Supreme Court quashes lower court decision for failure to consider new evidence regarding property value reduction. Verdict: partially_allowed
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment on expropriation compensation. The appellant argued the lower court ignored specific evidence regarding road proximity, elevation changes, and environmental degradation that significantly reduced the property's value. The court ruled that these omitted facts had a decisive impact on the compensation calculation and ordered the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if the court fails to consider new evidence or arguments presented by a party that have a decisive influence on the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 95 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 95/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ζ. του Μ. και Μ., ακίνητο μ' αριθμό ..., 2) α. Α. Χ. του Β. και β. Κ. Χ. του Α., ακίνητο μ' αριθμό ..., 3) α. Α. Χ. του Β. και β. Χ. Χ. του Α., ακίνητο μ' αριθμό ...Α, 4) α. Α. χας Δ. Δ., το γένος Β. Γ., β. Α. Δ. του Δ. και της Α. και γ. Β. Δ. του Δ. και της Α., ακίνητο μ' αριθμό ... και 5) Γ. Π. του Θ., ακίνητο μ' αριθμό ..., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων ο υπό στοιχ. 2β εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ευθυμίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 13/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 30-6-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 87/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο υπό στοιχ. 2β των αναιρεσειόντων και το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3,97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα προς αυτόν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και του παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ Ολομ. 13/2008, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του διαδίκου που φέρεται ότι άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού προς το δικηγόρο που υπέγραψε την αναίρεση, η τελευταία απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (A.Π.1085/2020, Α.Π. 1036/2018, Α.Π.365/18, ΑΠ 401/2017), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 622/2020, AΠ 365/2018, 160/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 6-3-2019 αίτηση των Ι. Ζ. κ.τ.λ. διώκεται η αναίρεση της 87/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, της οποίας με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε οριστεί η αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 22-5-2020. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του COVIT 19, προσδιορίστηκε δε αυτεπαγγέλτως με πράξη της Προέδρου του Τμήματος αυτού και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με την επιμέλεια του γραμματέα (άρθρο 74 παρ.2 του ν. 4690/2020) για την δικάσιμο της 5-2-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης (εκπροσωπηθέντων των αναιρεσειόντων από τον συνήγορο τους) για την δικάσιμο της 19-2-2012, οπότε ματαιώθηκε και πάλι για την ίδια ως άνω αιτία, προσδιορίστηκε δε εκ νέου αυτεπαγγέλτως με πράξη της Προέδρου του Τμήματος αυτού και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με την επιμέλεια του γραμματέα (άρθρο 83 παρ.2 του ν.4790/2021) για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-9-2021).
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου εκπροσωπήθηκαν ο μεν υπ' αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 2β αναιρεσείων, Κ. Χ. του Α., από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ευθυμίου, το δε αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό Ε4482/4-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ι. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο προαναφερθείς, νομίμως παραστάς υπ' αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 2β αναιρεσείων, Κ. Χ. του Α., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού της αναφερομένης παραπάνω αρχικής δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του ως άνω αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χρήστο Αλεξάκη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους ανωτέρω απόντες αναιρεσείοντες κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του προαναφερομένου δικαστηρίου της ουσίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω δικηγόρος Έλλη Ευθυμίου, που υπογράφει το αναιρετήριο, είχε ρητή πληρεξουσιότητα από τους ανωτέρω απόντες αναιρεσείοντες, για να ασκήσει για λογαριασμό τους, την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επομένως και ενόψει το ότι οι απόντες ως άνω αναιρεσείοντες είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτών (άρθρα 74 παρ.2 του ν.4690/2020 και 83 παρ.2 του ν. 4790/2021), ενώ κατά την δικάσιμο της 5-2-2021 οι απόντες αναιρεσείοντες είχαν εκπροσωπηθεί από τον συνήγορό τους, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους απόντες αναιρεσείοντες (άρθρο 577 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) και να συζητηθεί αυτή ως προς τον νομίμως παριστάμενο υπ' αυξ.
αριθμό αναιρετηρίου 2β αναιρεσείοντα Κ. Χ. του Α.. Η κρινόμενη από 6-3-2019 (αρ. κατ.15/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 87/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθ.18,19 και 20 ν.2882/2001 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρο 22 ν.2882/2001) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αρ.13/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία συνεκδικάστηκε με αίτηση του παρισταμένου ως άνω αναιρεσείοντος, ως και αιτήσεις άλλων ενδιαφερομένων, μη διαδίκων στην δίκη αυτή, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δυνάμει της με αρ.60359/4383/2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου που δημοσιεύτηκε νόμιμα, έκταση συνολικού εμβαδού 239.975 τ.μ.
