Appeal dismissed because appellate court properly considered evidence explicitly cited in its own proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding inheritance distribution. The appellant argued the lower court improperly considered documents without formal citation, but the appellate court found the appellant had explicitly referenced these specific documents in its own written submissions. Consequently, the court ruled that the evidence was legally admissible and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 11 para. b of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the ground that the court considered evidence not formally cited is inadmissible if the appellant explicitly referenced those documents in its own submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 95 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1884, 1895, 1897, 1899 και 1900 του ΑΚ, όπως το άρθρο 1895 ΑΚ ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983 και έχει εφαρμογή κατ' άρθρο 88 του εν λόγω νόμου εν προκειμένω ενόψει του χρόνου πραγματοποιήσεως της συνεισεκτέας παροχής, σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση συγκληρονόμου για συνεισφορά, η οποία συνεπάγεται, αν ασκηθεί η αντίστοιχη αξίωση, τον περιορισμό ή και μηδενισμό του μεριδίου του στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, μπορεί να αντιταχθεί εναντίον του όχι μόνο με ένσταση στη δίκη της διανομής των κληρονομιαίων, αλλά και στην περί κλήρου αγωγή.
Επίσης, μπορεί να γίνει επίκληση της υποχρέωσης συνεισφοράς και με αναγνωριστική αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση των μεριδίων των συγκληρονόμων στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, όρος αναγκαίος για την επίτευξη της διανομής της κληρονομιάς σύμφωνα με τα άρθρα 1884, 1887 και 1888 παρ. 1 του ΑΚ, ανεξάρτητα του εάν η αναγνώριση γίνεται για τη διανομή των κληρονομιαίων ειδικώς ή ανακύπτει πριν από τη διανομή ως επιβαλλόμενη, χωρίς ειδικό συσχετισμό μαζί της (ΑΠ 1081/1990).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1830, 1831, 1833, 1834, 1835, 1896 και 1899 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για την εξεύρεση της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, όταν επιβάλλεται να λειτουργήσει η διαδικασία της συνεισφοράς και του καταλογισμού, πρώτα αποτιμάται η αξία της πραγματικής ομάδας, δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά τον θάνατό του, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο τούτο.
Στη συνέχεια αφαιρείται η μερίδα του τυχόν επιζώντος συζύγου (1/4). Κατόπιν προστίθενται με την αξία του χρόνου κατά τον οποίο έγιναν οι συνεισενεκτέες παροχές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύσταση προικός κατ' άρθρο 1895 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 1329/1983, και έτσι δημιουργείται η πλασματική ομάδα της κληρονομιάς.
Το άθροισμα το οποίο προκύπτει από την παραπάνω πρόσθεση διαιρείται με τον αριθμό των κατιόντων κληρονόμων. Στη συνέχεια από το πηλίκο που θα προκύψει από τη διαίρεση αυτή αφαιρείται η αξία της συνεισεκτέας παροχής, την οποία είχε λάβει ο υπόχρεος σε συνεισφορά κατιών, το υπόλοιπο δε, το οποίο θα προκύψει από την αφαίρεση αυτή, αποτελεί τη μερίδα του υπόχρεου σε συνεισφορά.
Το δικαίωμα του υπόχρεου επί της μερίδας αυτής καθορίζεται αρχικά κατ' ανάγκη σε ποσό χρημάτων και υπολογίζεται μεν επί της, κατά τα ανωτέρω, πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονόμων, κατά ποσοστό ειδικότερα το οποίο εκφράζει της σχέση της αξίας της μερίδας σε δραχμές προς την αξία των αντικειμένων της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς (ΑΠ 638/2003).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 156 Α.Κ., η παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος (ρητή ή σιωπηρά) μπορεί να συναχθεί και από δηλώσεις ή πράξεις που γίνονται κυρίως για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, εκείνη της παραίτησης (ΑΠ 232/2005).
Ειδικότερα δε η παραίτηση του κατιόντος συγκληρονόμου από το δικαίωμα της συνεισφοράς δεν αποτελεί αποποίηση της κληρονομίας υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ ή εκποίηση αυτής ή απαλλοτριωτική δικαιοπραξία των άρθρων 369, 1033, 1121 και 1143 ΑΚ, αλλά αποτελεί παραίτηση από το δικαίωμά του για επίκληση της σχετικής αξίωσης για συνεισφορά, δηλαδή νομικό γεγονός που συνεπάγεται απλώς απώλεια του δικαιώματος αυτού.
