Legislator Case Law & Legislation
959/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in workplace injury case, ruling worker's refusal of safer shift caused the accident.

Case Number 959/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling that denied workers' compensation for a workplace assault. The court found the victim had repeatedly refused safer shift options and rejected a transfer to a more secure location, thereby contributing to the accident's occurrence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 551/1915; Art. 559(1)(a) & (b) of the Code of Civil Procedure: A worker's refusal to accept safer working conditions or shifts constitutes a breach of common sense, barring compensation if the assault would have been prevented by such acceptance.

Keywords

AI generated
workplace injury compensation common sense teachings worker's refusal of shift assault during employment appeal dismissal legal costs allocation prevention of accident

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 551/1915
Art. 38(1)(a) of the Social Security Law
Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 959 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 959/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Ρουπακιώτη, Α. Κ. και Μ. Σ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αναπτυξιακή - Εμπορική ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Θεοδώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Λαγουβάρδου, η οποία ανακάλεσε τη δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../21-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την προφορική πρόσθετη παρέμβαση της ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν η 3429/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 9/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκεινται προς κρίση η από 4-7-2016 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας, εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 9/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και η από 13-4-2017 πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας" υπέρ της αναιρεσείουσας, ως μέλους ετέρας, υποκείμενης συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται παραδεκτώς ενώπιον του Αρείου Πάγου και πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς της, να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 31 παρ.1, 80, 246, 573 παρ.1, 622 παρ.2).

2. Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α’ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ("εργατικό ατύχημα"), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ’ αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής. Εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται το ατύχημα όταν, παρά το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα εκτός του τόπου ή του χρόνου εργασίας και δεν επέρχεται ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης αυτής, εμφανίζει με την εργασία μια σχέση αιτίου και αποτελέσματος υπό την έννοια ότι χωρίς την υποχρέωση του εργαζόμενου προς παροχής εργασίας δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι ιδιαίτερες και αναγκαίες για την επέλευση του ατυχήματος πραγματικές συνθήκες (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 650/2003).

3. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς, γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας).

Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330 εδ. β’ ), αποτελεί αόριστη νομική έννοια της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία.

Τέτοια υποχρέωση είναι και αυτή που απορρέει από το άρθρο 662 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου ("υποχρέωση πρόνοιας"). Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288).

Και αντίθετα, παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ’ αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας.

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.

Το πρώτο ζήτημα είναι νομικό, ενώ το δεύτερο πραγματικό.

4. Εξ άλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι’ αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Ως εκ τούτου, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ’ αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915.

5. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι, την 19-8-2003, η εναγομένη, εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στην καθαριότητα δημοσίων χώρων, είχε προσλάβει την ενάγουσα, εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, υπήκοο Βουλγαρίας και μητέρα ανηλίκου τέκνου, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εργάτρια καθαριότητας, προκειμένου να παρέχει την εργασία της στην καθαριότητα των σταθμών των "...", έναντι του καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ημερομισθίου.

Ότι, κατά τη σύμβαση, η αναιρεσείουσα εργάστηκε ως καθαρίστρια από 19-8-2003 έως 1-2-2005 στο σταθμό ΗΣΑΠ ..., από 2-2-2005 έως 1-3-2006 στο σταθμό ΗΣΑΠ ... και από 2-3-2006 έως 23-12-2008 στο σταθμό ΗΣΑΠ ..., με ωράριο απασχόλησης από 17:30 έως 23:30. Ότι η αναιρεσείουσα ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, αρχικά ως απλό μέλος του πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "...

και στη συνέχεια ως γενική γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Ότι σταδιακά και κυρίως από το Μάρτιο 2006 άρχισαν να δημιουργούνται τριβές μεταξύ της αναιρεσείουσας και των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, εξ αιτίας αφ’ ενός της έντονης συνδικαλιστικής δράσης της πρώτης και αφ’ ετέρου της εκ μέρους αυτής υπέρβασης των ορίων ευπρεπούς εργασιακής συμπεριφοράς, την οποία η ίδια απέδιδε στην κατόπιν εντολής των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης επιλεκτική αύξηση της συχνότητας ελέγχου του τρόπου παροχής της εργασίας της.

