πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΒ) Τέλος ως προς τις αιτιάσεις του 4ου λόγου αναίρεσης πρέπει να εκτεθούν τα εξής: Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτός ο κατ’ είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, καθώς και η αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και δι’ αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα (ΑΠ 230/99, Π.Χ. ΜΘ/1010).

Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά έχει κριθεί η αναφορά του Συμβουλίου στην εισαγγελική πρόταση δεν επάγεται ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής του εξουσίας κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης ούτε στερεί το βούλευμα της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έτσι Α.Π. 2447/2003, Π.Χ. ΝΔ/913). Κατ’ ακολουθία, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης είναι αβάσιμες. Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις των αποδεικτικών μέσων είναι, όπως προαναφέρθηκε, απαράδεκτες, εφόσον πλήττουν την ουσία της υπόθεσης και αποτελούν άρνηση της κατηγορίας. Κατ’ ακολουθία των προαναφερομένων, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙ ‘ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν’ απορριφθεί η υπ’ αρ. 4/27.7.2005 αίτηση αναίρεσης της Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ.62/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και 2) Να επιβληθούν στην ως άνω αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 Ευρώ. Αθήνα 24-10- 2005. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. 1 και 4 του Κ.Π.Δ., ''Το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. ... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα''. Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται και στην απορριπτική της αίτησης κατηγορούμενου, για την εμφάνισή του στο Συμβούλιο, διάταξη του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Έτσι, αν μεν το Συμβούλιο, δεν απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα του κατηγορούμενου που υποβάλλεται κατά τρόπο νόμιμο, υπάρχει παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτόν (άρθ. 171 παρ. 1 περ. δ’ του Κ.Π.Δ.) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α’ του Κ.Π.Δ., αν δε απορρίψει το αίτημα, χωρίς επαρκή αιτιολογία, ικανοποιούσα τις απαιτήσεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ’ του ίδιου Κώδικα, για ελλιπή αιτιολογία.

ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Α. Κ. με την έφεσή της, κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού 154/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, είχε υποβάλλει ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο αυτό, προκειμένου να παράσχει επί της υποθέσεως διευκρινίσεις.

Το Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε με ρητή διάταξή του το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι η εκκαλούσα "με όσα εξέθεσε στην απολογία της, στην έφεσή της και στο απολογητικό της υπόμνημα ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου υποστήριξε πλήρως τις απόψεις της για τη συγκεκριμένη κατηγορία και δεν υφίσταται έδαφος για περαιτέρω διευκρινήσεις".

Εκ της απορριπτικής του άνω αιτήματος διάταξης του βουλεύματος, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα της αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, αφού το Συμβούλιο απάντησε επ' αυτού ρητά, χωρίς όπως αναφέρθηκε, να είναι υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση, ενώ και η αναφερόμενη αιτιολογία της απορριπτικής αυτής διάταξης του βουλεύματος, είναι η απαιτούμενη, κατά το Σύνταγμα και το άρθ. 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη.

Και τούτο διότι, πράγματι, η εμφάνιση του κατηγορούμενου στο Συμβούλιο είναι περιττή, όταν αυτός έχει αναπτύξει τις απόψεις του με υπόμνημα ή αιτήσεις του και η υπόθεση δεν εμφανίζει κενά προς διευκρίνιση. Επομένως, δεν υπάρχει θέμα απόλυτης ακυρότητας, ούτε ανεπαρκούς αιτιολογίας και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι σχετικές, από το άρθρο 484 παρ. 1 α’ και δ’ του ΚΠΔ, αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ.

β’ του άνω ν. 1721/1999 "Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την ύπαρξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόφου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση ν' αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό.

Έτσι σύμφωνα με όλα τα παραπάνω υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα και ιδιοποιείται παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. IV.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ρόδου που το εξέδωσε, με επιτρεπτή, καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία συμπληρωματικά παραπέμπει στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του εισαγγελέα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία της κατηγορουμένης] προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο εγκαλών Π. Σ. διατηρούσε στη Ρόδο επί της οδού ... επιχείρηση - πρακτορείο ασφαλίσεων με τον διακριτικό τίτλο "...", στο οποίο εκπροσωπούσε και πρακτόρευε τα συμφέροντα ασφαλιστικών εταιριών, μεταξύ των οποίων και της εταιρίας "...". Στις αρχές Νοεμβρίου 1998 προσέλαβε την κατηγορουμένη στην επιχείρηση του ως ασφαλιστική σύμβουλο και παράλληλα εισπράκτορα ασφαλίστρων.

Αυτή ήταν επιφορτισμένη με την ανεύρεση νέων πελατών, οι οποίοι θα σύναπταν σύμβαση ασφάλισης με το πρακτορείο του εγκαλούντος, καθώς και με την είσπραξη των ασφαλίστρων τα οποία είχε υποχρέωση να τα αποδίδει στον εγκαλούντα εντός μηνός από την είσπραξή τους. Για τις υπηρεσίες της αυτές η κατηγορουμένη αμειβόταν με ποσοστά επί του ασφαλίστρου καθόσον αφορά τις ασφαλιστικές συμβάσεις, και με ποσό 150.000 δρχ.