Μπορεί δε να γίνει η παραίτηση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, και με άτυπη και μη απευθυντέα σε άλλο δήλωση βουλήσεως, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, συναγόμενη συμπερασματικώς από πράξεις που δείχνουν βούληση παραιτήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβιβάσεως των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (πρβλ ΑΠ 694/1973, ΑΠ 1135/2002, ΑΠ 975/2002,).
Άλλωστε, με βάση τον ενδοτικό χαρακτήρα των διατάξεων για τη συνεισφορά, και οι ίδιοι οι συγκληρονόμοι κατιόντες μπορούν με κοινή μεταξύ τους συμφωνία να κανονίσουν τρόπο συνεισφοράς διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στο νόμο και γενικότερα να τροποποιήσουν τις διατάξεις για τη συνεισφορά. Μάλιστα, και ο υπόχρεος συνεισφοράς μπορεί να παραιτηθεί από τη συμμετοχή του στο ενεργητικό της κληρονομίας με δήλωσή του ότι δεν επιθυμεί να μετάσχει στη διανομή και ότι αρκείται μόνο στην παροχή που έλαβε (ΟλΑΠ 156/1962, ΑΠ 1128/1997).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή του ενάγοντος με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί: α) ότι η δοθείσα προς την εναγόμενη αδελφή του από τον κληρονομούμενο πατέρα τους εν ζωή παροχή (προίκα) είναι συνεισενεκτέα, β) ότι η εναγομένη υποχρεούται να συνεισφέρει στη κληρονομία περιουσία και να ανεχτεί προς υπολογισμό της νόμιμης μοίρας της τη συνεισενεκτέα αυτή παροχή, γ) ότι συνεπεία της προς συνεισφορά υποχρεώσεώς της η εναγομένη δεν δικαιούται να λάβει τίποτα από την πατρική κληρονομία και δ) ότι αυτός δικαιούται να λάβει την πατρική κληρονομία κατά ποσοστό 14/16 εξ αδιαιρέτου, καθώς και την καταλυτική ένσταση της εναγομένης ότι ο ενάγων αδελφός της έχει παραιτηθεί του δικαιώματος διεκδίκησης της συνεισφοράς της προίκας που έλαβε αυτή από τον πατέρα τους, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το .../6-2-1931 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αγαμέμνονα Αποστολόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας των διαδίκων ΑΑ απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω αγοράς παρά του αληθούς κυρίου ..., μία παλαιά διατηρητέα κεραμοσκεπή τριόροφη οικοδομή, ανεγερθείσα επί οικοπέδου ολικού εμβαδού 107,60 τμ, ευρισκομένη εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως ...
στο Ο.Τ 108 και επί των δημοτικών οδών ... αριθμός 20 και ... Η εν λόγω οικοδομή αποτελείται από: α) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 99,27 τμ, β) ημιόροφο εμβαδού 22,09 τμ, που χρησιμοποιείται ως αποθήκη, γ) πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο εμβαδού 107,68 τμ και δ) δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο 94,51 τμ. Ο εν λόγω πατέρας των διαδίκων με το .../30-9-1959 προικοσύμφωνο του τότε συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Μηναίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε προίκα προς τον μέλλοντα γαμβρό του ΒΒ υπέρ της μελλονύμφου εναγομένης θυγατέρας του, συνισταμένη στο μισό εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου του ως άνω περιγραφέντος ακινήτου και δη μετεβίβασε την επικαρπία και την διοίκησή του προς τον εν λόγω προικολήπτη, την δε ψιλή κυριότητά του στην υπερής η προίκα εναγομένη θυγατέρα του.
Φαίνεται όμως ότι ο προικοδότης είχε χρέη προς την Κτηματική Τράπεζα από δάνειο που είχε λάβει. Γι' αυτό στο εν λόγω συμβόλαιο τέθηκε ο ακόλουθος όρος : " συνομολογείται δε ότι τα ενοίκια του μαγαζείου και του τρίτου ορόφου θα διατίθενται προς εξόφληση του δανείου της Κτηματικής Τραπέζης μέχρις αποπληρωμής".