που βρίσκεται στην περιοχή Δήμου Μεσσήνης της Π.Ε. Μεσσηνίας και εικονίζεται στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο του αιτούντος - αναιρεσείοντος. Στην συνέχεια επί της με αρ.κατάθεσης 28/2017 αίτησης που άσκησε μεταξύ άλλων και ο παριστάμενος ως άνω αναιρεσείων, της με αρ.35/2017 αντίθετης αίτησης που άσκησε το αναιρεσίβλητο και αιτήσεων άλλων ενδιαφερομένων, ενώπιον του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων ακινήτων, και για το επίδικο με Κ.Π 219 ακίνητο, ιδιοκτησίας του παρισταμένου ως άνω αναιρεσείοντος, ως και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου αυτού.
Κατά το άρθρο 13 παρ.4 ν.2882/2001 "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου - υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και, επομένως, η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου." (ήδη παρ.2 άρθρου 13 ν.2882/2001 κατά την οποία ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη).
Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου, δι` ο η απαλλοτρίωση. (Ολ.ΑΠ 31/2005 ΑΠ 783/2011 ΝΟΜΟΣ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).Με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο παριστάμενος ως άνω αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτιμάται, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο εξετάζοντας το ζήτημα της μείωσης της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου του με αριθμό Κ.Π.219, λόγω της απαλλοτρίωσης μόνο από την άποψη της ζημιάς, που επήλθε από την απομείωση της έκτασης αυτού (ακινήτου), και καθορίζοντας ιδιαίτερη αποζημίωση για τον παραπάνω λόγο ανερχομένη σε ποσοστό μόνο 50 %, χωρίς όμως να εξετάσει τους στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αναφερομένους και νομίμως ενώπιον του Εφετείου με την αίτησή του περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης προβληθέντες ισχυρισμούς και το αντίστοιχο αίτημα του περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου του και λόγω της ζημίας που επήλθε σε αυτό από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του ερευνωμένου παραπάνω αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μεταξύ άλλων επικαλέστηκε τα ακόλουθα: Κ.Π 219 Η έκταση του ακινήτου πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ανερχόταν σε 4 707,28 τ μ και πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης διαθέτοντας έκταση, μεγαλύτερη της ελάχιστης απαιτούμενης (4.000 τ.μ) ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο.
Από το ακίνητο απαλλοτριώθηκε τμήμα 3.168,80 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απέμειναν δύο τμήματα ένθεν και ένθεν της νέας οδού, εκτάσεως του μεν λαμβάνοντος θέση στα αριστερά της οδού (οδεύοντας προς Κορώνη) 467,22 τ.μ , του δε ευρισκόμενου στα δεξιά, 1071,26 τ.μ. Σχετικά με τη μείωση της αξίας ενός εκάστου από αυτά, λόγω της απαλλοτρίωσης αναφέρονται τα εξής: α) Απομένον στα αριστερά της οδού (έκτασης 467,22 τ.μ ) Εντός της έκτασης του, υφίσταται διώροφο κεραμοσκεπές κτίσμα, παλαιάς κατασκευής, συνολικής επιφάνειας και όγκου 190 τ.μ και 570 κ.μ αντίστοιχα. Το κτίσμα χρησιμοποιείται από τους ιδιοκτήτες του ως πρώτη και κύρια κατοικία. Η τρέχουσα εμπορική του αξία συνεκτιμώντας στα θετικά, το πλεονέκτημα της θέσης του στο χώρο (σε απόσταση αναπνοής από τον οικισμό σε αμφιθεατρική θέση προς τη θάλασσα) και στα αρνητικά το στοιχείο της παλαιότητάς της κατασκευής του ανέρχεται σε 110 ευρώ /κ.μ.