Ότι η εργοδότρια, η οποία είχε επιφυλάξει το δικαίωμα μετακίνησης ή μετάθεσης της εργαζόμενης από το συμφωνημένο τόπο εργασίας σε οποιοδήποτε έργο αυτής και αλλαγής του ωραρίου, για κάλυψη των λειτουργικών της αναγκών, την 22-3-2006 (ήτοι, είκοσι ημέρες μετά τη μετακίνηση της αναιρεσείουσας από το σταθμό ...

στον αντίστοιχο ...) γνωστοποίησε σ’ αυτήν τη μετάθεσή της στην καθαριότητα των χώρων του μηχανοστασίου της "..." στον ..., με ωράριο από ώρα 07:00 έως 14:00. Ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είχε υποβάλει αίτηση μεταβολής μόνον του ωραρίου απασχόλησης, αντέδρασε στην απόφαση της εργοδότριας. Ότι ακολούθησε η ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων μεταξύ των διαδίκων.

Ότι η εργοδότρια υποστήριξε ότι η απόφαση μετακίνησης της εργαζόμενης λήφθηκε κατ’ ενάσκηση δικαιώματος και στο πλαίσιο των λειτουργικών αναγκών της για βελτίωση της καθαριότητας στο μηχανοστάσιο του .... Ότι η εργαζόμενη υποστήριξε ότι η μετακίνησή της από το σταθμό ΗΣΑΠ ... στο σταθμό ΗΣΑΠ ... είναι καταχρηστική, διότι έγινε για λόγους εκδίκησης λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης, σε συνδυασμό με προβληθείσες αξιώσεις αυτής για καταβολή διαφορών μεταξύ οφειλομένων νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, διότι η εργοδότρια δεν έλαβε υπόψη τις ατομικές και οικογενειακές ανάγκες αυτής και δεν εξέτασε τη δυνατότητα μετακίνησης άλλων εργαζομένων με μικρότερα οικογενειακά βάρη.

Ότι, επιπλέον, δήλωσε ότι δεν αποδέχεται τη μετακίνησή της στο σταθμό ΗΣΑΠ ... και ζητεί την επανατοποθέτησή της στο σταθμό ..., με ωράριο 17:30 έως 23:30. Ότι, κατόπιν προσφυγής της εργαζόμενης στην Επιθεώρηση Εργασίας, η απόφαση για μετακίνησή της στο μηχανοστάσιο του ... δεν εκτελέσθηκε και αυτή συνέχισε να εργάζεται στο σταθμό ΗΣΑΠ ....

Ότι η αναιρεσείουσα, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας και για την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων της α) υπέβαλε προς το ΙΚΑ την ΕΚ 839/5-9-2006 δήλωση, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να της καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για τις ημέρες που διαλαμβάνονται σ’ αυτή κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2005, Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 2006 και ότι την υπήγαγε στη μεικτή ασφάλιση αντί των βαρέων για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο 2006, β) κατέθεσε προς το Σώμα Επιθεωρήσεως Εργασίας την από 4-1-2007 προσφυγή, με την οποία αιτήθηκε τη διευθέτηση διαφοράς για τη μη καταβολή οφειλόμενης διαφοράς για αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας έτους 2006, η οποία διευθετήθηκε με την πληρωμή ποσού 500 ευρώ και γ) κατέθεσε προς το Σώμα Επιθεωρήσεως Εργασίας την από 14-12-2007 προσφυγή, κατά τη συζήτηση της οποίας ισχυρίσθηκε ότι απασχολείται καθημερινώς επί εξάωρο άνευ διαλείμματος, δίχως, όμως, να λαμβάνει το διά των οικείων ΣΣΕ προβλεπόμενο ημερομίσθιο.

