Legislator Case Law & Legislation
95/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding lower court's finding of valid contractual modification.

Case Number 95/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a defense equipment company against a final judgment terminating employment contracts with 80 employees. The company argued that the termination constituted an abusive exercise of rights and a unilateral modification of contract terms, while the employees claimed they were entitled to meal allowances and compensation. The court ruled that the lower court correctly assessed the evidence and rejected the company's claims, finding the termination lawful and the contract modification valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the Court of Appeal has properly evaluated the evidence and rejected claims regarding the abuse of rights or unilateral modification of employment contracts.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification abuse of rights employment contract termination meal allowance dispute unilateral termination labor law appeal contractual terms

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 14 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 95 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου των ανωνύμων εταιρειών α) "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (ΕΒΟ) Α.Ε" και β) "Ανώνυμος Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ΠΥΡΚΑΛ) Α.Ε, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Ιωάννης Καρούζος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και Δήμητρα Παπαιωάννου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, έως και 80) Ψ80, κατοίκου ......, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Πολυχρόνης Βασιλακόπουλος πλην των υπό στοιχεία: 9) Ψ9, 11) Ψ11, 17) Ψ17, 54) Ψ54 και 80) Ψ80 οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του προαναφερόμενου πληρεξουσίου. Δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι υπό στοιχεία: 4) Ψ4, 6) Ψ6, 8) Ψ8, 19) Ψ19, 20) Ψ20, 24) Ψ24, 27) Ψ27, 34) Ψ34, 35) Ψ35, 37) Ψ37, 38) Ψ38, 40) Ψ40, 46) Ψ46, 53) Ψ53, 56) Ψ56, 58) Ψ58, 60) Ψ60, 65) Ψ65, 69) Ψ69, 71) Ψ71, 75) Ψ75, 76) Ψ76 και 77) Ψ77.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03.12.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 984/2004 μη οριστική,1088/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4946/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 04.12.2006 αίτησή της καθώς και τους από 30.09.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 24.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κυρίου δικογράφου και εκείνων των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Η αυτοπροσώπως παραστάσα πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιώς κατόπιν παραγγελίας της δικηγόρου Δήμητρας Παπαϊωάννου, πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της από 4-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και κλήσεως προς εμφάνιση κατά την τελευταία δικάσιμο (11-11-2008) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τους αναιρεσιβλήτους 1) ......, 2) ......, 3) ......, 4) ......, 5) ......, 6) ......, 7) ......, 8) ......, 9) ......, 10) ......, 11) ......, 12) ......, 13) ......, 14) ......, 15) ......, 16) ......, 17) ......, 18) ......, 19) ......, 20) ......, 21) ......, 22) ...... και 23) ...... . Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν στην παραπάνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του οικείου πινακίου δια νομίμως διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου (άρθρα 94 παρ. 1, 96, 97 ΚΠολΔ), ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο για να διορίσουν πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες και οι απολιπόμενοι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι, εφόσον αυτοί έχουν κλητευθεί από την αναιρεσείουσα νομίμως και εμπροθέσμως.

2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Συμβάσεως 95 που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 141 παρ. 2 της Συνθ. ΕΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης εκτός από το μισθό που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση.

Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (Ε.Β.Ο.)", η οποία αποτελεί επιχείρηση υπαγόμενη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, συγχωνευθείσα ήδη από 28-12-2003, δυνάμει της υπ'αριθμ. ......

πράξης της συμβ/φου Αθηνών Αργυρώς Σεργάκη-Παπαδογιάννη (που καταχωρήθηκε νομότυπα στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών), με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟ (ΠΥΡΚΑΛ)" δια συστάσεως νέας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ" (αναιρεσείουσα) η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των ως άνω συγχωνευθεισών εταιρειών, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Οι προσλήψεις των αναιρεσιβλήτων έγιναν των 35ου και 40ου από αυτούς το έτος 1978, του 24ου το έτος 1979, των 31ου και 68ου το έτος 1980, των 15ου, 16ου, 18ου, 54ου, 56ου, 61ου και 63ου το έτος 1981, των 17ου, 20ου, 21ου, 26ου, 46ου, 55ου, 66ου το έτος 1982, των 23ου, 38ου, 39ου, 49ου, 58ου, 64ου, 7οου, 72ου, 75ου και 80ου το έτος 1983, των 43ου, 47ου, 48ου, 67ου το έτος 1984, των 1ου, 6ου, 8ου, 9ου, 10ου, 12ου, 19ου, 29ου, 41ου, 52ου, 59ου, 65ου, 78ου και 79ου το έτος 1985, των 2ου, 3ου, 11ου, 28ου, 34ου, 42ου, 74ου και 76ου το έτος 1986, των 4ου, 5ου, 7ου, 13ου, 25ου, 27ου, 30ου, 33ου, 37ου, 44ου, 45ου, 53ου, 60ου, 71ου και 77ου το έτος 1987, των 14ου, 22ου, 57ου, 69ου και 73ου το έτος 1988, του 51ου το έτος 1989 και των 32ου, 36ου και 50ου τον Σεπτέμβριο του έτους 1997.