Με την απαλλοτρίωση το όριο της νέας οδού χωροθετείται σχεδόν επί του δυτικού ορίου της κατοικίας. Εκτός της στενότητας χώρου που συνεπάγεται αυτό. γίνεται φανερό ότι η καθημερινή δραστηριότητα των ιδιοκτητών της κατοικίας, μετά την κατασκευή του έργου, θα διενεργείται πλέον σε συνθήκες επικινδυνότητας. Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζουμε ότι θέτοντας ο νομοθέτης με το άρθρο 2 του ΠΔ 209/98, αποστάσεις στην οικοδομική γραμμή ενός κτιρίου ανεγειρόμενου δίπλα σε Εθνική Επαρχιακή κ.λ.π οδό, τόσο από τον άξονα όσο και από το όριο της οδού, καθορίζει και το όριο ασφαλείας, τόσο για τους κινούμενους στην οδό, όσο και για τους διαβιούντες σε κτίσματα και κτίρια δεξιά και αριστερά αυτής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνον δεν λήφθηκε υπόψη η παρουσία της κατοικίας, έτσι ώστε βάσει της παραπάνω οδηγίας και για την εξασφάλιση της ασφάλειας όλων να μετατοπισθεί απλά, ελάχιστα προς τα δυτικά η χάραξη, αλλά τουναντίον το όριο της νέας οδού ελαύνοντας από βόρεια προς το συγκεκριμένη κατοικία, συναντώντας αυτήν κάνει σπάσιμο της όδευσης του κατά 90° προς τα δυτικά και στη συνέχεια προς νότια, πατώντας στην κυριολεξία στα, ίχνη των οικοδομικών του γραμμών (βόρειας και δυτικής) του παραπάνω κτίσματος.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι μειώνεται σημαντικά : α)η αξία της κατοικίας που βρίσκεται στο απομένον αυτό τμήμα, η οποία μείωση ανέρχεται σε ποσοστό 80% της προαναφερθείσας αξίας της ανά κ,μ., ήτοι στο ποσό των 50.160 ευρώ (570 μ3 Χ 110 ευρώ = 62.700 ευρώ Χ 80 %) και β) η αξία του παραπάνω απομένοντος τμήματος του ακινήτου εκτάσεως 467,22 τ.μ., μειώνεται σημαντικά σε σχέση με τη κύρια κατά προορισμό χρήση του, η οποία μείωση ανέρχεται σε ποσοστό 100% της αξίας κυριότητας του β) Απομένον στα δεξιά της οδού (έκτασης 1.071,26 τ.u) Το συγκεκριμένο απομένον, μετά την κατασκευή του έργου, λαμβάνει θέση στα ανάντη της νέας οδού, με σημαντικά μειωμένη την αξία του, αφού από τη νέα αυτή θέση προκύπτουν τα παρακάτω :
Αποκοπή από τον πολεοδομικό ιστό του οικισμού του Πεταλιδίου όπως επίσης και από την τουριστικά ανεπτυγμένη παραλιακή ζώνη. καθώς μεταξύ του ακινήτου και του οικισμού, παρεμβάλλεται πλέον η νέα οδός και το έργο αυτής.
Αναγκαστική απομόνωση στον άνευ σπουδαιότητας (με την έννοια της εμπορικής αξίας) δημιουργούμενο χώρο, μεταξύ του οδικού συμπλέγματος και του ορεινού όγκου .
Υποβάθμιση συγκριτικού πλεονεκτήματος, αφού πριν την απαλλοτρίωση από το έδαφος του, λόγω κλίσης και σημαντικής υψομετρικής διαφοράς από τη θάλασσα, ήταν ορατός μέχρι ακόμη και τις ακτές της Λακωνικής Μάνης ολόκληρος ο Μεσσηνιακός κόλπος. Μετά την απαλλοτρίωση, από το έδαφος του ορατά πλέον είναι μόνον το υπερυψωμένο επίχωμα, στο οποίο εδράζεται η βασική αρτηρία καθώς και το οδόστρωμα της καθέτου οδού Κ.Ο φυσικά μετά την κατασκευή του έργου επιπλέον πρόβλημα θα δημιουργεί και η κίνηση των οχημάτων επί της νέας οδού. Η θέαση πλέον από το χώρο του ακινήτου, με την παρέμβαση της απαλλοτρίωσης και του έργου αυτής εξαφανίζεται και φυσικά μαζί της εξαφανίζεται και το ιδιαίτερο συγκριτικό πλεονέκτημα αυτού. Αδυναμία προσπέλασης αφού μετά την κατασκευή του έργου και της προκύπτουσας από αυτό υψομετρικής διαφοράς (οδού και απομένοντος) η ιδιοκτησία καθίσταται απροσπέλαστη. Το παραπάνω πρόβλημα επιτείνεται και από την τοποθέτηση στηθαίων στα όρια της οδού. Σημειώνεται ότι πριν την απαλλοτρίωση, το ακίνητο προσπελαζόταν άμεσα από κοινοτική οδό η οποία με την απαλλοτρίωση καταργείται. Στην οδό αυτή το ακίνητο διέθετε πρόσωπο 40μ και μέσω αυτής συνδεόταν άμεσα με το βασικό άξονα που διατρέχει τον οικισμό του Πεταλιδίου.