Ότι επί του τελευταίου παραπόνου ο εκπρόσωπος της εργοδότριας δήλωσε ότι η εργαζόμενη αμείβεται νομίμως κι ότι έχει εντολή από την εργοδότρια να πραγματοποιεί το ημερήσιο διάλειμμα, όπως προβλέπεται. Ότι η αναιρεσείουσα, κυρίως μετά την κατά μήνα Μάρτιο 2006 γνωστοποίηση προς την αναιρεσίβλητη της ανάδειξής της σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου "...", δραστηριοποιήθηκε έντονα για τη διαφύλαξη εργασιακών δικαιωμάτων, όμως, δεν τηρούσε τις εργασιακές της υποχρεώσεις και κάποιες φορές εκδήλωσε έντονη αντίδραση προς τα ελεγκτικά όργανα της εργοδότριας.

Ότι, ειδικότερα, την 7-6-2006 αρνήθηκε να παραδώσει στην αρμόδια επόπτρια τα δελτία εισόδου και εξόδου από το χώρο εργασίας για έλεγχο από την εργοδότρια των ωρών άφιξης και αναχώρησης προς εκτέλεση της εργασίας, ισχυριζόμενη ότι τα χρειάζεται ως αποδεικτικά στοιχεία, γι’ αυτό και συντάχθηκε από την επόπτρια αναφορά μη συμμόρφωσης.

Ότι, επίσης, την 14-6-2006, την 20-6-2006 και την 22-6-2006 αρνήθηκε να παραδώσει στους επόπτες της εργοδότριας τα αντίστοιχα δελτία άφιξης στον εργασιακό χώρο και αναχώρησής της απ’ αυτόν, γι’ αυτό και συντάχθηκαν πάλι αναφορές μη συμμόρφωσης. Ότι, την 28-6-2006, η υπεύθυνη προσωπικού της αναιρεσίβλητης μετέβη στο σταθμό ΗΣΑΠ ..., επειδή κατά την προηγούμενη εβδομάδα η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί προς την "..." ότι η εργοδότρια δεν παρείχε υλικά καθαριότητας.

Ότι η υπεύθυνη προσωπικού προσέφερε στην αναιρεσείουσα τέτοια υλικά, αλλά αυτή αρνήθηκε να τα παραλάβει. Ότι αρνήθηκε και πάλι να παραδώσει στην ανωτέρω τα δελτία εισόδου - εξόδου προς έλεγχο της ώρας ανάληψης καθηκόντων και αποχώρησης από τον εργασιακό χώρο και ότι, σε σχετική επισήμανση της προσωπάρχη πως σε περίπτωση μη παράδοσης των δελτίων η εταιρεία αδυνατεί να υπολογίσει τη μισθοδοσία της, εκείνη αντέδρασε με τη φράση "τολμήστε να μην με πληρώσετε και θα σας δείξω εγώ".

Ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής η εργαζόμενη, με μηχανή λήψεως εικόνων, αποτύπωνε την παρουσία και τις κινήσεις της προσωπάρχη στο σταθμό κι ότι η τελευταία ζήτησε αστυνομική συνδρομή. Ότι, κατόπιν αυτού, η αναιρεσείουσα παρέλαβε τα υλικά εργασίας και η υπεύθυνη προσωπικού συνέταξε τη σχετική αναφορά.

Ότι μετά το τέλος του μηνός Ιουλίου 2006, σε γενόμενο έλεγχο τήρησης του ωραρίου των εργαζομένων στο σταθμό ΗΣΑΠ ..., διαπιστώθηκε ότι και η αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων εργαζομένων, δεν είχε ενημερώσει το προσωπικό δελτίο προσέλευσης - αναχώρησης με χρήση τού προς το σκοπό αυτό υφιστάμενου ηλεκτρονικού μηχανήματος κατά τις ημερομηνίες 1η, 13η και 22α μηνός Ιουλίου (ειδικότερα δεν ήταν εκτυπωμένη στο δελτίο η ώρα άφιξης την 1η και 22α και η ώρα αναχώρησης τη 13η του μήνα).

