Legislator Case Law & Legislation
95/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land registry fee calculation ruling on indivisible servitude rights.

Case Number 95/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding land registry fees. The appellant argued that fees should be calculated differently for indivisible servitudes, but the court found the lower court correctly applied the statutory rule that such rights are indivisible and tied to the specific parcel, not subdivided ownerships. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(4) and 5(5) of the Regulations on Estimated Fees; The court held that fees for indivisible servitudes are calculated per parcel, not per subdivided ownership, as the right remains indivisible and does not constitute a registrable right requiring separate compensation.

Keywords

AI generated
indivisible servitude land registry fees subdivided ownership appellate review fee calculation property law Greece

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 2(4) of the Regulations on Estimated Fees
21980/23-5-2008 απόφαση (ΦΕΚ Β' 1054/6-6-2008), και η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 5 § 22 του Ν.
Article 5(5) of the Regulations on Estimated Fees
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 95 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. …/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ..." και τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...", που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και αποτελείται από τις κάτωθι εταιρείες και γραφεία: 1) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε." και διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Π. Σ. του Θ., κάτοικο ..., 5) Γ. Φ. του Α., κάτοικο ... και 6) Ε. Π. του Α., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΧΑ Α.Ε." (πρώην ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.), που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πηνελόπη Μπούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2014 προσφυγή - αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 691/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 16-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξ άλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε, παραβίασε τους κανόνες αυτούς.

Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1, με τίτλο "Εννοιες - Ορισμοί", του Ν. 3316/2005 (Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις), όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης συμβάσεως, στην περίπτωση 22 αυτού ορίζεται ότι "Προεκτιμώμενη αμοιβή" είναι το προεκτιμώμενο από την αναθέτουσα Αρχή χρηματικό ποσό για την ολοκλήρωση των προκηρυσσόμενων μελετών ή υπηρεσιών, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και αναφέρεται στην προκήρυξη της διαδικασίας ανάθεσης των συμβάσεων των παραγράφων 1 έως 4.

Κατά δε την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 4, η προεκτιμώμενη αμοιβή υπολογίζεται με βάση τις τιμές αμοιβών ανά κατηγορία έργου και μονάδα φυσικού αντικειμένου, που ορίζονται με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 7 (δηλαδή τον Κανονισμό Προεκτιμώμενων Αμοιβών) και τα ποσοτικά στοιχεία του προς ανάθεση έργου, όπως αυτά περιλαμβάνονται στο Τεύχος Τεχνικών Δεδομένων του έργου.

Δηλαδή, η προεκτιμώμενη αμοιβή προσδιορίζεται από τον Κύριο του έργου και αναφέρεται στην προκήρυξη, ως γινόμενο των μονάδων φυσικού αντικειμένου και των τιμών ανά μονάδα. Ο υπολογισμός της γίνεται με τρόπο σταθερό και ελέγξιμο, σύμφωνα με τον Κανονισμό προεκτιμώμενων αμοιβών μελετών και υπηρεσιών, που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 4.

Ακολούθως, στο ίδιο ως άνω άρθρο 1 ορίζεται, στην περίπτωση 23, ότι "Συμβατική αμοιβή" είναι το καθοριζόμενο με την προκήρυξη κατ' αποκοπή τίμημα εκάστης των προκαταρκτικών μελετών και η οικονομική προσφορά του αναδόχου στα λοιπά στάδια των μελετών και στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ενώ στην περίπτωση 24 ότι "Τελική αμοιβή" είναι το συνολικό ποσό που καταβάλλεται στον ανάδοχο ως αμοιβή για το εκτελεσθέν αντικείμενο της σύμβασης.

Εξ άλλου, στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου (3316/2005) ορίζεται ότι: "1. Η σύμβαση περιλαμβάνει το σύνολο των όρων που προσδιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων και περιλαμβάνονται στα τεύχη του διαγωνισμού, στην απόφαση έγκρισης του αποτελέσματος και το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό. 2.

Η σύμβαση συνάπτεται με την κοινοποίηση της απόφασης έγκρισης του αποτελέσματος του διαγωνισμού στον ανάδοχο. Επί συμβάσεως που καταρτίζεται ύστερα από διαδικασία με διαπραγμάτευση το έγγραφο της σύμβασης έχει συστατικό χαρακτήρα". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών ως συμβατική αμοιβή θεωρείται κατά κανόνα η οικονομική προσφορά του αναδόχου, με εξαίρεση την αμοιβή της προκαταρκτικής μελέτης, που ορίζεται κατ' αποκοπήν με την προκήρυξη της μελέτης, η δε τελική αμοιβή συμπίπτει με την συμβατική, εκτός από τις περιπτώσεις ανάθεσης συμπληρωματικής σύμβασης ή μείωσης του αντικειμένου της σύμβασης, οπότε αυξάνεται ή μειώνεται, αντίστοιχα (βλ.

και Εγκύκλιο Ε-25 του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, με αριθμό πρωτ. Δ17γ/02/103/Φ.Ν. 439/15-7-2005). Με την ψήφιση του ν. 3316/2005 οι μελέτες της εταιρίας "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. " εντάχθηκαν ως προς την ανάθεση και εκτέλεσή τους στην εφαρμογή του νόμου αυτού και έκτοτε εφαρμόζονται οι διατάξεις του. Λόγω, όμως, των ιδιαιτεροτήτων του έργου του Κτηματολογίου, οι οποίες αναγνωρίστηκαν, με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 3481/2006 (ΦΕΚ Α 162/2-8-2006) προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 3316/2005 και θεσπίστηκε η δυνατότητα εισαγωγής παρεκκλίσεων ως προς τις μελέτες κτηματογράφησης και μόνον, που προκηρύσσει και αναθέτει η "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.", και εξουσιοδοτήθηκε ο αρμόδιος Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

να καθορίσει τα λεπτομερειακά ζητήματα με σχετική Υπουργική απόφαση. Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης ο Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. εξέδωσε την υπ' αριθμ. 10883/12-3-2007 απόφαση (ΦΕΚ Β' 447/3-4-2007), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 21980/23-5-2008 απόφαση (ΦΕΚ Β' 1054/6-6-2008), και η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 5 § 22 του Ν. 4164/2013 (ΦΕΚ Α' 156/09-09-2013), ίσχυε όμως κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, με τίτλο "Παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του Ν. 3316/2005 στις διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης των συμβάσεων της εταιρίας "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε." και η οποία, ως ειδικότερη, εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, με το άρθρο 7 § 1 της οποίας ορίζεται ότι "η τελική αμοιβή του αναδόχου συμβάσεων κτηματογράφησης προκύπτει έπειτα από την επιμέτρηση των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου, όπως αυτό ορίζεται στην αντίστοιχη προκήρυξη, και τον πολλαπλασιασμό αυτών με τη συμφωνημένη τιμή μονάδος του αντίστοιχου φυσικού αντικειμένου".

Επομένως, ειδικώς στις εν λόγω συμβάσεις μελετών, η συμβατική αμοιβή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την τελική, γιατί η μεν πρώτη υπολογίζεται με βάση τις προεκτιμώμενες μονάδες φυσικού αντικειμένου, ενώ η δεύτερη με βάση τις εκτελεσθείσες μονάδες φυσικού αντικειμένου, ο ακριβής αριθμός των οποίων θα προκύψει κατά το στάδιο της επιμέτρησης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 7 του Ν. 3316/2005, "με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου Μελετών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, εγκρίνεται, με βάση τις ισχύουσες εκάστοτε Τεχνικές προδιαγραφές, κανονισμός προεκτιμώμενων αμοιβών μελετών και υπηρεσιών, που περιλαμβάνει: (α) ενιαίες τιμές προεκτιμώμενων αμοιβών μελετών ανά μονάδα φυσικού αντικειμένου και κατηγορία έργου, με βάση, κυρίως, τα προβλεπόμενα στάδια μελέτης και τις ποσότητες των ομοίων ή τυποποιημένων φυσικών αντικειμένων, ώστε να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός της αμοιβής στην περίπτωση αυτή και (β) ενιαίες τιμές προεκτιμώμενων αμοιβών υπηρεσιών είτε ανά μονάδα φυσικού αντικειμένου και κατηγορία έργου, λαμβάνοντας υπόψη και τις ποσότητες των ομοίων ή τυποποιημένων φυσικών αντικειμένων ώστε να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός της αμοιβής στην περίπτωση αυτή είτε ανά μονάδα χρόνου απασχόλησης των προσώπων (ανθρωπομήνες) που ασχολούνται με την παροχή της υπηρεσίας, με βάση τα προσόντα και την εμπειρία τους.

Μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης, η εφαρμογή των τιμών του κανονισμού για τον καθορισμό της προεκτιμώμενης αξίας των συμβάσεων είναι υποχρεωτική για τις αναθέτουσες Αρχές, οι οποίες λαμβάνουν επιπρόσθετα υπόψη όλα τα στοιχεία που επηρεάζουν, κατά την κρίση τους, τη συνολική δαπάνη της σύμβασης, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της και τον επικαιροποιημένο φάκελο του έργου".

Εν συνεχεία, όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 § 10 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτή προστέθηκε με την § 6δ του άρθρου 5 του Ν. 3481/2006 (ΦΕΚ Α 162/2-8-2006), "ο κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 4 του ν. 3316/2005 κανονισμός προεκτιμώμενων αμοιβών μελετών και υπηρεσιών δεν εφαρμόζεται στις μελέτες και υπηρεσίες που προκηρύσσονται από την εταιρεία "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.", τον Οργανισμό Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.).

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων εγκρίνεται ιδιαίτερος κανονισμός για τον καθορισμό των προεκτιμώμενων αμοιβών των μελετών και υπηρεσιών των ως άνω φορέων, εφόσον τούτο δεν έρχεται σε αντίθεση με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου". Κατ' επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η με αριθμό 34817/28-8-2007 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β 1786/6-9-2007), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε." των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, ο οποίος ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του εν λόγω Κανονισμού: "1. Οι αμοιβές του παρόντος Κανονισμού αποτελούν την υποχρεωτική για την "Κτηματολόγιο Α.Ε." βάση για τον υπολογισμό των προεκτιμώμενων αμοιβών των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2308/1995, όπως ισχύει. 2.

Σκοπός του παρόντος Κανονισμού είναι ο καθορισμός των ενιαίων τιμών για τις μονάδες φυσικού αντικειμένου των μελετών κτηματογράφησης και για τις εργασίες που απαιτούνται μέχρι τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία για την δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου". Στο άρθρο 2 § 3 ορίζονται, ανάλογα με την κατηγορία της κτηματογραφούμενης περιοχής και τη διάθεση από την "Κτηματολόγιο Α.Ε." των δεδομένων των γεωργικών μητρώων που αφορούν αγροτικές περιοχές, οι κατωτέρω ενιαίες τιμές: 1.1) πυκνοδομημένη αστική περιοχή, του μεν Δήμου Αθήνας και Θεσσαλονίκης με ενιαία τιμή 20,50 ευρώ, των δε λοιπών με ενιαία τιμή 24,00 ευρώ, 1.2) αραιοδομημένη αστική περιοχή 30,75 ευρώ, 2.1) Αγροτική περιοχή με μεγάλη κατάτμηση 47,00 ευρώ, 2.2) Αγροτική περιοχή με μικρή κατάτμηση 50,00 ευρώ, 2.3) Αγροτική περιοχή με μεγάλη κατάτμηση, εφόσον διατίθενται τα δεδομένα των γεωργικών μητρώων, 43,00 ευρώ, 2.4) Αγροτική περιοχή με μικρή κατάτμηση, εφόσον διατίθενται τα δεδομένα των γεωργικών μητρώων, 44,00 ευρώ.