Η σημαντικότερη όμως επιδείνωση της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεώς του, επέρχεται για τους παρακάτω λόγους: Μετά την έγκριση του ΣΧΟΟΑΠ του τ. Δήμου Πεταλιδίου ακίνητο που εμπίπτει στα όρια του Δήμου προκειμένου να θεωρηθεί άρτιο, και κατά συνέπεια να αποτελέσει περαιτέρω αντικείμενο ελέγχου (σχετικά με το εφικτό η μη της ανέγερσης κτίσματος επί της εκτάσεως του), πρέπει να έχει έκταση τουλάχιστον 4000 τ.μ.
Μετά την απαλλοτρίωση η έκταση του ακινήτου ανέρχεται σε 1.071.26 τ.μ Το απομένον αυτό τμήμα του ακινήτου δεν είναι πλέον άρτιο καθότι έχει έκταση μικρότερη της ελάχιστης απαιτούμενης και κατά συνέπεια μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται μη οικοδομήσιμο.
Μετά την απαλλοτρίωση επομένως, τα περιγραφέντα στα παραπάνω παρεπόμενα της απαλλοτρίωσης ή του έργου αυτής, υποβαθμίζουν την αξία του απομένοντος τμήματος του ακινήτου σε ποσοστό 90% της αξίας κυριότητας του.
Κατόπιν όλων των παραπάνω αποδεικνύεται ότι η αξία των δύο παραπάνω τμημάτων του ακινήτου, καθώς και αξία της κατοικίας που βρίσκεται στο απομένον τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 467.22 τ.μ., μειώνονται σημαντικά σε σχέση με τη κύρια κατά προορισμό χρήση τους, εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης, η οποία επιφέρει σημαντική επιδείνωση της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεώς τόσο των απομενόντων τμημάτων, όσο και της παραπάνω κατοικίας. Η μείωση της αξίας των απομενόντων αυτών τμημάτων ανέρχεται του έχοντος έκταση 467,22 τ.μ σε ποσοστό 100% της αξίας κυριότητας του, του έχοντος έκταση 1.071,26 τ.μ σε ποσοστό 90% της αξίας κυριότητας του και της κατοικίας που βρίσκεται στο απομένον τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 467,22 τ.μ. σε ποσό 50.160 ευρώ κατ' αποκοπή".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα : "Για το με αρ.219 ακίνητο. Το ακίνητο αυτό, πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 4.707,28 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 3168,26 τ.μ. και απομένει υπόλοιπο τμήμα 467,23 τ.μ. και τμήμα 1071,26 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση και την έγκριση του ΣΧ.Ο.Ο.Α.Π.
καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο. Επομένως υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του σε ποσοστό 50%". Έτσι που έκρινε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δηλαδή τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του παρισταμένου ως άνω αναιρεσείοντος, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και μάλιστα στον καθορισμό της αποζημίωσης για την μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος που οφείλεται στην εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς περί επαφής της οδού με την εντός του ακινήτου κατοικία, της υψομετρικής διαφοράς που δημιουργείται, της αποκοπής του ακινήτου από τον πολεοδομικό ιστό και της απομόνωσης αυτού, καθώς και της αδυναμίας προσπέλασης στο ακίνητο, της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της κατασκευής επιχωμάτων και στηθαίων στα όρια του ακινήτου, καθώς και της ανάπτυξης στερεών ρύπων και ηχορύπανσης, όπως αναλυτικά στην αίτηση αναλύονται, που οφείλονται στην εκτέλεση του έργου και συντελούν, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος στην μείωση της αξίας του ακινήτου και ουδόλως απάντησε επ' αυτών.
Μετά από αυτά, αφού η ένδικη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή ως προς τον παριστάμενο αναιρεσείοντα κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του παραπάνω λόγου της πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ του παρισταμένου αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ),ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο παριστάμενος αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, το αναιρεσίβλητο που ηττήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ως άνω αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), καθώς και άρθρ. 22 παρ. 3 ν. 2882/2001, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2019, αίτηση για αναίρεση της με αρ.87/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς όλους τους αναιρεσείοντες πλην του υπ' αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 2β Κ. Χ. ως προς τον οποίο χωρίζεται η υπόθεση.
Αναιρεί την 87/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