Ότι σε επακολουθήσαντες ελέγχους από την εργοδότρια ως προς την προσήκουσα παροχή της εργασίας από την εργαζόμενη συντάχθηκαν οι από 27-10-2006, 11-11-2006, 24-11-2006, 1-12-2006, 1-2-2007, 12-2-2007, 6-7-2007 και 19-4-2008 αναφορές των αρμοδίων οργάνων της πρώτης, στις οποίες επισημαίνονται, εντός του ωραρίου, απουσία της δεύτερης εκτός σταθμού επί δεκάλεπτο, συνομιλία αυτής επί εικοσάλεπτο με φιλικό της ανδρόγυνο, παραμονή της στο δωμάτιο των καθαριστριών επί εικοσάλεπτο, παράλειψη να φέρει το τροχήλατο δοχείο απορριμμάτων και κατανάλωση καφέ εντός του σταθμού.

Ότι η τελευταία συμπεριφορά προκάλεσε παρέμβαση του επόπτη εργασίας και δημιουργία έντασης μεταξύ τους, με την εργαζόμενη να αποσπά βίαια από τα χέρια του επόπτη την αναφορά που εκείνος είχε συντάξει, οπότε με πρωτοβουλία αυτής κλήθηκε η αστυνομική δύναμη και κατά το συνταχθέν δελτίο συμβάντος του ΑΤ ... "προσήχθησαν λόγω αλληλεξυβρίσεως, αλλά κατόπιν συστάσεων αφέθηκαν ελεύθεροι ελλείψει υποβολής εγκλήσεων".

Ότι η αναιρεσείουσα, μετά την ανάδειξή της σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της "...", γνωρίζοντας ότι λόγω της συνδικαλιστικής της ιδιότητας ήταν δυσχερής η απόλυσή της, υπερέβαινε τα όρια της χρηστής συμπεριφοράς προς τα ελεγκτικά όργανα της εργοδότριας εταιρείας. Ότι η αναιρεσείουσα, μετά την ανάκληση της απόφασης για μετακίνησή της στο έργο καθαριότητας του μηχανοστασίου του ..., ζήτησε επανειλημμένως, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, τη μεταβολή του τόπου παροχής και του ωραρίου της εργασίας της.

Ότι, ειδικότερα, η αναιρεσείουσα α) την 12-4-2007 ζήτησε αλλαγή τόπου εργασίας από το σταθμό ΗΣΑΠ ... στο σταθμό ΗΣΑΠ … και ωραρίου εργασίας από εσπερινό (17:30) έως προμεσονύκτιο (23:30), σε προορθρινό (05:30) έως προμεσημβρινό (11:30), επικαλούμενη την ανάγκη συνεχούς επιτήρησης του ανηλίκου τέκνου της, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας αυτού, β) την 20-4-2007 ζήτησε αλλαγή ωραρίου εργασίας από το ήδη υφιστάμενο εσπερινό έως προμεσονύκτιο, σε προορθρινό έως προμεσημβρινό, επικαλούμενη την ανάγκη να παρακολουθήσει μαθήματα πληροφορικής, γ) την 30-5-2007 ζήτησε συνάντηση με αρμόδιο εκπρόσωπο της εργοδότριας (παρουσία και νομίμου εκπροσώπου της "...") προκειμένου να συζητηθεί το υποβληθέν με την προαναφερόμενη από 12-4-2007 αίτησή της θέμα αλλαγής τόπου και ωραρίου εργασίας, δ) την 11-3-2008 ζήτησε αλλαγή τόπου εργασίας από το σταθμό ΗΣΑΠ ..., στο σταθμό ΗΣΑΠ ...