Στην ίδια παράγραφο (3) ορίζεται ρητώς ότι οι ανωτέρω τιμές ισχύουν: "α) ανά δικαίωμα γνωστού δικαιούχου καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση που έχει δηλωθεί και δεν έχει τροποποιηθεί, αλλοιωθεί, μεταβιβασθεί ή καταργηθεί από επιγενόμενη πράξη μεταγενέστερη της ημερομηνίας τελευταίας ενημέρωσης της κτηματολογικής βάσης της Ανάρτησης, και β) ανά δικαίωμα γνωστού δικαιούχου που έχει δηλωθεί και έχει τροποποιηθεί, αλλοιωθεί, μεταβιβασθεί ή καταργηθεί από επιγενόμενη πράξη μεταγενέστερη της ημερομηνίας τελευταίας ενημέρωσης της κτηματολογικής βάσης της Ανάρτησης, του οποίου ο τίτλος κτήσης είναι προγενέστερος της ημερομηνίας αυτής".

Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνον της ΥΑ 46263/8-11-2007, ορίζεται ότι οι ανωτέρω τιμές μειώνονται κατά ποσοστό 30%: "α) Για κάθε δικαίωμα γνωστού δικαιούχου, καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση, που έχει προέλθει από τροποποίηση, αλλοίωση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος της ανωτέρω παραγράφου 3 περ.

β' και για αριθμό δικαιωμάτων επιπλέον εκείνων της περίπτωσης β' της παραγράφου 3. β) για κάθε δικαίωμα, για το οποίο δεν έχει υποβληθεί δήλωση, αλλά τα στοιχεία του δικαιούχου και του δικαιώματος έχουν προκύψει από την επεξεργασία των στοιχείων, τα οποία συλλέχθηκαν κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2308/1995, όπως ισχύει και έχουν συμπεριληφθεί στην τελική κτηματολογική βάση, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω ακίνητα ενδέχεται να εμφανίζονται ως αγνώστου δικαιούχου στις πρώτες εγγραφές και γ) για ένα δικαίωμα αγνώστου δικαιούχου ανά γεωτεμάχιο για το οποίο δεν έχει υποβληθεί δήλωση, αλλά έχει συμπεριληφθεί στην τελική κτηματολογική βάση, και για αριθμό δικαιωμάτων επιπλέον του αριθμού των γεωτεμαχίων για τα οποία υποβλήθηκε δήλωση αλλά δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός τους".

Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου του Κανονισμού "εξαιρετικώς ισχύουν οι ορισθείσες στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου τιμές ανά κατηγορία περιοχής για ένα (1) δηλωθέν και καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση δικαίωμα δουλείας των περ. α' και β' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ανά δουλεύον γεωτεμάχιο και δικαιούχο, ανεξαρτήτως της εγγραφής του επί περισσοτέρων ακινήτων στην περίπτωση σύστασης διηρημένων ιδιοκτησιών επί του γεωτεμαχίου.

Οι λοιπές εγγραφές των εν λόγω δουλειών στην τελική κτηματολογική βάση δεν προσμετρώνται στα δικαιώματα της περ. α της παρ. 4 του παρόντος άρθρου". Τέλος στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι: "Στην περίπτωση προκήρυξης της ανάθεσης τμήματος του έργου της κτηματογράφησης, σύμφωνα με τις εγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές των μελετών δημιουργίας ψηφιακών βάσεων δεδομένων ενεργών τίτλων των υποθηκοφυλακείων των αστικών κέντρων, οι ανωτέρω τιμές των περ.

α' και β' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου μειώνονται κατά το ποσό των 6,08 ευρώ ανά δικαίωμα καταχωρούμενο στην τελική ψηφιακή βάση δεδομένων ενεργών τίτλων των υποθηκοφυλακείων των αστικών κέντρων. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην τιμή μονάδος των 6,21 ευρώ που προβλέπεται από την 9410/01.03.2007 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε (Φ.Ε.Κ. 361Β/16.03.2007) για το προαναφερθέν έργο, απομειούμενο κατά 0,13 ευρώ για τις εργασίες ανάκτησης των δεδομένων του εν λόγω έργου για την συνέχιση της κτηματογράφησης".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άνω Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. " των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στο πλαίσιο του ευρύτερου έργου "Ανάθεση Συμβάσεων Μελετών για την Β' Φάση της Κτηματογράφησης για τη Δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου & Υποστηρικτικών Υπηρεσιών" προκηρύχθηκε τον Ιούλιο του 2008, κατά τις διατάξεις του Ν. 3316/2005, δημόσιος διαγωνισμός με ανοιχτή διαδικασία, δηλαδή διαδικασία ανάθεσης μελετών και υπηρεσιών, στην οποία μπορεί να υποβάλει προσφορά κάθε ενδιαφερόμενος (άρθρο 1 παρ. 5 του νόμου αυτού), από την εταιρεία "Κτηματολόγιο Α.Ε." (προηγούμενη επωνυμία της καθ' ης η προσφυγή-αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητης), η οποία ήταν Κυρία του έργου, Εργοδότρια και αναθέτουσα αρχή, με Διευθύνουσα Υπηρεσία την Δ/νση Έργων αυτής και αρμόδιο όργανο για την υποβολή αιτήσεων θεραπείας τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

Μετά τον διαγωνισμό καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας "Κτηματολόγιο Α.Ε." και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας το από 17-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε, ως προς τις προθεσμίες της σύμβασης, στις 14-06-2011, με το οποίο ανατέθηκε στην τελευταία, έναντι αμοιβής, η σύνταξη μελέτης κτηματογράφησης με τίτλο "ΜΕΛΕΤΗ Β' ΦΑΣΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΣΤΑ ΤΟΠΙΚΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ...", και κωδικό ΚΤ-…, η οποία είναι μία από τις 22 όμοιες του έργου "ΑΝΑΘΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ Β' ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", συνολικού προϋπολογισμού 212.094.637,91 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.

Ως αντικείμενο του έργου οριζόταν με την προκήρυξη (Κεφάλαιο Β', άρθρο 11) η συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου σε 105 δήμους, τοπικά διαμερίσματα και κοινότητες της Ελλάδας, για την οποία είχε προηγηθεί η συλλογή και επεξεργασία των δηλώσεων κτηματογράφησης, καθώς και η προσεγγιστική γεωαναφορά τους, στο πλαίσιο του έργου "Δημιουργία της ψηφιακής βάσης δεδομένων των "ενεργών" τίτλων των υποθηκοφυλακείων των αστικών κέντρων της χώρας", και η παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών της μελέτης.

Για τις ανάγκες κατανόησης της προκήρυξης διευκρινίζεται στο πρώτο άρθρο αυτής η σημασία των όρων που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις της. Έτσι, ως σύμβαση ορίζεται το σύνολο των όρων που προσδιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, δηλαδή του εργοδότη και του αναδόχου, και περιλαμβάνονται στα τεύχη του διαγωνισμού, στην απόφαση έγκρισης και στο ιδιωτικό συμφωνητικό που θα υπογραφεί.

Ως προεκτιμώμενη αμοιβή ορίζεται το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 11 της προκήρυξης, κατά το οποίο ο συνολικός προϋπολογισμός της κάθε σύμβασης αποτελεί το άθροισμα της προεκτιμώμενης αμοιβής της μελέτης και του προϋπολογισμού των υποστηρικτικών υπηρεσιών της αντίστοιχης σύμβασης, το οποίο για τη συγκεκριμένη σύμβαση (ΚΤ-…) ανερχόταν στο ποσό των 7.655.238,78 ευρώ (7.094.158,88 για τη μελέτη + 561.079,90 για τις υποστηρικτικές υπηρεσίες), πέραν του οποίου η οικονομική προσφορά δεν θα γινόταν δεκτή, ενώ ως κατώτατο όριο παραδεκτού των οικονομικών προσφορών καθορίζεται το 80% της προεκτιμώμενης αμοιβής.

Ως συμβατική αμοιβή ορίζεται το ποσό που προσφέρει στην οικονομική προσφορά του ο ανάδοχος για την εκτέλεση όλων των εργασιών που απαιτούνται για την εκπόνηση του συμβατικού αντικειμένου κάθε σύμβασης, το οποίο, ειδικώς για το πρώτο στάδιο, ορίζεται με το άρθρο 11.3 της αυτής προκήρυξης ως το 50% της συμβατικής αμοιβής.

Προκειμένου δε μόνο για τις πληρωμές του σταδίου αυτού γίνεται παραδοχή ότι το 100% των εργασιών αυτού του σταδίου αντιστοιχεί σε αριθμό δικαιωμάτων μεγαλύτερο ή ίσο με ποσοστό 70% του συνόλου των προεκτιμώμενων μονάδων φυσικού αντικειμένου της σύμβασης, ενώ ως μονάδα φυσικού αντικειμένου ορίζεται το ένα εγγραπτέο δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνεται στους αναμορφωμένους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 2308/1995.

Ως τελική αμοιβή ... ορίζεται το συνολικό ποσό, που καταβάλλεται στον ανάδοχο για την ολοκλήρωση του αντικειμένου της σύμβασης, δηλαδή η τελικώς καταβαλλόμενη αμοιβή για κάθε σύμβαση, η οποία θα προκύψει με βάση την οικονομική προσφορά του αναδόχου, έπειτα από τελική επιμέτρηση των μονάδων φυσικού αντικειμένου της σύμβασης (άρθρο 11.3 της προκήρυξης).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πληρωμή του πρώτου σταδίου, σύμφωνα με την Προκήρυξη, θα γινόταν με βάση την προκαθορισθείσα ως άνω ποσοτική παραδοχή επί των προεκτιμώμενων μονάδων φυσικού αντικειμένου, δηλαδή χωρίς επιμέτρηση, δεδομένου ότι δεν θα είχαν τότε ακόμα παραδοθεί η τελική κτηματολογική βάση και οι τελικοί κτηματολογικοί πίνακες, στους οποίους θα οριστικοποιούνταν οι μονάδες φυσικού αντικειμένου, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο του δεύτερου και τελικού σταδίου, ενώ η τελική αμοιβή του μελετητή θα υπολογιζόταν μετά την επιμέτρηση από την αναθέτουσα αρχή των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου, η οποία θα ήταν δυνατή μετά την υποβολή της τελικής κτηματολογικής βάσης, δηλαδή με το πέρας του δεύτερου σταδίου.

Τα δικαιώματα για το μελετητικό αντικείμενο κάθε σύμβασης διακρίθηκαν με το ίδιο άρθρο της προκήρυξης (11.3) σε: Α) Δικαιώματα, τα οποία είχαν περιληφθεί στην ψηφιακή βάση των "ενεργών τίτλων" εντός των αναφερόμενων περιοχών, δηλαδή των τίτλων που είναι ενσωματωμένοι σε "πράξη", εφόσον το δικαίωμα που έχει δημιουργηθεί από αυτούς (εμπράγματο, ενοχικό, βάρος, δέσμευση, έννομη σχέση) δεν έχει αλλοιωθεί, μεταβιβασθεί ή καταργηθεί μεταγενεστέρως και Β) δικαιώματα "επιπλέον" των ανωτέρω, εντός των ίδιων περιοχών, ενώ τα ίδια δικαιώματα για τις υποστηρικτικές υπηρεσίες διακρίνονται σε α) δικαιώματα τα οποία περιλαμβάνονται στους αναμορφωμένους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2308/1995 ως ίσχυε (δικαιώματα "ενεργών τίτλων" και "επιπλέον" δικαιώματα) και β) "επιπλέον" δικαιώματα, τα οποία περιλαμβάνονται στους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες.

Υποχρεωτική βάση για τον υπολογισμό των προεκτιμώμενων αμοιβών αποτέλεσαν οι τιμές που αναφέρονται στον Κανονισμό Προεκτιμώμενων Αμοιβών της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", τον ισχύοντα ειδικώς για την εναγομένη ..., η εγκριτική Υπουργική Απόφαση του οποίου (34817/28-08-2007 Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) μνημονεύεται ρητώς τόσο στο άρθρο 2.5.3 ως περιεχόμενο του φακέλου του έργου όσο και στο άρθρο 9.10 αυτής, μεταξύ των νομοθετημάτων που εφαρμόζονται "για την ανάθεση και εκτέλεση" των συμβάσεων.