Ο όρος αυτός, ήταν αντίθετος προς τις διατάξεις του ΑΚ, που καθόριζαν την έννοια του τότε ισχύοντος θεσμού της προίκας και καθόριζαν τα δικαιώματα του προικολήπτου και επομένως ανίσχυρος. Ειδικότερα, εφόσον ο συστήσας την προίκα και ο προικολήπτης μέλλων γαμβρός του δια του εν λόγω προικοσυμφώνου είχαν συμφωνήσει για το αντικείμενο και την αιτία της προίκας, δεν ήταν ελεύθεροι δια του τεθέντος ως άνω όρου να μετατρέψουν τον προορισμό ή τον σκοπό της προίκας, ούτε την από το νόμο ρυθμιζομένη διαχείριση και τύχη της προίκας.
Παρόλα αυτά η υπέρ ής η προίκα εναγομένη φέρεται ότι τήρησε τον όρο αυτό, καθόσον κατά το χρονικό διάστημα από 19-9-1960 έως 30-9-1966 κατέβαλε συνολικά στην Κτηματική Τράπεζα προς αποπληρωμή του ληφθέντος από τον προικοδότη δανείου το σημαντικό για την εν λόγω χρονική περίοδο χρηματικό ποσό των 24.917,15 δρχ. Στις 14-12-1967 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο προκοδότης πατέρας των διαδίκων.
Μοναδικούς εγγύτερους συγγενείς κατέλιπε την επιζώσα νόμιμη σύζυγό του ..., το γένος ... και τα εκ του μετ' αυτής γάμου αποκτηθέντα τέκνα του Χ και Ψ τότε σύζυγο και ήδη χήρα ΒΒ, δηλαδή τον ενάγοντα και την εναγομένη αντίστοιχα. Ο εν λόγω αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του είχε μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το ιδανικό μερίδιο του 1/2 ή των 8/16 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφέντος ακινήτου, που κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε δοθεί ως προίκα υπέρ της εναγομένης θυγατέρας του.
Η αξία του εν λόγω ιδανικού μεριδίου, που όπως εκτέθηκε αποτελούσε το μοναδικό στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγομένη, ανερχόταν κατά τον χρόνο του θανάτου του σε 100.000 δρχ. Η εναγομένη σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις είχε υποχρέωση συνεισφοράς της εν λόγω συνεισενεκτέας παροχής (προίκας) στην κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της.
Επομένως, η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, που ισούται με το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, ανέρχεται σε 43.750 δρχ, σύμφωνα με τους ακόλουθους υπολογισμούς : Αξία της πραγματικής κληρονομιάς κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου = 100.000 δρχ. Μείον 12.500 δρχ, που αντιστοιχεί στο εξ αδιαθέτου μερίδιο της επιζώσας συζύγου - 87.500 δρχ + 100.000 η αξία της προς την εναγομένη συνεισενεκτέας και καταλογιστέας παροχής = 175.000 δρχ η αξία της πλασματικής κληρονομιάς κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
Διά 2 που είναι οι κατιόντες διάδικοι = 87.500 δρχ διά 2 = 43.750 δρχ η αξία της νόμιμης μοίρας. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του μερίδιο ανέρχεται σε 18.750 δρχ (100.000 : 3/16), προκύπτει ότι ο ενάγων πράγματι προσβάλλεται στη νόμιμη μοίρα του. Παρά το γεγονός αυτό, οι εν λόγω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος, δηλαδή τα τέκνα και νυν διάδικοι και η επιζώσα σύζυγος του, στις 26-2-1973 προσήλθαν στον Οικονομικό Έφορο ..., προκειμένου να καταβάλουν τον αναλογούντα σε καθένα από αυτούς φόρο κληρονομίας, σύμφωνα με προϋποβληθείσα σχετική αίτησή τους.