και ωραρίου από το υφιστάμενο από 17:30 έως 23:30, στο από 05:30 έως 11:30, προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα αγγλικής γλώσσας, ε) την 17-3-2008 ζήτησε και πάλι μεταβολή αφ’ ενός τόπου και ωραρίου εργασίας, από το σταθμό ΗΣΑΠ ... από 17:30 έως 23:30, στο σταθμό ΗΣΑΠ ... από 05:30 έως 11:30 και αφ’ ετέρου των εβδομαδιαίων ημερών ανάπαυσης σε Τρίτη και Πέμπτη, με σκοπό παρακολούθησης μαθημάτων αγγλικής γλώσσας.

Ότι την 4-4-2008 η εργοδότρια, σε απάντηση των από 11-3-2008 και 17-3-2008 αιτήσεων της εργαζόμενης, επέδωσε σ’ αυτή την από 1-4-2008 εξώδικη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι για την ευόδωση του αιτήματος αλλαγής τόπου και ωραρίου εργασίας θα έπρεπε είτε να μετακινηθεί η αναιρεσείουσα σε άλλο έργο είτε να συναινέσουν οι αντιστοίχως εργαζόμενοι, συνάδελφοι αυτής.

Ότι εφ’ όσον η αναιρεσείουσα επιθυμούσε να εργασθεί σε πρωινό ωράριο (07.00 έως 14:00), θα μπορούσε να καταλάβει την κενή πρωινή θέση εργασίας στο μηχανοστάσιο του ..., που της είχε προταθεί κατά το παρελθόν. Ότι την 14-4-2008 η εργαζόμενη επέδωσε στην εργοδότρια διαμαρτυρία, με την οποία επισήμανε ότι παρά τα υπ’ αυτής υποστηριζόμενα, όταν κατά το μήνα Μάρτιο 2008 προέκυψε θέση πρωινής εργασίας στο σταθμό ΗΣΑΠ ..., η εργοδότρια δεν ικανοποίησε το επανειλημμένως υποβληθέν αίτημά της για μετακίνηση στο σταθμό αυτό, αλλά προσέλαβε άλλη εργαζόμενη.

Ότι την 24-6-2008, η "..." απέστειλε μέσω τηλεομοιοτυπίας προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση "ΓΣΕΕ" και άλλους συνδικαλιστικούς φορείς ανακοίνωση, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για απαράδεκτη μεταχείριση της αναιρεσείουσας, η οποία επί δύο έτη δέχεται ψυχολογική πίεση με αλλεπάλληλα εξώδικα που της επιδίδονται προς εκφοβισμό.

Ότι την αυτή ημερομηνία (24-6-2008) η εργοδότρια εταιρεία επέδωσε στην εργαζόμενη την από 17-6-2008 δήλωση, με την οποία επισήμανε ότι η μη μετακίνησή της από το σταθμό ΗΣΑΠ ... στο σταθμό ΗΣΑΠ ... και η πρόσληψη νέου εργαζόμενου στη συγκεκριμένη θέση έγινε προς διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης στο συγκεκριμένο σταθμό, διότι εκκρεμούσε έγκληση αυτής εναντίον δύο συναδέλφων της, εργαζομένων στον ως άνω σταθμό, στον οποίο αυτή ήθελε να μετακινηθεί, γι’ αυτό και της επανέλαβε τη δυνατότητα μετακίνησής της στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ, στον ....

Ότι πράγματι η αναιρεσείουσα, είχε εγχειρίσει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς την από 3-8-2006 έγκληση κατά των συναδέλφων της, Γ. Γ. και Π. Τ., εργαζομένων στο σταθμό ΗΣΑΠ ..., για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού, που φέρεται ότι αυτές είχαν τελέσει σε βάρος της. Ότι την 3-10-2008, η προσθέτως παρεμβαίνουσα "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ), κατόπιν αιτήματος της εργαζόμενης και της "...", παρενέβη με έγγραφό της προς την εργοδότρια και ζήτησε να ικανοποιηθεί το αίτημα της εργαζόμενης για μετακίνησή της, λόγω της ιδιότητας αυτής ως μητέρας ανάπηρου τέκνου, στο σταθμό ΗΣΑΠ ...