Επιπλέον, κατά το άρθρο 10 της αυτής προκήρυξης, η συμμετοχή στη διαδικασία του διαγωνισμού συνιστά τεκμήριο ότι κάθε μέλος του διαγωνιζόμενου σχήματος (σύμπραξη ή κοινοπραξία) έχει λάβει πλήρη γνώση, μεταξύ άλλων, της προκήρυξης και των τευχών που τη συνοδεύουν, καθώς επίσης της αναφερόμενης στο προηγούμενο άρθρο νομοθεσίας.

Επομένως η ενάγουσα γνώριζε τον εν λόγω Κανονισμό (όπως ομολογεί και η ίδια). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού: "1. Οι αμοιβές του παρόντος Κανονισμού αποτελούν την υποχρεωτική για την Κτηματολόγιο Α.Ε. βάση για τον υπολογισμό των προεκτιμώμενων αμοιβών των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2308/1995, όπως ισχύει. 2.

Σκοπός του παρόντος Κανονισμού είναι ο καθορισμός των ενιαίων τιμών για τις μονάδες φυσικού αντικειμένου των μελετών κτηματογράφησης και για τις εργασίες που απαιτούνται μέχρι τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία για την δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου". Στο άρθρο 2 παρ. 3 ορίζονται, ανάλογα με την κατηγορία της κτηματογραφούμενης περιοχής και τη διάθεση από την "Κτηματολόγιο Α.Ε." των δεδομένων των γεωργικών μητρώων που αφορούν αγροτικές περιοχές, οι κατωτέρω ενιαίες τιμές: 1ον Αστικές περιοχές διακρινόμενες σε: 1.1) πυκνοδομημένη αστική περιοχή, του μεν Δήμου Αθήνας και Θεσσαλονίκης με ενιαία τιμή 20,50 ευρώ, των δε λοιπών με ενιαία τιμή 24,00 ευρώ και 1.2) αραιοδομημένη αστική περιοχή 30,75 ευρώ και 2ον αγροτικές περιοχές, διακρινόμενες σε: 2.1) Αγροτική περιοχή με μεγάλη κατάτμηση 47,00 ευρώ, 2.2) Αγροτική περιοχή με μικρή κατάτμηση 50,00 ευρώ, 2.3) Αγροτική περιοχή με μεγάλη κατάτμηση, εφόσον διατίθενται τα δεδομένα των γεωργικών μητρώων, 43,00 ευρώ και 2.4) Αγροτική περιοχή με μικρή κατάτμηση, εφόσον διατίθενται τα δεδομένα των γεωργικών μητρώων, 44,00 ευρώ.

Στην ίδια παράγραφο (3) ορίζεται ρητώς ότι οι ανωτέρω τιμές ισχύουν: "α) ανά δικαίωμα γνωστού δικαιούχου καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση που έχει δηλωθεί και δεν έχει τροποποιηθεί, αλλοιωθεί, μεταβιβασθεί ή καταργηθεί από επιγενόμενη πράξη μεταγενέστερη της ημερομηνίας τελευταίας ενημέρωσης της κτηματολογικής βάσης της Ανάρτησης, και β) ανά δικαίωμα γνωστού δικαιούχου που έχει δηλωθεί και έχει τροποποιηθεί, αλλοιωθεί, μεταβιβασθεί ή καταργηθεί από επιγενόμενη πράξη μεταγενέστερη της ημερομηνίας τελευταίας ενημέρωσης της κτηματολογικής βάσης της Ανάρτησης, του οποίου ο τίτλος κτήσης είναι προγενέστερος της ημερομηνίας αυτής".

Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι ανωτέρω τιμές μειώνονται κατά ποσοστό 30% "α) Για κάθε δικαίωμα γνωστού δικαιούχου, καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση, που έχει προέλθει από τροποποίηση, αλλοίωση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος της ανωτέρω παραγράφου 3 περ. β' και για αριθμό δικαιωμάτων επιπλέον του αθροίσματος των δικαιωμάτων των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 3.

β) για κάθε δικαίωμα, για το οποίο δεν έχει υποβληθεί δήλωση, αλλά τα στοιχεία του δικαιούχου και του δικαιώματος έχουν προκύψει από την επεξεργασία των στοιχείων, τα οποία συλλέχθηκαν κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2308/1995, όπως ισχύει και έχουν συμπεριληφθεί στην τελική κτηματολογική βάση, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω ακίνητα ενδέχεται να εμφανίζονται ως αγνώστου δικαιούχου στις πρώτες εγγραφές και γ) για ένα δικαίωμα αγνώστου δικαιούχου ανά γεωτεμάχιο για το οποίο δεν έχει υποβληθεί δήλωση αλλά έχει συμπεριληφθεί στην τελική κτηματολογική βάση, και για αριθμό δικαιωμάτων επιπλέον του αριθμού των γεωτεμαχίων για τα οποία υποβλήθηκε δήλωση αλλά δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός τους".

Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου του Κανονισμού "εξαιρετικώς ισχύουν οι ορισθείσες στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου τιμές ανά κατηγορία περιοχής για ένα (1) δηλωθέν και καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση δικαίωμα δουλείας των περ. α' και β' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ανά δουλεύον γεωτεμάχιο και δικαιούχο, ανεξαρτήτως της εγγραφής του επί περισσοτέρων ακινήτων, στην περίπτωση σύστασης διηρημένων ιδιοκτησιών επί του γεωτεμαχίου.

Οι λοιπές εγγραφές των εν λόγω δουλειών στην τελική κτηματολογική βάση δεν προσμετρώνται στα δικαιώματα της περ. α' της παρ. 4 του παρόντος άρθρου". Τέλος στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι: "Στην περίπτωση προκήρυξης της ανάθεσης τμήματος του έργου της κτηματογράφησης, σύμφωνα με τις εγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές των μελετών δημιουργίας ψηφιακών βάσεων δεδομένων ενεργών τίτλων των υποθηκοφυλακείων των αστικών κέντρων, οι ανωτέρω τιμές των περ.

α' και β' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου μειώνονται κατά το ποσό των 6,08 ευρώ ανά δικαίωμα καταχωρούμενο στην τελική ψηφιακή βάση δεδομένων ενεργών τίτλων των υποθηκοφυλακείων των αστικών κέντρων. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην τιμή μονάδος των 6,21 ευρώ που προβλέπεται από την 9410/01.03.2007 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε (Φ.Ε.Κ. 361Β/16.03.2007) για το προαναφερθέν έργο, απομειούμενο κατά 0,13 ευρώ για τις εργασίες ανάκτησης των δεδομένων του εν λόγω έργου για την συνέχιση της κτηματογράφησης".

Από τις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού προκύπτουν σαφώς, χωρίς περιθώρια παρερμηνείας ή κενά, τα ακόλουθα: 1) Οι ως άνω προβλεπόμενες από αυτόν ενιαίες τιμές, οι οποίες αποτελούν την υποχρεωτική βάση για τον υπολογισμό των προεκτιμώμενων αμοιβών των μελετών κτηματογράφησης και των εργασιών που απαιτούνται μέχρι τις πρώτες εγγραφές για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, ισχύουν κατά κανόνα για τα δικαιώματα γνωστών δικαιούχων (άρθρο 2 παρ. 3 περ.

α' και β') και κατ' εξαίρεση για ένα δικαίωμα άγνωστου δικαιούχου ανά γεωτεμάχιο (και μάλιστα με έκπτωση 30%), για το οποίο δεν υποβλήθηκε δήλωση, αλλά θα συμπεριλαμβανόταν στην τελική κτηματολογική βάση (άρθρο 2 παρ. 4γ). Η ρύθμιση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη τόσο με τον ορισμό της μονάδας φυσικού αντικειμένου, όπως αυτός προκύπτει από το άρθρο 11.3 της προκήρυξης, κατά τον οποίο "μονάδα φυσικού αντικειμένου είναι το ένα εγγραπτέο δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνεται στους αναμορφωμένους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 2308/1995", όσο και με αυτόν του εγγραπτέου δικαιώματος, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της κτηματογράφησης (κεφ. 1 παρ. 1.2), κατά τον οποίο "εγγραπτέα δικαιώματα" είναι αυτά για τα οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης στο στάδιο της κτηματογράφησης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 περ.

α' του Ν. 2308/1995 (κυριότητα, δουλείες, υποθήκες, μεταλλειοκτησίες κλπ), επίσης τα εγγραπτέα ενοχικά δικαιώματα, τα πάσης φύσεως βάρη και εν γένει δεσμεύσεις της κυριότητας ή άλλων δικαιωμάτων και οι έννομες σχέσεις που δημιουργούνται δυνάμει δικαστικής ή διοικητικής πράξης, εγγραπτέας στο κτηματολόγιο (άρθρο 12 Ν. 2664/1998).

Επομένως, στην περίπτωση ακινήτου, για το οποίο δεν υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης, εφόσον δεν έχει συνδεθεί με δικαίωμα ουδενός, η καταχώρησή του ως "αγνώστου" ιδιοκτήτη για λόγους πληρότητας της κτηματογράφησης, δεν συνιστά εγγραφή δικαιώματος, εφόσον δεν υφίσταται τέτοιο δικαίωμα. Συνακόλουθα, οι καταχωρίσεις τέτοιων ακινήτων (αγνώστου ιδιοκτήτη) δεν αποτελούν μονάδα φυσικού αντικειμένου, γι' αυτό και οι αναφερόμενες στον Κανονισμό ενιαίες τιμές ισχύουν, όπως ρητά σε αυτόν αναφέρεται, μόνο για δικαιώματα "γνωστού" ιδιοκτήτη και κατ' εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 4γ) "αγνώστου", με την προβλεπόμενη έκπτωση κατά τα ανωτέρω. 2) Οι ίδιες ως άνω τιμές, σε περίπτωση δικαιωμάτων δουλείας, ισχύουν εξαιρετικώς για ένα (1) δηλωθέν και καταχωρισμένο στην τελική κτηματολογική βάση δικαίωμα δουλείας των περ.

α' και β' της παρ. 3 ανά δουλεύον γεωτεμάχιο και δικαιούχο, ανεξαρτήτως της εγγραφής του επί περισσοτέρων ακινήτων, στην περίπτωση διηρημένων ιδιοκτησιών επί του γεωτεμαχίου, ενώ οι λοιπές εγγραφές των εν λόγω δουλειών δεν προσμετρώνται στα δικαιώματα της περ. α' της παρ. 4 του Κανονισμού. 3) Καθορίστηκε μια ευρύτερη κατηγορία δικαιωμάτων, για τις οποίες προβλέπεται σε αυτόν τιμή μειωμένη.

Όμως, η εφαρμογή των ως άνω μειώσεων και εξαιρέσεων δεν ήταν δυνατόν να γίνει στο στάδιο του υπολογισμού των προεκτιμώμενων αμοιβών, γιατί ο ακριβής αριθμός των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου θα προέκυπτε αναγκαίως μετά την υποβολή της τελικής αναμορφωμένης κτηματολογικής βάσης των πρώτων εγγραφών και την υποβολή των τελικών αναμορφωμένων πινάκων και διαγραμμάτων, στα οποία θα οριστικοποιούνταν, κατ' είδος και ποσότητα, οι μονάδες φυσικού αντικειμένου.

Για το λόγο αυτό, οι ανωτέρω μειώσεις και εξαιρέσεις που προβλέπονταν από τον Κανονισμό δεν ενσωματώθηκαν στις προεκτιμώμενες αμοιβές, όπως σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι οι τελευταίες αντιστοιχούν στα ανωτέρω ως άνω ποσά του Κανονισμού (μετά την αφαίρεση του ποσού 6,08 ευρώ της παρ. 7 του άρθρου 2 αυτού).

