Legislator Case Law & Legislation
95/2007 AI generated

Supreme Court dismisses state appeal on church property transfer validity based on ecclesiastical authority interpretation.

Case Number 95/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding a church property transfer. The State argued the transfer lacked valid ecclesiastical authorization, while the Church maintained its internal procedures were correct. The Court upheld the lower court's finding that the specific ecclesiastical document did not grant the necessary plenipotentiary authority required by law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that an ecclesiastical council's decision to transfer property is invalid if it fails to provide the specific plenipotentiary authority mandated by law, even if the document appears to grant general consent.

Keywords

AI generated
ecclesiastical property church authority transfer validity plenipotentiary power state appeal civil procedure religious institution

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Law 2298/1995
Law 2579/1998
Law 2721/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 95 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 95/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν. Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης:Ιεράς Γυναικείας Κοινοβιακής Μονής ".... " της Ι.Μ ..., που εδρεύει στο .... Κόρινθου, της περιφέρειας της Κοινότητας ...., του τέως Δήμου ..... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πανταζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου "..... " της Ιεράς Μητροπόλεως .... , που εδρεύει στη θέση ".... " Κορίνθου, νομίμως εκπροσωπουμένου, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2000 μη οριστική,73/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το αρμόδιο Δ΄ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την 350/2005 ομόφωνη γνωμοδότηση του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε εμπροθέσμως, δηλαδή μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, στη γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου, του δικαστηρίου , δηλαδή, στο οποίο έχει κατατεθεί και η αίτηση αναίρεσης, γνωμοδότησε, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 28 παρ.3 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ότι είναι παραδεκτός και βάσιμος μόνο ο δεύτερος λόγος αυτής, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ενώ είναι αβάσιμοι ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ.

Επομένως, μόνο ως προς τον δεύτερο λόγο, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του οποίου υπάρχει θετική γνώμη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μπορεί να εισαχθεί η υπόθεση προς συζήτηση (άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999), ενώ δεν μπορεί αυτή να εισαχθεί προς συζήτηση και ως προς τους άλλους λόγους, για τους οποίους η γνώμη του δεν είναι θετική.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν, δηλαδή, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό, είτε ερμηνεύει τις περιεχόμενες σε αυτό δικαιοπρακτικές δηλώσεις, κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αλλ' ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με το δεύτερο μέρος αυτού, ως προς το οποίο μόνο παραδεκτώς συζητείται η υπόθεση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι για να σχηματίσει την κρίση του ότι η παραχώρηση σε αυτό του επίδικου ακινήτου της αναιρεσίβλητης ιεράς Μονής, με το 1439/1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Παπαδοπούλου, που κυρώθηκε με το ν. 1811/1988, έγινε χωρίς να έχει παρασχεθεί στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, με απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής και έγκριση αυτής από τον αρμόδιο Μητροπολίτη, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 33/23-2-1988 πρακτικού του Ηγουμενοσυμβουλίου της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι δεν δόθηκε με αυτό η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, παρά τα αντίθετα διαλαμβανόμενα σε αυτό.

΄Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αυτού εγγράφου και του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προβαίνει ο Άρειος Πάγος, με το εν λόγω έγγραφο (33/23-2-1986 πρακτικό ηγουμενοσυμβουλίου της αναιρεσίβλητης), το ηγουμενοσυμβούλιο της αναιρεσίβλητης, αποφάσισε κατά λέξη τα εξής "Συμφωνεί με την πλειοψηφίαν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και την διαρκή Ιεράν Σύνοδον και υποβάλλει συμπληρωμένο το συνημμένον Δελτίον περιουσιακών στοιχείων υπαγομένων εις τον Νόμον 1700/97 και εις την εν συνεχεία υπογραφείσαν συμφωνίαν μεταξύ του Πρωθυπουργού, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και της Ειδικής Επιτροπής της Ιεραρχίας.

Σημειούμεν ενταύθα ότι εις τον συνημμένο Πίνακα κτηματικής περιουσίας αναγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία εξαιρούνται και απαλλάσσονται εκ του Νόμου και παραμένουν εις την ιδιοκτησίαν της Ιεράς Μονής .... επειδή έχουν τίτλους (των σχετικών τίτλων ευρισκομένων εις το Αρχείον της Ι. Μονής εις διάθεσιν της συγκροτηθησομένης επί του θέματος της εκκλησιαστικής περιουσίας Επιτροπής).- ΤΕΛΙΚΗ ΕΠΙΦΥΛΑΞΙΣ Τα εις τον πίνακα αναγραφόμενα, υποβάλλονται δια την Κανονικήν μας Συνέπειαν προς την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αλλά εάν η Ελληνική Δικαιοσύνη ή η Ευρωπαϊκή Κοινότης αποφανθούν άλλως, τότε προκαταβολικώς δηλούμεν, ότι θα συνταχθώμεν με αυτάς και θα τηρήσωμεν το δικαίωμα του όλου της περιουσίας μας, δίδοντες μόνον εκείνα τα τμήματα τα οποία εμείς επιθυμούμεν, ως ωσαύτως προκαταβολικώς εδήλωσεν ο Μητροπολίτης ....

κ.κ. .... εις το υ' αριθ. 1479/8-12-1987 έγγραφον προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος". Το Εφετείο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα ανάγνωσης του εγγράφου αυτού, αλλά μετά από εκτίμηση του ανωτέρω περιεχομένου του και τη συνεκτίμησή του και με το 1479/8-12-1987 έγγραφο του Μητροπολίτη ..., κατέληξε στην κρίση ότι με αυτό δεν παρασχέθηκε πληρεξουσιότητα στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος προς παραχώρηση του επιδίκου στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η οποία άλλωστε έπρεπε να έχει και την έγκριση του οικείου Μητροπολίτη, με συνέπεια η γενόμενη προς το αναιρεσείον παραχώρηση του ακινήτου αυτού να είναι ανίσχυρη και να μην έχει επιφέρει απώλεια της κυριότητας της αναιρεσίβλητης σε αυτό.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-12-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 417/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.- Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