Το έτος 1983 η αρχική ως άνω εργοδότριά τους αποφάσισε να χορηγήσει σε όλο το προσωπικό των κεντρικών της εγκαταστάσεων στην Αθήνα, που ευρίσκοντο επί της ...... αρ. ..., πλήρες γεύμα (αποτελούμενο από κύριο πιάτο, σαλάτα, τυρί και φρούτο εποχής ή γλυκό), που παρασκεύαζε η ίδια σε ειδικό χώρο των υπογείων του επί της ανωτέρω διεύθυνσης κτιρίου όπου στεγαζόταν και ήταν τότε η έδρα της, στον οποίο (χώρο) είχε διαμορφώσει σε οργανωμένο μαγειρείο.

Το γεύμα δε αυτό, το οποίο διέθετε στους εργαζομένους της σε άλλο χώρο διαμορφωμένο ως εστιατόριο, προσέφερε ως οικειοθελή εκ μέρους της παροχή προς τους εν λόγω εργαζόμενους και αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία τους, που οι τελευταίοι αποδέχθηκαν ν' αποτελεί μισθό καταβαλλόμενο σε είδος αντί χορήγησης άλλης μισθολογικής αύξησης, αναλαμβάνοντας η ίδια την πλήρη κάλυψη της σχετικής δαπάνης, χωρίς ουδεμία επιβάρυνση των εργαζομένων.

Η παροχή του γεύματος τούτου από την παραπάνω εργοδότρια στο προαναφερόμενο προσωπικό της γινόταν συνεχώς από το έτος 1983 μέχρι και το έτος 1991, οπότε αυτή (εργοδότρια), επικαλούμενη οικονομικές δυσχέρειες, έπαυσε προσωρινά, παρά τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων, να χορηγεί πλήρες γεύμα στους τελευταίους και αναπλήρωσε αυτό με πρόχειρη τροφή (σάντουιτς), διατηρώντας τη λειτουργία του χώρου εστιατορίου, όπου και προσφέρονταν τα είδη αυτά και με υπόσχεση για μελλοντική επαναφορά της παροχής πλήρους γεύματος.

Το έτος 1994, κατόπιν έντονων διαμαρτυριών και πιέσεων και από το συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζομένων (Σ.Ε.Ε.Β.Ο.Α.) για την επαναλειτουργία του μαγειρείου, η πιο πάνω εταιρεία αποφάσισε να χορηγεί πλήρες γεύμα, όχι όμως παρασκευαζόμενο στη δική της κουζίνα, αλλά προμηθευόμενο από την εταιρεία "Olympic Catering", παρά το γεγονός ότι το κόστος προμήθειας του γεύματος από την εν λόγω εταιρεία ήταν μεγαλύτερο του κόστους παρασκευής του γεύματος στο μαγειρείο της.

Έτσι προκειμένου η εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων να μειώσει το κόστος για την επίδικη παροχή γεύματος, τον Μάιο του έτους 2000, κατόπιν σχετικής εισήγησης ειδικής επιτροπής, που συστάθηκε προς τούτο, αποφάσισε την επαναλειτουργία του μαγειρείου και τη χορήγηση πλήρους γεύματος παρασκευαζόμενου σ' αυτό.

Έκτοτε σε εκτέλεση της υποχρέωσής της αυτής χορηγούσε πλήρες γεύμα στους εργαζομένους της, που παρασκευαζόταν στις εγκαταστάσεις της, μέχρι και τις 16-12-2001, καθόσον από τις 17-12-2001, οπότε πραγματοποιήθηκε η μετεγκατάσταση των κεντρικών της γραφείων από την προαναφερθείσα διεύθυνση στην οδό ...... αρ. ... στον ......, επικαλούμενη αρχικά έλλειψη δήθεν κατάλληλων χώρων, στη συνέχεια δε αμφισβητώντας την πιο πάνω υποχρέωση της προς παροχή πλήρους γεύματος στο προσωπικό της, έπαψε μονομερώς τη λειτουργία των εγκαταστάσεων μαγειρείου - εστιατορίου της και τη χορήγηση παντελώς γεύματος στους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και αναιρεσιβλήτους, συμπεριφορά η οποία εξακολουθούσε μέχρι και τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, παρά τις έντονες και επανειλημμένες διαμαρτυρίες των τελευταίων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχτηκε το Εφετείο, ότι εφόσον η χορήγηση από την αναιρεσείουσα πλήρους γεύματος στους αναιρεσίβλητους εργαζομένους της συνεχιζόταν με οποιονδήποτε τρόπο είτε με την παρασκευή του στους διαμορφωμένους χώρους των μαγειρείων της, είτε με την προμήθειά του από την εταιρία catering, για μακρό χρόνο διάστημα και δη:

επί δεκαοκτώ και πλέον έτη, με μικρή μόνο διακοπή κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1991 - 1994 κατά το οποίο όμως και πάλι χορηγείτο πρόχειρη τροφή (σάντουϊτς), είχε απολήξει σε σιωπηρά σύμβαση για τακτική καταβολή του με την έννοια του μισθού σε είδος, χωρίς να δύναται η παροχή του να διακοπεί ελεύθερα από την εργοδότρια, καθόσον μάλιστα η τελευταία, όπως δέχτηκε το Εφετείο, από την αρχή δεν είχε κάνει ρητή επιφύλαξη γι' αυτήν (παροχή).