Ειδικότερα, από το Παράρτημα IV της Προκήρυξης, το οποίο περιλαμβάνει τα έντυπα υπολογισμού οικονομικής προσφοράς, μεταξύ των οποίων αυτό της ένδικης σύμβασης με Κωδικό ΚΤ-…, προκύπτει ότι συμπεριελήφθησαν τέσσερις κατηγορίες περιοχών, από τις αναφερόμενες επτά του Κανονισμού, και ορίσθηκαν ως μονάδες φυσικού αντικειμένου οι ακόλουθες:

I. Ως προς την μελέτη: 1) Εγγραπτέο δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνεται στην ψηφιακή βάση των "ενεργών τίτλων" εντός αστικής αραιοδομημένης περιοχής, με προεκτιμώμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου 111.912 και ανώτερο επιτρεπόμενο όριο οικονομικής προσφοράς μελέτης ύψους 2.760.869,04 ευρώ, 2) εγγραπτέο δικαίωμα, το οποίο περιλαμβάνεται στην ψηφιακή βάση των "ενεργών τίτλων" εντός αγροτικής περιοχής με μεγάλη κατάτμηση, με προεκτιμώμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου 25.777 και ανώτερο επιτρεπόμενο όριο οικονομικής προσφοράς 1.054.794,84 ευρώ, 3) "επιπλέον" εγγραπτέο δικαίωμα εντός της ίδιας ως άνω υπό στοιχείο 1 περιοχής, δηλαδή δικαίωμα που θα περιλαμβάνεται στους αναμορφωμένους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2308/1995, το οποίο δεν είχε περιληφθεί στην ψηφιακή βάση των "ενεργών τίτλων", με προεκτιμώμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου 79.856 και ανώτερο επιτρεπόμενο όριο οικονομικής προσφοράς μελέτης 2.455.572,00 ευρώ και 4) "επιπλέον" εγγραπτέο δικαίωμα εντός της αυτής υπό στοιχείο 2 περιοχής, με προεκτιμώμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου 17.509 και ανώτερο επιτρεπόμενο όριο οικονομικής προσφοράς μελέτης 822.923,00 ευρώ και συνολικά 7.094.158,88 ευρώ.

II. Για υποστηρικτικές εργασίες: 1) Εγγραπτέο δικαίωμα με προεκτιμώμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου 235.054 και ανώτερο επιτρεπόμενο όριο οικονομικής προσφοράς υποστηρικτικών υπηρεσιών 376.086,40 ευρώ, 2) επιπλέον εγγραπτέο δικαίωμα, με προεκτιμώμενη ποσότητα μονάδων φυσικού αντικειμένου 97.365 και ανώτερο επιτρεπόμενο όριο οικονομικής προσφοράς υποστηρικτικών υπηρεσιών 184.993,50 ευρώ και συνολικά 561.079,90 ευρώ.

Το πηλίκο που προκύπτει από τα ποσά των ανωτέρω επιτρεπόμενων ορίων της οικονομικής προσφοράς, διαιρουμένων διά της αντίστοιχης προεκτιμώμενης ποσότητας των μονάδων φυσικού αντικειμένου, είναι ακριβώς η ανώτερη τιμή, που προβλέπεται από τον Κανονισμό για τις αντίστοιχες τέσσερις ως άνω κατηγορίες περιοχών από τις επτά που αναφέρονται σε αυτόν, μετά τη μείωση των υπό στοιχεία 1-1, 1-2, 1-3 και 1-4 κατά το ποσό των 6,08 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερόμενη παρ. 7 του άρθρου 2 αυτού Συνεπώς προκύπτει σαφώς ότι δεν εφαρμόστηκαν εκπτώσεις στις προεκτιμώμενες αμοιβές.

Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας-ενάγουσας ότι στις προεκτιμώμενες τιμές είχαν ενσωματωθεί οι προβλεπόμενες από τον Κανονισμό μειώσεις και εξαιρέσεις δεν αποδείχθηκε βάσιμος, όπως και ο αντίστοιχος ισχυρισμός ως προς την οικονομική προσφορά της, δεδομένου ότι αυτή έγινε στο ίδιο έντυπο, με βάση τις αυτές προεκτιμώμενες τιμές, οι οποίες αντιστοιχούσαν στις ανώτερες τιμές που όριζε ο Κανονισμός, χωρίς καμία μείωση.

Για τον ίδιο λόγο, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι τιμές, που η ίδια προσέφερε με την οικονομική προσφορά της, ήταν "σταθμισμένες", πέραν της αοριστίας του, λόγω της μη αναφοράς της μεθόδου ενσωμάτωσης σε αυτές των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό μειώσεων και εξαιρέσεων, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητάς του, είναι αβάσιμος.

Το επιχείρημα που επικαλείται προς ενίσχυση του ισχυρισμού αυτού, ότι η οικονομική προσφορά της θα υπολείπεται του κατώτερου επιτρεπόμενου ορίου υποβολής της (80% της προεκτιμώμενης αμοιβής), αν η αμοιβή της μειωθεί κατά το ποσό της ένδικης διαφοράς, δεν είναι πρόσφορο, λόγω της προαναφερόμενης διάκρισης ανάμεσα στη συμβατική αμοιβή, το ύψος της οποίας συναρτάται με τον αριθμό των προεκτιμώμενων μονάδων φυσικού αντικειμένου, και την τελική αμοιβή, η οποία συναρτάται με τον αριθμό των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου που θα έχει προκύψει από την επιμέτρηση, με συνέπεια να μην πρόκειται για συγκρίσιμα μεγέθη.

Εκτός αυτού, για τον υπολογισμό του κατώτερου επιτρεπόμενου ορίου υποβολής της προσφοράς της (80% της προεκτιμώμενης αμοιβής) λαμβάνει υπόψη το ανώτερο συνολικό ποσό της προεκτιμώμενης αμοιβής, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι σ' αυτήν έχουν ενσωματωθεί οι μειώσεις και εξαιρέσεις του Κανονισμού, γεγονός που δεν ισχύει κατά τα προεκτεθέντα.

Εξ ετέρου, όπως έχει προπαρατεθεί, αποδείχθηκε ότι αντικείμενο της σύμβασης των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 17-11-2009 συμφωνητικού, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων μετά τον διαγωνισμό, ήταν: α) η εκπόνηση μελέτης, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3316/2005, για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης, μετά τη φάση της συλλογής και επεξεργασίας των δηλώσεων, που είχε λάβει χώρα στο πλαίσιο του έργου "Δημιουργία της ψηφιακής βάσης δεδομένων των "ενεργών" τίτλων των υποθηκοφυλακείων των αστικών κέντρων της χώρας", σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2308/1995, όπως ισχύει, και τα προβλεπόμενα από τις εγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, για τις ανωτέρω περιοχές και β) η παροχή των υποστηρικτικών υπηρεσιών της μελέτης, σύμφωνα με τα τεύχη του διαγωνισμού και την ισχύουσα νομοθεσία.

Η συνολική προθεσμία για την περαίωση του αντικειμένου της σύμβασης ορίστηκε με το άρθρο 7 του συμφωνητικού σε 45 μήνες από την υπογραφή του και ο καθαρός χρόνος σε 38 μήνες από την υπογραφή. Με το ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι η σύμβαση αποτελείται από δύο στάδια. Το πρώτο, που συνίστατο στη δημιουργία της ψηφιακής κτηματολογικής βάσης δεδομένων της ανάρτησης, άρχιζε από την υπογραφή του συμφωνητικού και έληγε κατά την ημερομηνία της τελικής υποβολής της ψηφιακής κτηματολογικής βάσης της ανάρτησης και το δεύτερο, που συνίστατο στη δημιουργία της τελικής κτηματολογικής βάσης δεδομένων, άρχιζε από την επομένη της λήξης του πρώτου σταδίου και έληγε κατά την ημερομηνία υποβολής του αναλογικού αρχείου κτηματογράφησης.

Κατά το άρθρο 1.2 του συμφωνητικού αυτού, η σύμβαση αποτελείται από τα αναφερόμενα εκεί επτά τεύχη και στοιχεία, μεταξύ των οποίων ο "Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών της Κτηματολόγιο Α.Ε. των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου" (ΦΕΚ 1786/Β/06-09-2007), τα οποία ορίζονται ως συμβατικά, που έχουν δεσμευτική ισχύ και αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ στις διατάξεις από τις διέπεται η σύμβαση μνημονεύεται ρητά αυτή της 34817/28-08-2007 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία εγκρίθηκε ο ανωτέρω Κανονισμός.

Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι, σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των τευχών και στοιχείων της σύμβασης, ορίζεται η σειρά ισχύος, σύμφωνα με το τεύχος της Προκήρυξης Διαγωνισμού και την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν. 3316/2005, με πρώτο το ιδιωτικό συμφωνητικό και τελευταίο τον εν λόγω Κανονισμό. Στην παρ. 1.3 του συμφωνητικού ορίζεται ότι ο ανάδοχος, αφού μελέτησε και αποδέχθηκε όλα τα ανωτέρω συμβατικά τεύχη που συνοδεύουν το συμφωνητικό, αναλαμβάνει να εκτελέσει τη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους αυτής, τους οποίους αποδέχεται ανεπιφύλακτα, και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Από τα ως άνω συμφωνηθέντα προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών αναφέρεται ρητά ως τμήμα της σύμβασης και ότι η τελευταία διέπεται υποχρεωτικά από την εγκριτική (του Κανονισμού) Υπουργική Απόφαση, επομένως εφαρμόζεται κατά την εκτέλεσή της και όχι μόνο στο στάδιο του υπολογισμού των προεκτιμώμενων αμοιβών, όπως αβάσιμα η ενάγουσα υποστηρίζει, ειδικώς αφού ληφθεί υπόψη ότι εν προκειμένω δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή των ρυθμίσεών του στο στάδιο εκείνο, που πράγματι δεν εφαρμόστηκαν κατά τα προαναφερόμενα.

Άλλωστε, αν οι ρυθμίσεις του Κανονισμού για μειώσεις και εξαιρέσεις στις οριζόμενες σε αυτόν περιπτώσεις, είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των προεκτιμώμενων αμοιβών, όπως αυτή ισχυρίζεται, τότε ο Κανονισμός θα είχε εκπληρώσει τον προορισμό του πριν την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού και δεν υπήρχε λόγος να αποτελέσει στοιχείο της σύμβασης με ρητή μνεία του στο συμφωνητικό αυτό.

Αντιθέτως, η αναφορά του ως στοιχείου της σύμβασης και ως τμήματος της νομοθεσίας που την διέπει καταδεικνύει ακριβώς την ανάγκη εφαρμογής του κατά την εκτέλεση αυτής, για τον υπολογισμό της τελικής αμοιβής της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν είχε προηγηθεί, για τους προαναφερόμενους λόγους, η εφαρμογή του κατά τη διαμόρφωση της προεκτιμώμενης αμοιβής, η οποία εξήχθη με βάση τις ανωτέρω τιμές του, όπως αποδείχθηκε.

Η συμβατική αμοιβή της ενάγουσας, η οποία ταυτίζεται με την οικονομική προσφορά της (παρ. 1.3 της προκήρυξης) και δεν αναθεωρείται κατά τη διάρκεια της αρχικής συνολικής συμβατικής προθεσμίας (άρθρο 8.1 του συμφωνητικού) συνομολογήθηκε σε 6.591.318,99 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, το οποίο αναλύεται σε 6.030.239,09 ευρώ για τη μελέτη και σε 561.079,90 ευρώ για τις υποστηρικτικές υπηρεσίες (άρθρο 8 του ιδιωτικού συμφωνητικού).