μηνιαίως καθόσον αφορά την είσπραξη των ασφαλίστρων. Στις αρχές Απριλίου του 2001 ο εγκαλών διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη είχε παύσει να του αποδίδει όλα τα ποσά που εισέπραττε από τα ασφάλιστρα των πελατών του, και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον απλό δοσοληπτικό λογαριασμό που τηρούσαν, αυτή όφειλε την 1-4-01, δρχ. 14.080.744 δρχ., την 1-5-01, δρχ. 20.321.558., την 1-6-01, δρχ. 19.333.697, την 1-7-01, δρχ. 17.537.874., την 1-8-01, δρχ. 17.585.797 δρχ., την 1-9-01, δρχ. 18.597.067., την 1-10-01, δρχ. 19.806.070.

και την 1-11-01, δρχ. 18.342.572. Αλλεπάλληλες σχετικές οχλήσεις του εγκαλούντος δεν είχαν αποτέλεσμα γεγονός που οδήγησε σε ρήξη στις σχέσεις τους και λύση της συνεργασίας τους, μετά την οποία, και συγκεκριμένα στις 12.12.01, ο εγκαλών ζήτησε και πάλι από την κατηγορουμένη να του καταβάλει το οφειλόμενο τότε υπόλοιπο, ύψους 17.087.469 δρχ., αυτή όμως και μετά την ανωτέρω όχληση δεν απέδωσε το ποσό αυτό αλλά εξεδήλωσε για πρώτη φορά την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησής του.

Το καλοκαίρι του 2001 η κατηγορουμένη αναγνώρισε οφειλή της προς αυτόν εκ δρχ. 17.000.000 και υποσχέθηκε να την εξοφλήσει τμηματικά, με μετρητά και επιταγές. Τα ανωτέρω προκύπτουν, αποσαφηνίζει ακολούθως το πληττόμενο βούλευμα, από τα έγγραφα της δικογραφίας (σχετικές καρτέλες του άνω δοσοληπτικού λογαριασμού, και τις αντίστοιχες αναλυτικές καταστάσεις που επισυνάπτονται, την από 19-2-02 αγωγή του εγκαλούντος κατά της κατηγορουμένης, το από 12-12-01 εξώδικο του ίδιου προς αυτήν, αντίγραφα επιταγών της συνεταιριστικής τράπεζας Δωδ/σου), καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι.

Κ. και Δ. Π., ενώ αντιθέτως οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ελέγχονται αντιφατικοί και αβάσιμοι, αφού αυτή άλλοτε μεν διατείνεται ότι δε οφείλει τίποτα στον εγκαλούντα, άλλοτε δε ότι η οφειλή της προς αυτόν ανέρχεται σε 3.000.000 δρχ. Περαιτέρω, το βούλευμα δέχεται ότι η ιδιότητα με την οποία η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της υπεξαίρεσης, ήταν αυτή του εντολοδόχου, αφού της είχε ανατεθεί από τον εγκαλούντα η συγκεκριμένη εντολή της είσπραξης για λογαριασμό του από πελάτες του των οφειλόμενων ασφαλίστρων.

Τέλος δέχεται το βούλευμα ότι το άνω υπεξαιρεθέν ποσό ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Συμβούλιο Εφετών, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας για την σε βαθμό κακουργήματος πράξη της υπεξαίρεσης σε βάρος του εγκαλούντος Π. Σ., ήτοι υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτήν λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου, και αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεσή της, επικύρωσε τη σχετική παραπεμπτική διάταξη του εκκληθέντος βουλεύματος.

V.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας για την άνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρων 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ [όπως ισχύει], τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα: 1] Όπως προαναφέρθηκε, μετά την αντικατάσταση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 375 με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, βασίζεται και στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, που δεν ήταν από τις ενδεικτικά αναφερόμενες στην προηγούμενη ρύθμιση, αλλά αξίωνε [εκτός από στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης] να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, και συνεπώς έπρεπε το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής.

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον με το προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται ανελέγκτως δεκτό, ως προκύπτον από τα άνω αποδεικτικά μέσα, ότι η πρόθεσή της αναιρεσείουσας προς παράνομη ιδιοποίηση του ανωτέρω χρηματικού ποσού εκδηλώθηκε στις 12.12.01 [δηλαδή μετά την ισχύ του Ν. 2408/1996], όταν έγινε προς αυτήν η σχετική όχληση, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, βασίζοντας τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαίρεσης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στην ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως εντολοδόχου.

Επομένως, είναι αβάσιμες οι με το δεύτερο λόγο της αίτησης προβαλλόμενες από το άρθρο 484 παρ. 1 β ΚΠΔ αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 375 παρ. 2 του ΠΚ διότι στην έννοιά του περιλαμβάνεται "μόνο η νομική διαχείριση" και ότι η πράξη της είχε το χαραχτήρα πλημμελήματος, ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις της ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε σχέση εντολής, είναι απαράδεκτες διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. 2] Με το προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται ανελέγκτως δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι η πρόθεση της αναιρεσείουσας για παράνομη ιδιοποίηση του ανωτέρω χρηματικού ποσού εκδηλώθηκε στις 12.12.01 μολονότι το ποσό τούτο είχε σχηματισθεί από παλαιότερες τμηματικές εισπράξεις.