Όπως προκύπτει από το 28/1973 έγγραφο του εν λόγω Οικονομικού Εφόρου, οι εν λόγω κληρονόμοι φέρονται να αποδέχονται την υποχρέωση καταβολής φόρου για την επαχθείσα και αποδεχθείσα κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους ΑΑ, που αποτελείτο από το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και αντιστοιχούσε στα ακόλουθα εξ αδιαιρέτου κληρονομικά μερίδια :
Η επιζώσα σύζυγος στα 2/8 του 1/2 ή 2/16 εξ αδιαιρέτου και καθένα από τα τέκνα του, δηλαδή τους διαδίκους 3/8 του 1/2 ή 3/16 . Η ενέργεια αυτή του ενάγοντος, που έλαβε χώρα χωρίς κάποια επιφύλαξη, εκδηλώνει σαφέστατα, αφενός μεν την πεποίθησή του ότι η απαίτηση του στην πατρική κληρονομιά περιορίζεται στο ποσοστό αυτό (3/16), αφετέρου δε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από οποιαδήποτε αξίωση για συνεισφορά της προικώας προς την εναγομένη αδελφή του παροχής του κληρονομουμένου πατέρα τους, λόγω προσβολής της νομίμου μοίρας του.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία : Αμέσως μετά τον γάμο της η εναγομένη εγκαταστάθηκε στην προικώα οικία, από την οποία αναχώρησε ο ενάγων, εγκατασταθείς έκτοτε στην περιοχή των ... Μετά δε τον επισυμβάντα στις 14-12-1967 θάνατο του προικοδότη πατέρα της, η εναγομένη συμβιούσε στην προικώα οικία με την μητέρα της την οποία φρόντιζε μέχρι του θανάτου της στις 30-6-2003.
Η εναγομένη που ενοικίαζε και εισέπραττε τα μισθώματα των ισογείων καταστημάτων του προικώου ακινήτου απέστειλε κατά καιρούς στον εναγόμενο αδελφό της διάφορα ποσά που αντιστοιχούσαν στο ως άνω εξ αδιαιρέτου κληρονομικό του μερίδιο. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εναγομένη είχε μεν υποβάλλει στις 21-3-1997 στην Δ.Ο.Υ ...
δήλωση στοιχείων του εντύπου Ε-9, στην οποία αναφέρει ότι στο επίδικο ακίνητο έχει κυριότητα σε ποσοστό 60% αντί του αληθούς ποσοστού 68,75 % ή 11/16, ωστόσο στην όμοια δήλωση που αφορά το οικονομικό έτος 2001 αναφέρει πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 68,75 % και ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 12,5 % . Και τούτο γιατί, η μητέρα των διαδίκων ..., αφού αποδέχθηκε με την .../31-1-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αικατερίνης Τσόλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, την κατά ποσοστό 1/8 ή 2/16 εξ αδιαιρέτου επαχθείσα κληρονομιά του συζύγου της και πατέρα των διαδίκων, ακολούθως με το .../31-1-2000 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε, μεταβίβασε στην εναγομένη θυγατέρα της λόγω γονικής παροχής το εν λόγω κληρονομικό της μερίδιο κατά ψιλή κυριότητα.
Με την .../24-3-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αικατερίνης Τσόλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγομένη αποδέχθηκε και "επισήμως" την κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επαχθείσα κληρονομιά του πατέρα της. Έτσι το ιδανικό της μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου διαμορφώθηκε σε 13/16 (8/16 λόγω προίκας + 3/16 λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής + 2/16 λόγω γονικής παροχής του εξ αδιαθέτου κληρονομικού μεριδίου της μητέρας των διαδίκων).
Ο ενάγων 34 περίπου έτη μετά τον θάνατο του πατέρα του, προσήλθε στον συμβολαιογράφο Ναυπλίου Γεώργιο Τόμπρα και με την .../3-5-2001 πράξη του, που μεταγράφηκε νόμιμα αποδέχθηκε και πάλι την κληρονομιά του πατέρα του. Αυτή τη φορά όμως δήλωσε ότι το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό του μερίδιο ανέρχεται σε ποσοστό 6/16, ισχυριζόμενος ότι δεν κληρονομεί η συγκληρονόμος - εναγομένη αδελφή του, επειδή η από αυτή ληφθείσα από τον κληρονομηθέντα πατέρα τους παροχή (προίκα) ανερχομένη σε 8/16 επί του κληρονομιαίου ακινήτου, που είναι συνεισενεκτέα, είναι μεγαλύτερη της εξ αδιαθέτου μερίδας της.