Με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι ο ανάδοχος αμείβεται με βάση την ανάλυση της αμοιβής του, όπως προκύπτει από την οικονομική προσφορά του και η αμοιβή του καταβάλλεται σταδιακά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 30 του Ν. 3316/2005 και 4.2 του τεύχους Συγγραφής Υποχρεώσεων. Ειδικότερα, με τη διάταξη 4.2.1 της συγγραφής αυτής, με την οποία επαναλαμβάνεται το αναφερόμενο στην προκήρυξη, ότι η συμβατική αμοιβή του πρώτου (1ου) σταδίου ορίζεται ως το 50% της συμβατικής αμοιβής της σύμβασης, ενώ προκειμένου μόνο για τις πληρωμές του πρώτου (1ου) σταδίου γίνεται παραδοχή ότι το 100% των εργασιών του υπόψη σταδίου αντιστοιχεί σε αριθμό δικαιωμάτων μεγαλύτερο ή ίσο με ποσοστό 70% του συνόλου των προεκτιμώμενων μονάδων φυσικού αντικειμένου της σύμβασης.

Επιπλέον ότι "οι πληρωμές της αμοιβής του Αναδόχου θα γίνεται με λογαριασμούς, αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων, ως ακολούθως: α) Με την υπογραφή της σύμβασης καθώς και την εντολή έναρξης κάθε επόμενου σταδίου δύναται να χορηγηθεί στον ανάδοχο άτοκη προκαταβολή που ανέρχεται σε ποσοστό 15% της συμβατικής αμοιβής του σταδίου έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής..., β) Μετά την παρέλευση του μισού συμβατικού χρόνου εκπόνησης κάθε σταδίου και εφόσον έχει κατά την κρίση της επιβλέπουσας υπηρεσίας εκπονηθεί εργασία ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) του υπόψη σταδίου, καταβάλλεται, έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής, επιπλέον ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της αμοιβής που αντιστοιχεί στο υπόψη στάδιο, γ) Μετά την υποβολή των τελικών παραδοτέων κάθε σταδίου κατόπιν συνοπτικού ελέγχου της πληρότητας και επάρκειας αυτών, καταβάλλεται ανακεφαλαιωτικά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αμοιβής του σταδίου και επιστρέφονται οι εγγυητικές επιστολές των προηγούμενων εδαφίων.

Ειδικότερα, για το πρώτο στάδιο, προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω ποσοστού είναι η εκτέλεση του 100% των εργασιών του υπόψη σταδίου, όπως ορίζεται ανωτέρω, δ) Εφόσον τα τελικά παραδοτέα του σταδίου δεν έχουν εγκριθεί μετά την παρέλευση διμήνου από την υποβολή τους καταβάλλεται κατόπιν συνοπτικού ελέγχου επάρκειας αυτών επιπλέον ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

ε) Μετά την έγκριση και προσωρινή παραλαβή των τελικών παραδοτέων κάθε ενδιάμεσου σταδίου καταβάλλεται επιπλέον ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της αμοιβής του σταδίου, στ) Μετά την έγκριση του τελικού σταδίου καταβάλλεται επιπλέον ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%) της αμοιβής του τελικού σταδίου ή είκοσι τοις εκατό (20%) με κατάθεση εγγυητικής επιστολής για το επιπλέον πέντε τοις εκατό (5%) και ζ) Μετά την τελική παραλαβή του συμβατικού αντικειμένου καταβάλλεται το υπόλοιπο της αμοιβής ή επιστρέφεται εγγυητική επιστολή της προηγούμενης περίπτωσης...".

Κατά την παρ. 4.2.4. της ίδιας συγγραφής υποχρεώσεων, "το ποσό της συνολικής-τελικής αμοιβής θα προκύψει από το γινόμενο των ποσοτήτων μονάδων φυσικού αντικειμένου, που θα επιμετρηθούν από την ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. επί την αντίστοιχη τιμή μονάδος της προσφοράς του αναδόχου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 11.3 του τεύχους της προκήρυξης", κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, "Η αμοιβή κάθε διαγωνιζόμενου θα προκύψει, με βάση την οικονομική του προσφορά για τη σύμβαση, για την οποία υποβάλλει προσφορά, έπειτα από την τελική επιμέτρηση των μονάδων φυσικού αντικειμένου της αντίστοιχης σύμβασης", ενώ στην ίδια παράγραφο (4.2.4) της αυτής ως άνω συγγραφής υποχρεώσεων προβλέπεται η περίπτωση ο αριθμός των εγγραπτέων δικαιωμάτων που θα περιλαμβάνονται στους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες να υπολείπεται των προεκτιμωμένων ποσοτήτων, οπότε ορίζεται ότι ο εργοδότης δεν ευθύνεται σε πληρωμή αποζημίωσης.

Από τα παραπάνω προκύπτει, όπως και από την προκήρυξη, ότι οι ενδιάμεσες καταβολές συμφωνήθηκε να γίνουν με βάση τα συμβατικά προκαθορισθέντα ποσοστά, επί της συμβατικής αμοιβής κάθε σταδίου, στους ανωτέρω ορισμένους χρόνους, μετά από συνοπτικό έλεγχο και προσωρινή παραλαβή των παραδοτέων κάθε ενδιάμεσου σταδίου, και, ειδικά όσον αφορά το πρώτο στάδιο, και μόνο για τις πληρωμές αυτού, με την παραδοχή ότι το 100% των εργασιών του αντιστοιχεί σε αριθμό δικαιωμάτων μεγαλύτερο ή ίσο με το ποσοστό 70% του συνόλου των προεκτιμωμένων μονάδων φυσικού αντικειμένου, δηλαδή χωρίς επιμέτρηση, η οποία θα γίνει από την "Κτηματολόγιο Α.Ε.", για τον υπολογισμό της τελικής αμοιβής, με βάση τις εκτελεσθείσες μονάδες φυσικού αντικειμένου.

Στη διάρκεια της εκτέλεσης του πρώτου σταδίου του έργου, το οποίο ολοκληρώθηκε, εγκρίθηκε και παραλήφθηκε στις 14-06-2011 με την …/2011 απόφαση του Δ.Σ. της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", έγιναν προς την ενάγουσα τέσσερις καταβολές από την εναγομένη, σύμφωνα με τον ως άνω προβλεφθέντα τρόπο πληρωμής, και τον ορισμό ότι η συμβατική αμοιβή του πρώτου σταδίου αντιστοιχούσε σε ποσοστό 50% της συμβατικής αμοιβής (6.591.318,99 ευρώ), δηλαδή σε ποσό 3.295.659,50 ευρώ.

Ειδικότερα, το έτος 2010 καταβλήθηκαν α) ποσό 494.348,92 ευρώ, που αντιστοιχεί σε προκαταβολή ίση με ποσοστό 15% της συμβατικής αμοιβής του πρώτου σταδίου, β) ποσό 659.131,90 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% της συμβατικής αμοιβής του πρώτου σταδίου, γ) ποσό 1.153.480,82 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 35% (70% - 15% - 20%) της αμοιβής αυτής και το έτος 2011, δ) ποσό 494.348,92 ευρώ, συνολικά δε καταβλήθηκε ποσό 2.801.310,56 ευρώ (85% της συμβατικής αμοιβής του πρώτου σταδίου) πλέον ΦΠΑ, οπότε παρέμενε υπόλοιπο ύψους 494.348,93 ευρώ (15%) για την συμπλήρωση της αμοιβής του σταδίου αυτού (3.295.659,50 ευρώ).

Στις 13-07-2011 η ενάγουσα υπέβαλε προς την "Κτηματολόγιο Α.Ε." τον 5ο λογαριασμό της μελέτης, ο οποίος αφορά στην εξόφληση του πρώτου σταδίου αυτής και ζήτησε την έγκριση πληρωμής ποσού 988.697,85 ευρώ πλέον ΦΠΑ, από το οποίο το ήμισυ (494.384,93 ευρώ) αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο της συμβατικής αμοιβής του πρώτου σταδίου (15%) και το υπόλοιπο ήμισυ σε προκαταβολή ποσοστού 15% από την αμοιβή του δεύτερου σταδίου.

Όλα τα ανωτέρω ποσά εγκρίθηκαν και καταβλήθηκαν με βάση τις προαναφερόμενες χρονικές και ποσοτικές προβλέψεις της σύμβασης, χωρίς επιμέτρηση των μονάδων φυσικού αντικειμένου από την αρμόδια προς τούτο "Κτηματολόγιο Α.Ε.", ενώ η έγκριση του πρώτου αυτού σταδίου αποτελούσε και προσωρινή παραλαβή, με βάση τα συμφωνηθέντα (άρθρο 4 της Συγγραφής Υποχρεώσεων), δεδομένου ότι η οριστική παραλαβή των μελετών πραγματοποιείται με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής μετά την έγκριση του τελευταίου, κατά τη σύμβαση, σταδίου της μελέτης και την έκδοση βεβαίωσης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για την περαίωση των εργασιών της σύμβασης (άρθρο 37 § 3 του Ν. 3316/2005).

Η ενάγουσα συνόδευσε τον 5ο λογαριασμό με τον από 13-07-2011 πίνακα επιμέτρησης δικαιωμάτων που συνέταξε η ίδια, ως μη όφειλε, με δεδομένο ότι το ποσό της συμβατικής αμοιβής του πρώτου σταδίου ήταν προσυμφωνημένο, ανεξαρτήτως των εργασιών που είχαν λάβει χώρα, με βάση μόνο την ανωτέρω ποσοτική παραδοχή. Ωστόσο, ο πίνακας αυτός συντάχθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό, δηλαδή επιμετρώνται δικαιώματα γνωστού δικαιούχου, με διαχωρισμό των δικαιωμάτων, για τα οποία οφείλεται κατ' αυτόν η ανώτερη συμφωνηθείσα αμοιβή, από εκείνα για τα οποία ισχύει η μείωση του 30%.

Ειδικότερα, επιμετρώνται στο πεδίο 1 ως μονάδες φυσικού αντικειμένου 213.218 έγκυρα δικαιώματα γνωστού δικαιούχου καταχωρισμένα στην κτηματολογική βάση της ανάρτησης, όχι δηλαδή ακυρωμένα ή αγνώστου δικαιούχου, ενώ στο πεδίο 2 προσδιορίζονται ως μονάδες φυσικού αντικειμένου τα δικαιώματα άγνωστου ιδιοκτήτη ανά γεωτεμάχιο (1.981), για τα οποία κατ' εξαίρεση προβλέπεται από τον Κανονισμό μειωμένη αμοιβή (άρθρο 4γ), τα οποία δεν θα είχε επιμετρήσει ξεχωριστά αν θεωρούσε ότι η συμφωνηθείσα και ως προς αυτά αμοιβή ήταν η ίδια, όπως υποστηρίζει (η ενάγουσα), δηλαδή χωρίς την έκπτωση του 30%.

Επιπλέον, επειδή για την προαναφερόμενη περίπτωση 4γ του Κανονισμού προβλέπεται τιμή μειωμένη (30%) για αριθμό δικαιωμάτων επιπλέον του αριθμού των γεωτεμαχίων για τα οποία υποβλήθηκε η δήλωση, αλλά δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός, προσδιορίζει (η ενάγουσα) στο πεδίο 3 του πίνακα τον αριθμό των ανεντόπιστων δικαιωμάτων (1.630), τα οποία αφαιρεί από τον αριθμό των δικαιωμάτων του πεδίου 2 προκειμένου να εξαχθεί το σύνολο των εργασιών που εκτελέσθηκαν (άρθρο 4γ).

Ο ανωτέρω διαχωρισμός δεν θα είχε απολύτως καμία χρησιμότητα αν οι προβλεπόμενες από τον Κανονισμό μειώσεις είχαν ήδη υπολογιστεί από την ενάγουσα στο στάδιο της οικονομικής προσφοράς της και είχαν ενσωματωθεί σ' αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αντιθέτως παρέχει ένα ακόμη στοιχείο υπέρ της αντίθετης (και αποδειχθείσας κατά τα προαναφερόμενα) θέσης της εναγομένης.