Επομένως, εφόσον το Συμβούλιο δεν δέχθηκε ότι αυτή είχε ιδιοποιηθεί κάθε μερικότερο ποσό κατά το χρόνο της είσπραξής του για λογαριασμό του εγκαλούντος, και συνεπώς υπάρχει μόνο μία πράξη που τελέστηκε στις 12.12.01 και όχι έγκλημα κατ' εξακολούθηση, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της αίτησης, ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο δεν μετέβαλε την κατ' αυτής κατηγορία σε υπεξαίρεση "όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" εφαρμόζοντας, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το άρθρο 98 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε πριν το ν. 2721/1999, που ήταν επιεικέστερο, είναι αβάσιμες, ενώ η περαιτέρω αιτίαση ότι "η δήθεν υπεξαίρεση" των χρηματικών ποσών χρονολογείται από το 1998, γεγονός που προκύπτει από την προσκομισθείσα από τον εγκαλούντα ηλεκτρονική καρτέλα, ανάγεται επίσης στην εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτη. 3] Περαιτέρω και οι αποδιδόμενες με τον τέταρτο, από το άρθρο 384 παρ. 1 δ ΚΠΔ, λόγο αιτιάσεις είναι αβάσιμες.

Συγκεκριμένα: α] Δεν στερείται το βούλευμα της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του λόγου ότι το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, εκτίθενται δε σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. [β] Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί και αναφέρονται στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, γίνεται δεκτό ότι μεταξύ των αρμοδιοτήτων της αναιρεσείουσας ήταν και η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό του εγκαλούντος, ότι συνεπώς η υποχρέωση της για απόδοση των εισπραχθέντων ασφαλίστρων προς αυτόν αποτελούσε υποχρέωση εντολοδόχου, και ότι μη αποδίδοντας αυτή τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, όταν οχλήθηκε, εκδήλωσε πρόθεση ιδιοποίησης τούτων με την ιδιότητα του εντολοδόχου.

Επομένως, δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με την ιδιότητα της αναιρεσείουσας, ούτε η κρίσιμη αυτή παραδοχή του βουλεύματος αντιφάσκει με τα εκτιθέμενα σ' αυτό ότι ο εγκαλών την είχε προσλάβει στην επιχείρηση του και ως ασφαλιστική σύμβουλο, χωρίς εξουσία κατάρτισης ασφαλιστικών συμβάσεων. [γ] Το βούλευμα με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχεται ότι η συνεργασία της αναιρεσείουσας με τον εγκαλούντα από το 1998 μέχρι τον Απρίλιο του 2001 ήταν αρμονική και ότι για πρώτη φορά αυτή εκδήλωσε πρόθεση ιδιοποίησης μετά τη λύση της συνεργασίας τους, και συγκεκριμένα στις 12.12.01 όταν παρά τη σχετική όχληση αρνήθηκε να αποδώσει σ' αυτόν το κατά το συγκεκριμένο χρόνο οφειλόμενο από ασφάλιστρα ποσό των 17.087.469 δρχ., που είχε εισπράξει.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές του βουλεύματος δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τέλεσης της πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα, και συνεπώς, έστω και αν το άνω ποσό είχε σχηματισθεί από παλαιότερες τμηματικές εισπράξεις, οι αιτιάσεις της για έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη προσδιορισμού των επί μέρους πράξεων, ή αν αυτή απέβλεπε στο παραπάνω αποτέλεσμα με τις μερικότερες πράξεις της, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Εξάλλου, δεν υπάρχει κάποια αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού του βουλεύματος, με το οποίο σαφώς παραπέμπεται η αναιρεσείουσα για μία πράξη κακουργηματικής υπεξαίρεσης που τελέστηκε στις 12.12.01, και όχι για κατ' εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση "κατά τα άρθρα 375 παρ. 2 και 98 του ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά το 1999", όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει. [δ] Επαρκώς αιτιολογείται ο τρόπος που περιήλθε στην αναιρεσείουσα η κατοχή του υπεξαιρεθέντος ποσού, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος να εξειδικεύει πότε και ποια ποσά κατέβαλε αυτή στον εγκαλούντα κατά το χρονικό διάστημα από την 1.4.2001 και μέχρι του χρόνου που φέρεται ότι εξεδήλωσε την πρόθεση για ιδιοποίηση.

Τέλος, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς το δόλο της αναιρεσείουσας, διότι αυτός συνάγεται από το σύνολο των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών του βουλεύματος και τη, με βάση αυτές, περί συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Επομένως, ο άνω λόγος της αίτησης, με τις περιεχόμενες αντίθετες προς τα παραπάνω επιμέρους αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο αναφέρονται σε κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και των πραγματικών περιστατικών, γι' αυτό και κατά το μέρος του αυτό ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. VΙ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα [ άρθ. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 4/27.7.2005 αίτηση της Α. Κ. του Ν. για αναίρεση του 62/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