Καταλήγει δε το Εφετείο ότι η όψιμη αυτή μεταστροφή του ενάγοντος είναι χωρίς νόμιμη επιρροή, καθόσον από 30ετίας και πλέον με την προμνησθείσα συμπεριφορά του (καταβολή, σε σύμπραξη με τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, φόρου κληρονομιάς το έτος 1973 μόνο για κληρονομικό μερίδιο 3/16 εξ αδιαιρέτου), είχε ρητώς παραιτηθεί από το δικαίωμα του να διεκδικήσει τη νόμιμη μοίρα του και να αξιώσει την συνεισφορά και τον καταλογισμό της συνεισενεκτέας προς την εναγομένη παροχής, στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε μεν ότι η προίκα που έλαβε η εναγομένη είναι συνεισενεκτέα, περαιτέρω όμως έκρινε ότι ο ενάγων είχε ρητώς παραιτηθεί από το δικαίωμά του να διεκδικήσει τη νόμιμη μοίρα του και να αξιώσει τη συνεισφορά και τον καταλογισμό της συνεισενεκτέας προς την εναγομένη παροχής στην κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα τους και κατόπιν τούτου δέχτηκε τη σχετική καταλυτική ένσταση της εναγομένης, απέρριψε την ένδικη αγωγή, επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και απέρριψε την έφεση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1831, 1832, 1833, 1834, 1895 και 1899 ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 156 ΑΚ που επικαλείται ο αναιρεσείων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η εναγομένη ναι μεν είχε υποχρέωση συνεισφοράς της αναφερομένης συνεισενεκτέας παροχής (προίκας) στην κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα των διαδίκων, όμως ο ενάγων με τις αναφερόμενες συγκεκριμένες ενέργειές του επί 34 χρόνια εκδήλωσε σαφέστατα αφενός μεν την πεποίθησή του ότι η απαίτησή του στην πατρική περιουσία περιορίζεται στο ποσοστό των 3/16 επί του κληρονομιαίου ακινήτου, αφετέρου δε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από οποιαδήποτε αξίωση για συνεισφορά της προικώας προς την εναγομένη αδελφή του παροχής του κληρονομουμένου πατέρα τους.
Επομένως, ο δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, και ο πρώτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι, ενώ αυτός με την αγωγή του ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η πιο πάνω προίκα που έλαβε η αναιρεσίβλητη αδελφή του είναι συνεισενεκτέα και η υποχρέωσή της στη συνεισφορά, για να βρεθεί το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, η προσβαλλομένη αναφέρει για την ύπαρξη και υπολογισμό νόμιμης μοίρας, ενώ πρόκειται για εξ αδιαθέτου μερίδα, είναι απορριπτέος, διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού κατά τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ακριβώς ότι η επίμαχη προίκα είναι συνεισενεκτέα και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης για συνεισφορά, απέρριψε όμως την αγωγή, επειδή δέχτηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων εκδήλωσε σαφέστατα αφενός μεν την πεποίθησή του ότι η απαίτησή του στην πατρική περιουσία περιορίζεται στο ποσοστό των 3/16 επί του κληρονομιαίου ακινήτου, αφετέρου δε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από οποιαδήποτε αξίωση για συνεισφορά της προικώας προς την εναγομένη αδελφή του παροχής του κληρονομουμένου πατέρα τους.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. (ΟλΑΠ 23/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία είχε μεν προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, αλλά δεν είχε προβεί σε νόμιμη επίκληση αυτών, διότι στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της περιορίστηκε στην απλή και μόνο ενσωμάτωση σε φωτοτυπικό αντίγραφο των προτάσεών της, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς περαιτέρω ειδική επίκληση των προσκομιζομένων από αυτήν εγγράφων και δη α) οκτώ (8) αποδείξεων πληρωμής της ΕΤΕ για το χρονικό διάστημα 19-9-1960 έως 30-9-1966 συνολικού ποσού 24.917,15 δραχμών προς αποπληρωμή του ληφθέντος από τον πατέρα των διαδίκων δανείου, β) το 28/1973 έγγραφο του οικονομικού εφόρου ..., γ) το από 21-3-1997 αντίγραφο δήλωσης στοιχείων εντύπου Ε-9 της Δ.Ο.Υ. ..., δ) την .../31-1-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αικατερίνης Τσόλη, ε) το .../31-1-2000 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου και στ) την .../24-3-2000 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.
Από τις προσκομιζόμενες όμως με ημερομηνία 5-11-2007 προτάσεις της αναιρεσίβλητης της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η τελευταία προέβη σε σαφή και ορισμένη νόμιμη επίκληση των ανωτέρω εγγράφων ακριβώς με τις προτάσεις της συζήτησης αυτής και δεν έγινε απλή και μόνο ενσωμάτωση σε φωτοτυπικό αντίγραφο των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 40/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