Στη συνέχεια, το έτος 2012, με την υποβολή του 6ου λογαριασμού καταβλήθηκε στην ενάγουσα ποσό 659.131,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% της αμοιβής του δευτέρου και τελευταίου σταδίου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του σταδίου αυτού προέκυψαν καθυστερήσεις εξαιτίας προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στη λειτουργία των επιτροπών εξέτασης ενστάσεων (παραιτήσεις μελών, καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων κ.λ.π.).

Δεδομένου, όμως, ότι ο ανάδοχος ήταν υποχρεωμένος να περιλάβει στην αναμορφωμένη κτηματολογική βάση δεδομένων τις αποφάσεις των επιτροπών αυτών επί των ενστάσεων, χορηγήθηκαν από την Διευθύνουσα Υπηρεσία δύο παρατάσεις για την πρώτη υποβολή της αναμορφωμένης ψηφιακής κτηματολογικής βάσης, με καταληκτική ημερομηνία 30-11-2012, κατά την οποία η ενάγουσα υπέβαλε πράγματι τη βάση αυτή, η οποία φορτώθηκε στην Κ.Β.

της "Κτηματολόγιο Α.Ε." στις 07-01-2013, με εκκρεμότητα ως προς τις αποφάσεις μιας επιτροπής που δεν είχε ολοκληρώσει το έργο της. Οι ανωτέρω καθυστερήσεις είχαν ως συνέπεια και την πληρωμή της ενάγουσας, οπότε, κατόπιν σχετικού αιτήματός της με το Α.Π. .../29-01-2013 έγγραφό της, το Δ.Σ. της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", με την .../22-02-2013 απόφασή του, ενέκρινε ενδιάμεση πληρωμή αμοιβής αντίστοιχη με το 68% της αμοιβής του δεύτερου σταδίου, ανακεφαλαιωτικά, δηλαδή μετά από αφαίρεση των προηγούμενων καταβολών, προκειμένου να συνεχιστεί ομαλά η εκτέλεση των εργασιών της σύμβασης μέχρι την ολοκλήρωσή τους.

Ακολούθως, η ενάγουσα, η οποία είχε ήδη λάβει ως τότε συνολικά το ποσό των 4.449.140,31 ευρώ, υπέβαλε με το Α.Π. .../05-03-2013 έγγραφό της τον 7ο λογαριασμό της σύμβασης, ο οποίος αφορούσε στην ανωτέρω ενδιάμεση πληρωμή, ποσού 1.087.567,64 ευρώ [(3.295.659,50 Χ 68% μείον τις προηγηθείσες καταβολές ποσών 494.348,92 ευρώ (15%) και 659.131,90 ευρώ (20%)].

Η εγκριθείσα αυτή καταβολή δεν προβλεπόταν από τη σύμβαση, δεδομένου ότι με αυτήν οριζόταν ότι μετά τις καταβολές του 15% και 20% της αμοιβής του δευτέρου σταδίου, οι οποίες ήδη είχαν λάβει χώρα, η επόμενη καταβολή, ποσού ίσου με ποσοστό 15% ή 20% της αμοιβής του σταδίου αυτού, θα γινόταν μετά την έγκριση του τελικού αυτού σταδίου και το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής θα καταβαλλόταν μετά την τελική παραλαβή του συμβατικού αντικειμένου.

Για το λόγο αυτό, και για να μην υπερβούν οι μέχρι τότε καταβολές την τελική αμοιβή, όπως αυτή θα προέκυπτε, κατά τη σύμβαση, μετά την τελική επιμέτρηση, η Διευθύνουσα Υπηρεσία διενήργησε προσωρινή επιμέτρηση των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη αναμορφωμένη κτηματολογική βάση και ανερχόταν σε 219.990 δικαιώματα και ειδικότερα:

I. Ως προς τη μελέτη: 1. Εγγραπτέα δικαιώματα εντός αστικής αραιοδομημένης περιοχής (164.548 Χ 20,97 = 3.450.571,56 ευρώ), 2. εγγραπτέα δικαιώματα αγροτικής περιοχής με μεγάλη κατάτμηση (20.354 Χ 34,78 = 707.912,12 ευρώ), 3. "επιπλέον" εγγραπτέα δικαιώματα εντός αστικής αραιοδομημένης περιοχής (31.225 Χ 26,14 = 816.221,50 ευρώ), 4. "επιπλέον" εγγραπτέα δικαιώματα εντός αγροτικής περιοχής με μεγάλη κατάτμηση (3.863 Χ 39,95 = 154.326,85 ευρώ) και συνολικά 219.990 δικαιώματα με συνολική τιμή 5.129.032,03 ευρώ.

II. Ως προς τις υποστηρικτικές εργασίες: 1) Εγγραπτέα δικαιώματα (219.990 Χ 1,6 = 351.984,00 ευρώ και 2) επιπλέον εγγραπτέα δικαιώματα (35.088 Χ 1,9 = 66.667,20 ευρώ), με συνολική τιμή 418.651,20 ευρώ. Το άθροισμα της αμοιβής για τη μελέτη και τις υποστηρικτικές εργασίες της σύμβασης ανήλθε σε 5.547.683,23 ευρώ, αντί της προεκτιμώμενης αμοιβής των 6.591.318,9 ευρώ.

Η ως άνω επιμέτρηση ήταν ενδεικτική και προσωρινή, δεδομένου ότι, όπως και στο κείμενό της άλλωστε αναφέρεται, δεν είχε υποβληθεί η τελική αναμορφωμένη κτηματολογική βάση των πρώτων εγγραφών και των αναμορφωμένων κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων, όπου οριστικοποιούνται κατ' είδος και ποσότητα οι μονάδες φυσικού αντικειμένου, συντάχθηκε δε αποκλειστικά για την ασφαλή αιτηθείσα πληρωμή του συγκεκριμένου ενδιάμεσου λογαριασμού εφόσον, βάσει των συμβατικών τευχών (Σ.Υ. 4.2.4) το ποσό της συνολικής-τελικής αμοιβής θα προέκυπτε κατόπιν τελικής επιμέτρησης των ποσοτήτων των μονάδων φυσικού αντικειμένου.

Στα ανωτέρω δικαιώματα δεν επιμετρήθηκαν, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του Κανονισμού, τα δικαιώματα "αγνώστου" δικαιούχου, πλην της περίπτωσης της παρ. 4γ του άρθρου 2 αυτού, ενώ δεν εξειδικεύτηκε ο αριθμός των δικαιωμάτων για τα οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Κανονισμού, οι τιμές ανά κατηγορία περιοχής μειώνονται κατά 30%, ο οποίος αριθμός θα προσδιοριζόταν στην επιμέτρηση επί της τελικής κτηματολογικής βάσης και προσδιορίστηκε ο αριθμός των "επιπλέον" δικαιωμάτων με αριθμητική αφαίρεση.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κατά την επιμέτρηση της εναγομένης η κατηγοριοποίηση των επιμετρηθέντων δικαιωμάτων ήταν διαφορετική από την προβλεπόμενη στην προκήρυξη δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, οι κατηγορίες των κτηματογραφούμενων περιοχών παρέμειναν οι ως άνω τέσσερις που αναφέρονται και στην προκήρυξη, ενώ ίδιες παρέμειναν και οι προσφερθείσες ως προς αυτές τιμές.

Έτσι, το ποσό για το οποίο τελικώς εγκρίθηκε η πληρωμή με την από 03-04-2013 7η εντολή πληρωμής ανήλθε σε 210.913,61 (1.087.567,64 ευρώ - 876.634,03 ευρώ), το οποίο καταβλήθηκε. Η ενάγουσα κατέθεσε εμπροθέσμως ένσταση (.../15-04-2013), με την οποία παραπονούνταν κυρίως για τον τρόπο υπολογισμού των μονάδων φυσικού αντικειμένου στις προαναφερόμενες κατηγορίες υπό στοιχεία II-1 και ΙΙ-2, δηλαδή "επιπλέον" εγγραπτέων δικαιωμάτων εντός αστικής αραιοκατοικημένης και εντός αγροτικής με μεγάλη κατάτμηση περιοχής, με αίτημα την έγκριση του 7ου λογαριασμού, όπως υποβλήθηκε από την ίδια.

Επ' αυτής εκδόθηκε η …/04-06-2013 απόφαση του Δ.Σ. της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", που κοινοποιήθηκε σε εκείνη στις 13-06-2013, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένσταση ως προς τον τρόπο προσωρινής επιμέτρησης του αριθμού των "επιπλέον" δικαιωμάτων, επειδή κρίθηκε ότι ο αριθμός τους έπρεπε να προσδιοριστεί όχι με αριθμητική αφαίρεση, όπως έγινε, αλλά με σύγκριση της βάσης των "ενεργών" τίτλων με την τελική κτηματολογική βάση, ώστε να προσδιοριστούν τα δικαιώματα τα οποία είχαν μεν περιληφθεί στη ψηφιακή βάση των "ενεργών" τίτλων, αλλά δεν περιλαμβάνονται πια στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες και να επιμετρηθούν.

Για το λόγο αυτό διενεργήθηκε νέα προσωρινή επιμέτρηση των "επιπλέον" αυτών δικαιωμάτων από την αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης και επαναπροσδιορίστηκε ο αριθμός τους σε 51.453 (219.990 - 168.537), οπότε το καταβλητέο στην ενάγουσα ποσό διαμορφώθηκε σε 308.102,06 ευρώ, δηλαδή κατά 97.188,45 ευρώ υψηλότερο από αυτό των 210.913,61 που είχε καταβληθεί με τον 7ο λογαριασμό.

Κατά τα λοιπά, όμως, απορρίφθηκε το αίτημα για έγκριση του 7ου λογαριασμού, όπως υποβλήθηκε, με το σκεπτικό ότι στην περίπτωση αυτή η ενάγουσα θα πληρωνόταν, ακόμα και με βάση τη δική της επιμέτρηση, το 95% της τελικής αμοιβής, χωρίς ακόμα να έχουν παραληφθεί και ελεγχθεί τα τελικά παραδοτέα, πράγμα αντίθετο στη σύμβαση (4.2.4 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, 11.3 και 16.1 του τεύχους Προκήρυξης).

Στο μεταξύ, στις 28-05-2013, είχε ολοκληρωθεί και παραδοθεί στην εναγομένη η αναμορφωμένη κτηματολογική βάση, οπότε οι διάδικοι προέβησαν σε νέα επιμέτρηση των δικαιωμάτων, η οποία ήταν: Α) της μεν ενάγουσας, αναλυτικά για καθεμιά από τις προαναφερόμενες κατηγορίες, η ακόλουθη: Ι-1) 149.136 Χ 20,97 = 3.127.381,92 ευρώ, Ι-2) 16.234 Χ 34,78 = 564.618,52 ευρώ, Ι-3) 50.808 Χ 26,14 = 1.328.121,12 ευρώ, Ι-4) 7.341 Χ 39,95 = 293.272,95 ευρώ και ΙΙ-1) 223.519 Χ 1,60 = 357.630,40 ευρώ και ΙΙ-2) 5.149 Χ 1,90 = 110.483,10 ευρώ και συνολικά 5.781.508,01 ευρώ, αντί του ποσού των 6.591.318,9 ευρώ της συμβατικής αμοιβής και Β) της εναγομένης η ακόλουθη:

Ι-1) 152.289 Χ 20,97 ευρώ = 3.193.500,33 ευρώ, Ι-2) 16.248 Χ 34,78 ευρώ = 565.105,44 ευρώ, Ι-3) 43.484 Χ 26,14 ευρώ = 1.136.671,76 ευρώ και Ι-4) 7.969 Χ 39,95 ευρώ = 318.361,55 ευρώ και ΙΙ-1) 219.990 Χ 1,60 ευρώ = 351.984,00 ευρώ, ΙΙ-2) 51.453 Χ 1,90 ευρώ = 97.760,70 ευρώ και συνολικά 5.663.383,78 ευρώ (αντί του προηγούμενου ποσού των 5.781.508,01 ευρώ), δηλαδή κατά 118.124,23 ευρώ (5.781.508,01 - 5.663.383,78) χαμηλότερη από αυτήν της ενάγουσας.