Επομένως η οικειοθελής αυτή παροχή, από τη στιγμή που έγινε αποδεκτή από τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, δεν στηριζόταν πλέον στη μονομερή θέληση της εργοδότριάς τους, αλλά στη σύμβαση, που, έστω και σιωπηρά, είχε καταρτισθεί και συμπλήρωνε τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών (ήδη αναιρεσιβλήτων).

Δέχτηκε επίσης το Εφετείο ότι, αφότου η εργοδότριά τους κατέβαλε την επίδικη παροχή υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, δεν μπορούσε να την ανακαλέσει μονομερώς, ότι δημιουργήθηκε πλέον δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων για τη συνέχισή της, που δεσμεύει ως συμβατική εργοδοτική υποχρέωση και την προαναφερθείσα καθολική διάδοχό της, κατ' άρθρο 3 § 2 του ΠΔ 572/1988 και ήδη αναιρεσείουσα.

Δέχτηκε ωσαύτως το Εφετείο ότι η ανάκληση της πιο πάνω παροχής γεύματος από την αρχική εργοδότρια των ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά και η άρνηση στη συνέχεια της καθολικής διαδόχου της και ήδη αναιρεσείουσας να συνεχίσει η ίδια την επίδικη αυτή παροχή στους αναιρεσίβλητους συνιστά οπωσδήποτε ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών τους συμβάσεων και δοθέντος ότι οι αναιρεσίβλητοι διαμαρτυρήθηκαν και δεν αποδέχτηκαν την εν λόγω μεταβολή, δεν επήλθε σιωπηρή τροποποίηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους.

Ενόψει των παραδοχών αυτών, απέρριψε το Εφετείο την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά το κεφάλαιο της οφειλομένης αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων για το αιτηθέν ποσό των 1452 ευρώ (242 ημ. Χ 6 ευρώ) για κάθε αναιρεσίβλητο. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και επιπλέον, ορθώς δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αφού δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβληθέντων.

Ωσαύτως, διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα που εφήρμοσε, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και συνεπώς τα περί αντιθέτου δια του πρώτου κυρίου λόγου καθώς και των πρώτου και τρίτου προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκτιθέμενα είναι αβάσιμα.

3.- Η τυχόν ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφό της των πραγματικών περιστατικών στα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση κατά το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντιστοίχως ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, εάν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε το Δικαστήριο επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα ιδρύεται η παράβαση του άρθρου 14 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκθέτουν τους χρόνους καταρτίσεως των ενδίκων συμβάσεών τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τα χρονικά όρια χορηγήσεως εις αυτούς γεύματος είτε δια της λειτουργίας μαγειρείου είτε προμηθευόμενο από εταιρία catering, με δαπάνη της αναιρεσείουσας, ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τους, το γεγονός ότι η μονομερής διακοπή εκ μέρους της αναιρεσείουσας της παροχής αυτής αποτελούσε μονομερή μεταβολή των όρων των εν λόγω συμβάσεων και, τέλος, το αιτούμενο δι' ένα έκαστον από αυτούς ποσό αποζημιώσεως.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή των αναιρεσιβλήτων περιέχει κατά τρόπο ευσύνοπτο, αλλά σαφή και πλήρη, όλα τα απαιτούμενα από το νόμο πραγματικά περιστατικά που την καθιστούν ορισμένη, όπως ορθώς δέχτηκε και το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων αποφάνθηκε, ως ανωτέρω.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο ορθώς δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη, αφού ήταν ορισμένη.

4.- Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, με επίκληση του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο "παρά το νόμο αντιπαρήλθε την νομίμως προβληθείσα με τις πρωτόδικες (προτάσεις) μας ένσταση εκ των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ" και "αγνόησε δε και δεν έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση την παραπάνω ένστασή μας περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων εκ μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων". Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του την εν λόγω ένσταση του 281 ΑΚ και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι, κατά τα λοιπά απαράδεκτος, διότι αιτιάται εσφαλμένη απόρριψη, κατ' ουσίαν της εν λόγω ενστάσεως. Ωσαύτως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη παροχή δόθηκε στους αναιρεσίβλητους λόγω εξυπηρέτησης των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησής της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό της και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2006 αίτηση και τους από 30-9-2008 προσθέτους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 4946/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