Η τελευταία άσκησε εμπροθέσμως κατά της ως άνω απόφασης του Δ.Σ. της εναγομένης, ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, την από 28-07-2013 αίτηση θεραπείας της, επί της οποίας ο Υπουργός δεν απάντησε, με την οποία, αναπροσαρμόζοντας, με βάση την επιμέτρησή της αυτή, το αρχικώς αιτηθέν ποσό από 1.087.567,64 ευρώ σε 812.231,90 ευρώ, ζητούσε την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε την ένστασή της και την διόρθωση/προσδιορισμό του οφειλόμενου ποσού του 7ου λογαριασμού σε 601.318,29 ευρώ (812.231,90 - καταβληθέν 210.913,61).

Το ποσό αυτό αναλύεται, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή της ως εξής: α) Στη μείωση της αμοιβής της κατά ποσό 124.041,27 ευρώ, που αντιστοιχεί στην παράνομη και αντισυμβατική εφαρμογή της μείωσης (30%) των παραγράφων 4α και 4β του άρθρου 2 του Κανονισμού για τις συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων, β) στη μείωση της αμοιβής της κατά ποσό 44.681,78 ευρώ, λόγω μη επιμέτρησης 1.330 δικαιωμάτων αγνώστου ιδιοκτήτη (612 της κατηγορίας II-1 "επιπλέον εγγραπτέο δικαίωμα εντός αστικής αραιοδομημένης περιοχής" Χ 26,14 και 718 της κατηγορίας ΙΙ-2 "επιπλέον εγγραπτέο δικαίωμα εντός αγροτικής περιοχής με μεγάλη κατάτμηση" Χ 39,95), γ) στη μείωση της αμοιβής της κατά ποσό 27.689,75 ευρώ, λόγω μη επιμέτρησης 802 δικαιωμάτων που αφορούν σε δουλείες ανά συνεστημένη διηρημένη ιδιοκτησία (315 δικαιώματα της κατηγορίας II-1 Χ 26,14 ευρώ και 487 της κατηγορίας ΙΙ-2 Χ 39,95 ευρώ) και δ) στη μείωση της αμοιβής της κατά ποσό 404.905,49 ευρώ, λόγω ανεπίτρεπτης αναδρομικής διόρθωσης του ήδη εξοφλημένου 5ου λογαριασμού.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας περί εφαρμογής παράνομων και αντισυμβατικών μειώσεων της αμοιβής της και εξαιρέσεων από αυτήν (ως άνω περιπτώσεις α, β και γ) είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες μειώσεις και εξαιρέσεις προβλέπονται ρητώς από τον Κανονισμό, ο οποίος αποτελεί στοιχείο της σύμβασης και τμήμα της νομοθεσίας που την διέπει, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω, η δε εφαρμογή του δεν ήταν πρακτικά εφικτή σε προηγούμενο στάδιο κατά τα προαναφερόμενα.

Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός παράνομης αναδρομικής διόρθωσης του 5ου λογαριασμού (περίπτωση δ'), δεδομένου ότι αυτός εγκρίθηκε και πληρώθηκε από την εναγομένη, χωρίς επιμέτρηση, η οποία δεν ήταν εφικτή κατά το χρόνο της υποβολής του, με μόνη την (υποθετική) συμβατική παραδοχή ότι το σύνολο των εργασιών του σταδίου αυτού ήταν μεγαλύτερο ή ίσο με ποσοστό 70% του συνόλου των προεκτιμώμενων μονάδων φυσικού αντικειμένου της σύμβασης και τη συμβατική ρύθμιση σχετικά με το ύψος της συμβατικής αμοιβής του πρώτου σταδίου σε ποσοστό 50% (της συμβατικής αμοιβής), ενώ η συνολική τελική αμοιβή, η οποία καταβάλλεται ανακεφαλαιωτικά, δηλαδή μετά την αφαίρεση των προηγούμενων καταβολών, προκύπτει έπειτα από επιμέτρηση των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου (άρθρο 7 Υ.Α. 10883/12-07-2007 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

και τις σύμφωνες με αυτήν διατάξεις των άρθρων 11.3 της προκήρυξης και 4.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων της ένδικης σύμβασης). Πέραν αυτού, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη, ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας, κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου), ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο (ad hoc ΟλΣτΕ 2494/2013).

Άλλωστε, με τις διατάξεις του Ν. 4070/2012 (άρθρα 186 παρ. 3 και 134 παρ. 3), οι οποίες δεν εφαρμόζονται στην κρινομένη υπόθεση ως μεταγενεστέρως ισχύουσες, παρασχέθηκε ρητά στη Διευθύνουσα Υπηρεσία η δυνατότητα να επανέλθει εντός ευλόγου χρόνου και ως προς μεν τις επιμετρήσεις να ελέγξει αυτές σε επόμενο λογαριασμό, ως προς δε τους λογαριασμούς εντός τριών μηνών από την υποβολή ή επανυποβολή τους.

Ούτε, περαιτέρω, έλαβε χώρα αναθεώρηση της συμβατικής αμοιβής της ενάγουσας με μείωση της τιμής μονάδας, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται, δεδομένου ότι η τιμή μονάδας, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, παρέμεινε η ίδια. Αυτό που έγινε είναι η επιμέτρηση των μονάδων φυσικού αντικειμένου της σύμβασης, με υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας ως το γινόμενο των ποσοτήτων των μονάδων φυσικού αντικειμένου, που επιμετρήθηκαν από την εναγομένη, επί την τιμή μονάδος της προσφοράς της για κάθε μία από τις τέσσερις συμφωνηθείσες κατηγορίες (άρθρο 4.2.4.

της Συγγραφής Υποχρεώσεων), οι οποίες, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, δεν διαφοροποιούνται ούτε αυξάνονται, όπως αυτή υποστηρίζει. Η διαφορά των διαδίκων δεν έγκειται σε διαφορετικό τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας, όπως εσφαλμένως αυτή υπολαμβάνει, αλλά στην ποσότητα των μονάδων φυσικού αντικειμένου για τις οποίες οφείλεται αμοιβή (από τις οποίες εξαιρούνται οι περιπτώσεις των αιτούμενων ως άνω κονδυλίων υπό στοιχεία β και γ) και στην ποσότητα των περιπτώσεων για τις οποίες είχαν συμφωνηθεί με τη σύμβαση (τμήμα της οποίας είναι ο Κανονισμός) μειώσεις και εξαιρέσεις (κονδύλιο υπό στοιχείο α').

Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό υπερισχύει του Κανονισμού σε περίπτωση ασυμφωνίας, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον εν προκειμένω δεν υφίσταται ασυμφωνία αλλά αλληλοσυμπλήρωση, δεδομένου ότι και τα δύο αυτά στοιχεία είναι τμήματα της αυτής σύμβασης, έχουν δεσμευτική ισχύ και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο μαζί με τα υπόλοιπα συμβατικά τεύχη και στοιχεία".

Με τις παραπάνω σκέψεις το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προσφυγή-αγωγή, κατά το τμήμα αυτής που είχε κριθεί παραδεκτή και νόμιμη.

Με τους λόγους αναιρέσεως προβάλλονται οι ακόλουθες αναιρετικές αιτιάσεις, όλες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο με τις προεκτεθείσες στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχές παραβίασε τις κατωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα διατείνεται η αναιρεσείουσα: 1) Ότι το Εφετείο "παραβίασε, κατά το μέρος που εφάρμοσε, τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 4, 5 και 6 του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών (υπ' αριθ. 34817/28-8-2007 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

με τίτλο 'Έγκριση Προεκτιμώμενων Αμοιβών της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου"), καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, δεδομένου ότι η εφαρμογή τους περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις πριν από την κατάρτιση της διακήρυξης κατά τον υπολογισμό της προεκτιμώμενης αμοιβής, καθώς και στον καθορισμό της αμοιβής του αναδόχου σε συμπληρωματικές μελέτες και υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, όχι όμως και στην εκτέλεση της καταρτισθείσας επίδικης σύμβασης για όσα περιλαμβάνονται σ' αυτήν".

Όμως, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, περί του ότι δεν εφαρμόζονται οι μειώσεις του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτές δεν προβλέπονταν στα τεύχη Δημοπράτησης και στη σύμβαση και ότι, επομένως, συνολική αμοιβή της αποτελεί το γινόμενο των μονάδων φυσικού αντικειμένου (των δικαιωμάτων), που περιλαμβάνονται στους τελικούς αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες, επί την αντίστοιχη τιμή μονάδος της οικονομικής προσφοράς της, όπως προβλέπεται στη σύμβαση και στα συμβατικά τεύχη, εν τούτοις, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δικαιολογούσαν την εφαρμογή των άνω διατάξεων για την διόρθωση, κατά τα ανωτέρω, του υποβληθέντος απ' αυτήν προς έγκριση 7ου λογαριασμού, αφού οι διατάξεις αυτές είχαν εφαρμογή και για την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και για όσα είχαν συμφωνηθεί με την τελευταία και δεν περιοριζόταν μόνο στα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν πράγματι την εφαρμογή των άνω διατάξεων οι παραδοχές του Εφετείου ότι "ο προαναφερόμενος Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών αναφέρεται ρητά ως τμήμα της σύμβασης και η τελευταία διέπεται υποχρεωτικά από την εγκριτική (του Κανονισμού) Υπουργική Απόφαση, επομένως αυτός εφαρμόζεται κατά την εκτέλεσή της και όχι μόνο στο στάδιο του υπολογισμού των προεκτιμώμενων αμοιβών, αφού, όπως προαναφέρεται, κατά το άρθρο 1.2 του επίδικου συμφωνητικού, η σύμβαση αποτελείται από τα αναφερόμενα εκεί επτά τεύχη και στοιχεία, μεταξύ των οποίων ο "Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών της Κτηματολόγιο Α.Ε.

των μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου" (ΦΕΚ 1786/Β/06-09-2007), τα οποία τεύχη ορίζονται ως συμβατικά και έχουν δεσμευτική ισχύ, αποτελούν δε ενιαίο σύνολο, ενώ στις διατάξεις από τις οποίες διέπεται η σύμβαση μνημονεύεται ρητά αυτή της 34817/28-08-2007 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία εγκρίθηκε ο ανωτέρω Κανονισμός.".

Επομένως, ο πρώτος, από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 2) Ότι με τις παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, "αφενός μεν παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή, εν πάση περιπτώσει, ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η διάταξη του άρθρου 23 §§ 1 και 2 του ν. 3316/2005, και αφετέρου κατά το μέρος που διαγνώσθηκε, χωρίς να υφίσταται, ερμηνευτικό κενό στη σύμβαση, το οποίο χρειαζόταν δήθεν συμπλήρωση από τις ρυθμίσεις του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών".

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί εφαρμογής παράνομων και αντισυμβατικών μειώσεων της αμοιβής της και εξαιρέσεων από αυτήν...είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες μειώσεις και εξαιρέσεις προβλέπονται ρητώς από τον Κανονισμό, ο οποίος αποτελεί στοιχείο της σύμβασης και τμήμα της νομοθεσίας που την διέπει, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω, η δε εφαρμογή του δεν ήταν πρακτικά εφικτή σε προηγούμενο στάδιο κατά τα προαναφερόμενα....Η διαφορά των διαδίκων δεν έγκειται σε διαφορετικό τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας, όπως εσφαλμένως αυτή υπολαμβάνει, αλλά στην ποσότητα των μονάδων φυσικού αντικειμένου για τις οποίες οφείλεται αμοιβή (από τις οποίες εξαιρούνται οι περιπτώσεις των αιτούμενων ως άνω κονδυλίων υπό στοιχεία β' και γ') και στην ποσότητα των περιπτώσεων για τις οποίες είχαν συμφωνηθεί με τη σύμβαση (τμήμα της οποίας είναι ο Κανονισμός) μειώσεις και εξαιρέσεις (κονδύλιο υπό στοιχείο α').

Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό υπερισχύει του Κανονισμού σε περίπτωση ασυμφωνίας, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον εν προκειμένω δεν υφίσταται ασυμφωνία αλλά αλληλοσυμπλήρωση, δεδομένου ότι και τα δύο αυτά στοιχεία είναι τμήματα της αυτής σύμβασης, έχουν δεσμευτική ισχύ και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο μαζί με τα υπόλοιπα συμβατικά τεύχη και στοιχεία." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 23 §§ 1 και 2 του ν. 3316/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων επίδικη σύμβαση αποτελεί ενιαίο σύνολο μαζί με όλα τα συμβατικά τεύχη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ως συμβατικό τεύχος και ο Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών, σύμφωνα με τον οποίο αυτός εφαρμόζεται και κατά την εκτέλεση της σύμβασης, για τον καθορισμό της συμβατικής αμοιβής, κάτι άλλωστε που θα ήταν ανέφικτο χωρίς την εφαρμογή του, η οποία προβλέπει τον καθορισμό της κατά το δεύτερο στάδιο του έργου μετά από την επιμέτρηση του φυσικού αντικειμένου, ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε, καθόσον δεν δέχεται ότι υπάρχει οποιοδήποτε κενό στην σύμβαση, προς συμπλήρωση του οποίου να απαιτείται ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, αλλά ότι με βάση τον Κανονισμό, ο οποίος αποτελεί συμβατικό τεύχος, δηλαδή ισοδύναμο τμήμα όλων των όρων της σύμβασης, και των εκτιθέμενων σ' αυτόν αναφερόμενων άρθρων, προβαίνει στον καθορισμό της αμοιβής της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα στη διόρθωση του υποβληθέντος απ' αυτήν προς έγκριση 7ου λογαριασμού, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις, συνιστούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). 3) Ότι το Εφετείο, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 30 § 1 του ν. 3316/2005, κατά το μέρος που δεν εφάρμοσε αυτή, αν και ήταν εφαρμοστέα, ή -εν πάση περιπτώσει- με την εφαρμογή αυτής με εσφαλμένη ερμηνεία, δέχθηκε ότι "ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί εφαρμογής αντισυμβατικών μειώσεων της αμοιβής της και εξαιρέσεων από αυτήν (ως άνω περιπτώσεις α, β και γ) είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες μειώσεις και εξαιρέσεις προβλέπονται ρητώς από τον Κανονισμό, ο οποίος αποτελεί στοιχείο της σύμβασης και τμήμα της νομοθεσίας που την διέπει, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω, η δε εφαρμογή του δεν ήταν πρακτικά εφικτή σε προηγούμενο στάδιο κατά τα προαναφερόμενα".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 30 § 1 του ν. 3316/2005, κατά την οποία "η συμβατική αμοιβή του αναδόχου δεν αναθεωρείται κατά τη διάρκεια της αρχικής συνολικής συμβατικής προθεσμίας....", είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δηλαδή δεν αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης ο Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών και κατά την εκτέλεση αυτής, όπως όμως αντίθετα συνέβαινε, κατά τα προεκτεθέντα, στον οποίο Κανονισμό για τον καθορισμό της αμοιβής της αναδόχου προβλέπονται οι προαναφερόμενες μειώσεις και εξαιρέσεις για τις συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων, που αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση. 4) Ότι το Εφετείο "παραβίασε ευθέως τις αρχές της καλής πίστης και το άρθρο 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία της επίδικης σύμβασης, και κατά το μέρος που θεωρήθηκε ότι η απλή μνεία του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών, ως τελευταίου σε ιεραρχική ισχύ συμβατικού τεύχους μπορεί να οδηγήσει στην ολοσχερή ερμηνευτική ανατροπή των οικονομικών όρων της σύμβασης".

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά τα προεκτεθέντα ότι "η εφαρμογή των ως άνω μειώσεων και εξαιρέσεων δεν ήταν δυνατόν να γίνει στο στάδιο του υπολογισμού των προεκτιμώμενων αμοιβών, γιατί ο ακριβής αριθμός των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου θα προέκυπτε αναγκαίως μετά την υποβολή της τελικής αναμορφωμένης κτηματολογικής βάσης των πρώτων εγγραφών και την υποβολή των τελικών αναμορφωμένων πινάκων και διαγραμμάτων, στα οποία θα οριστικοποιούνταν, κατ' είδος και ποσότητα, οι μονάδες φυσικού αντικειμένου.

Για το λόγο αυτό, οι ανωτέρω μειώσεις και εξαιρέσεις που προβλέπονταν από τον Κανονισμό δεν ενσωματώθηκαν στις προεκτιμώμενες αμοιβές, όπως σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι οι τελευταίες αντιστοιχούν στα ανωτέρω ως άνω ποσά του Κανονισμού (μετά την αφαίρεση του ποσού 6,08 ευρώ της παρ. 7 του άρθρου 2 αυτού)".

Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν διαπιστώνει, ούτε και εμμέσως, οποιοδήποτε κενό ή αμφίβολο σημείο στην επίδικη σύμβαση (προς συμπλήρωση του οποίου θα ήταν αναγκαία η προσφυγή στις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ), αλλά, αφού προηγουμένως δέχεται ότι από την επίδικη σύμβαση προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων συμβατικών τευχών και όλων των όρων που αναφέρονται σ' αυτήν ίσχυε ως συμβατικό τεύχος και ο Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών, οι όροι του οποίου ίσχυαν ισότιμα ως προς όλους τους άλλους, οι οποίοι αλληλοσυμπληρώνονταν και ότι η προσφεύγουσα συμφώνησε να εκτελέσει τη σύμβαση, αφού μελέτησε και αποδέχθηκε όλα τα συμβατικά τεύχη που συνόδευαν αυτήν, τους όρους της οποίας αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, συνακόλουθα δε και αυτούς του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών, δέχεται ακολούθως ότι "η εφαρμογή, των μειώσεων και εξαιρέσεων του Κανονισμού (που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη) δεν ήταν δυνατό να γίνει στο στάδιο του υπολογισμού των προεκτιμώμενων αμοιβών, γιατί ο ακριβής αριθμός των εκτελεσθεισών μονάδων φυσικού αντικειμένου, θα προέκυπτε αναγκαία μετά την υποβολή της τελικής αναμορφωμένης κτηματολογικής βάσης των πρώτων εγγραφών και την υποβολή των τελικών αναμορφωμένων κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων, στα οποία θα οριστικοποιούνταν κατ' είδος και ποσότητα οι μονάδες φυσικού αντικειμένου, λόγος για τον οποίο επίσης, οι ανωτέρω μειώσεις και εξαιρέσεις που προβλέπονταν από τον Κανονισμό δεν ενσωματώθηκαν στις προεκτιμώμενες αμοιβές, όπως σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι οι τελευταίες αντιστοιχούν στα ανωτέρω ως άνω ποσά του Κανονισμού (μετά την αφαίρεση του ποσού 6,08 ευρώ της παρ. 7 του άρθρου 2 αυτού)".

Επομένως, και ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης, από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος. 5) Ότι το Εφετείο "παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος που εφήρμοσε την διάταξη της παραγράφου 4 περ. γ' του άρθρου 2 του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών, κατά τον υπολογισμό της συμβατικής αμοιβής στα δικαιώματα "αγνώστου" δικαιούχου, χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής".

Όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι "ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας, κατά τον οποίο, στα εγγραπτέα δικαιώματα, για τα οποία πρέπει να αμειφθεί με την τιμή της οικονομικής προσφοράς της, πρέπει να περιληφθούν και τα δικαιώματα "αγνώστου" δικαιούχου, καθώς δεν υφίσταται εξαίρεση ως προς αυτά σε κανένα όρο των συμβατικών τευχών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος", διότι, "σύμφωνα με τον Κανονισμό Προεκτιμώμενων Αμοιβών της καθής, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, γίνεται καθορισμός τιμών ανά δικαίωμα γνωστού δικαιούχου (άρθρο 2 παρ. 3), η καταχώρηση αγνώστου δεν αποτελεί εγγραπτέο δικαίωμα και, επομένως, δεν συνιστά μονάδα φυσικού αντικειμένου και δεν καταβάλλεται γι' αυτήν αμοιβή, ενώ, ειδική πρόβλεψη υπάρχει κατ' εξαίρεση για καταβολή αμοιβής (μειωμένης κατά ποσοστό 30%) για την εγγραφή αγνώστου δικαιούχου ανά γεωτεμάχιο, για το οποίο δεν έχει υποβληθεί δήλωση, αλλά έχει συμπεριληφθεί στην τελική κτηματολογική βάση και για αριθμό επιπλέον του αριθμού των γεωτεμαχίων, για τα οποία υποβλήθηκε δήλωση, αλλά δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός τους (άρθρο 2 παρ. 4 Γ Κανονισμού), ενώ για τις λοιπές περιπτώσεις αγνώστου δεν προβλέπεται αμοιβή", ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών παραδοχών του, αναφορικά με την αμοιβή της προσφεύγουσας μετά την επιμέτρηση των δικαιωμάτων αυτής, προκειμένου για άγνωστους ιδιοκτήτες, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα διάταξη, καθόσον για να καταλήξει στο προαναφερόμενο ως προς αυτό πόρισμά του, εφάρμοσε τα όσα ανωτέρω ορίζονται στη διάταξη αυτή.

Επομένως, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος. 6) Ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος που εφάρμοσε τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Κανονισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών, κατά τον υπολογισμό της συμβατικής αμοιβής στα δικαιώματα που αφορούν δουλείες ανά συνεστημένη διηρημένη ιδιοκτησία, χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.

Όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας, κατά τον οποίο η αμοιβή οφείλεται και για τις περιπτώσεις εγγραφής δουλείας όχι μόνο ανά δουλεύον γεωτεμάχιο και δικαιούχο, αλλά και ανά συνεστημένη διηρημένη ιδιοκτησία επί του δουλεύοντος γεωτεμαχίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαίωμα της δουλείας είναι αδιαίρετο και αφορά το δουλεύον γεωτεμάχιο και όχι τις συνεστημένες επ' αυτού διηρημένες ιδιοκτησίες, επί των οποίων γίνεται μεν για τεχνικούς λόγους καταχώρησή του, χωρίς, όμως, η καταχώρηση αυτή να συνιστά εγγραπτέο δικαίωμα, για το οποίο πρέπει να αμειφθεί με την τιμή της οικονομικής προσφοράς της, εν όψει των προαναφερόμενων πραγματικών παραδοχών του, αναφορικά με την αμοιβή της προσφεύγουσας μετά την επιμέτρηση των δικαιωμάτων αυτής, προκειμένου για αμοιβή της προσφεύγουσας του 2ου σταδίου που αφορά σε δουλείες ανά συνεστημένη διηρημένη ιδιοκτησία, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα διάταξη, καθόσον για να καταλήξει στο προαναφερόμενο ως προς αυτό πόρισμά του, εφάρμοσε τα όσα ανωτέρω ορίζονται στη διάταξη αυτή, η οποία ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα.

Επομένως, και αυτός ο αναιρετικός λόγος, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά το νόμιμο αίτημα αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2015 αίτηση της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 691/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