με ωράριο εργασίας προορθρινό έως προμεσημβρινό, ισχυριζόμενη ότι η μη ικανοποίηση του αιτήματος θα θεωρείτο διάκριση σε βάρος της εργαζόμενης λόγω της συνδικαλιστικής της ιδιότητας. Ότι η "ΓΣΕΕ", κατόπιν ενημέρωσης από την "...", με το .../3-10-2008 έγγραφο προς την αρμόδια υπουργό, ζήτησε τη διενέργεια σύσκεψης προς επίλυση διένεξης που είχε ανακύψει σχετικά με την καθιέρωση δεκάλεπτων διαλειμμάτων μεταξύ κάθε ώρας παροχής εργασίας των καθαριστριών.

Ότι, κατόπιν του ανωτέρω αιτήματος, την 26-11-2008, στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη συμφιλίωσης, υπό την προεδρία του γενικού γραμματέα, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ΓΣΕΕ, της εργοδότριας, του Εργατικού Κέντρου Πειραιώς, της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, της "..." και του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ...".

Ότι κατά τη διάρκεια του διαλείμματος της ως άνω συσκέψεως, η επόπτρια της εργοδότριας Γ. Α. απευθύνθηκε λεκτικώς με οξύτατο ύφος κατά της αναιρεσείουσας. Ότι, έξω από το Υπουργείο και κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, είχε οργανωθεί από την εργοδότρια συγκέντρωση σαράντα έως εξήντα εργαζομένων αυτής (κυρίως ασιατικής καταγωγής), μελών του "Σωματείου Εργαζομένων ...", το οποίο ήταν φιλικό προς την εργοδότρια.

Ότι, μετά τη λήξη της σύσκεψης, οι συγκεντρωθέντες αποδοκίμασαν έντονα την αναιρεσείουσα και τις εκπροσώπους της "..." και τις ακολούθησαν απειλητικά μέχρι την πλατεία Ομονοίας. Ότι το μήνα Δεκέμβριο 2008, κατά την καταβολή του δώρου Χριστουγέννων, η αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε στα γραφεία της εργοδότριας και παρότρυνε τους προσερχόμενους προς είσπραξη του δώρου να μη δέχονται να υπογράφουν έγγραφα με αναληθές περιεχόμενο, ήτοι ότι έλαβαν δώρο Χριστουγέννων ύψους 700 ευρώ αντί του πράγματι καταβληθέντος ποσού των 560 ευρώ, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της προσωπάρχη, η οποία εκδίωξε την αναιρεσείουσα από τα γραφεία της εργοδότριας.

Ότι η κατά τα ανωτέρω εκ μέρους της αναιρεσείουσας δράση για μείωση του χρόνου εργασίας και παρέμβαση κατά την πληρωμή του δώρου Χριστουγέννων στους εργαζόμενους όξυνε ακόμη περισσότερο τις ήδη τεταμένες σχέσεις των αντιδίκων. Ότι η εργοδότρια ουδέποτε έλαβε γνώση περί των από την εργαζόμενη αναφερόμενων τηλεφωνικών απειλών κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, καθώς και περί διαδόσεως μεταξύ των συναδέλφων αυτής της απειλής περί ρίψεώς της στις γραμμές του συρμού, ήτοι περιστατικών τα οποία για πρώτη φορά η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή και τα οποία δεν επιβεβαιώθηκαν από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.

Ότι την 22-12-2008 και μετά το πέρας του ωραρίου εργασίας, η αναιρεσείουσα αναχώρησε από το σταθμό ΗΣΑΠ ..., προκειμένου να επιστρέψει με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, όπως κάθε βράδυ, στην κατοικία της, στα .... Ότι περί ώρα 00:10 της 23-12-2008, αφού είχε εξέλθει από το σταθμό ... του ΗΣΑΠ και ήδη κινείτο πεζή επί της οδού ..., κατευθυνόμενη προς την οδό …, όπου η κατοικία της, δέχθηκε βίαιη επίθεση από δύο άγνωστα άτομα, από τα οποία το ένα με την παρεμβολή του σώματός του απέκλεισε την πορεία της και το άλλο έρριψε στο πρόσωπό της ικανή ποσότητα καυστικού υγρού από γυάλινο δοχείο που κρατούσε και τα οποία αμέσως τράπηκαν σε φυγή.

Ότι το υγρό περιέλουσε την αναιρεσείουσα στο κεφάλι, το πρόσωπο, το λαιμό, το θώρακα και τα άνω άκρα και προκάλεσε σ’ αυτήν βαρύτατες σωματικές βλάβες - εγκαύματα στο επάνω μέρος του σώματος. Ότι αυτή διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" και εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου διαπιστώθηκαν βαθιά (δευτέρου και τρίτου βαθμού) χημικά εγκαύματα προσώπου, τραχήλου, τριχωτού κεφαλής, πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας θώρακος, αυχένα, αριστερού ώμου και πλάτης, ινίου αριστερά, άκρων χειρών και σε περιοχές του αριστερού βραχίονα, εγκαύματα των κερατοειδών αμφοτέρων των οφθαλμών, στο στόμα και το φάρυγγα.

Ότι διασωληνώθηκε λόγω σοβαρού οιδήματος επιγλωττίδας και φάρυγγα, υπογλωττιδικής στένωσης και στένωσης οισοφάγου (άνωθεν της γαστροοισοφαγικής συμβολής), ενώ είχε αδυναμία ομιλίας και κατάποσης και υποβλήθηκε σε τραχειοστομία. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2008 έως 24-6-2009 υποβλήθηκε σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις (αναφέρονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά η επανάληψή τους εδώ παρέλκει).

Ότι παρέμεινε νοσηλευόμενη στο ανωτέρω νοσοκομείο μέχρι την 7-12-2009, οπότε εξήλθε με συστάσεις για περαιτέρω παρακολούθηση της πορείας της υγείας της. Ότι ακολούθως υποβλήθηκε σε νέες επεμβάσεις και νοσηλεία πλαστικής χειρουργικής και αποκατάστασης την 27-2-2010, από 14-6-2010 έως 25-6-2010, την 8-7-2011 και την 7-9-2011, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Ότι παρά τις προσπάθειες αυτές η υγεία της δεν αποκαταστάθηκε πλήρως και την 14-9-2011 διαπιστώθηκε αρμοδίως ότι αυτή φέρει ουλές προσώπου - οφθαλμών και ότι χρήζει διαμόρφωση αριστερού οφθαλμού, διάνοιξη βλεφάρων δεξιά, καθώς και διευθέτηση κόγχου και βολβού, αποκατάσταση ακρορρινίου, διάνοιξη ρωθώνων και αποκατάσταση πτερυγίου ρινός.

Ότι, μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο εφετείο, η παραμόρφωση του προσώπου της είχε μόνον μερικώς αποκατασταθεί, ενώ η ίδια είχε υποστεί πλήρη καταστροφή του αριστερού οφθαλμού. Ότι από τον προαναφερόμενο βαρύτατο τραυματισμό μπορούσε να επέλθει ακόμη και ο θάνατος της αναιρεσείουσας, τόσο αμέσως, λόγω του χημικού εγκαύματος, όσο και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, λόγω της πιθανότητας ανάπτυξης σηπτικών επιπλοκών στα εγκαύματα αυτής.

Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατ’ αυτής επίθεση προήλθε από τον περίγυρο της εργοδότριας ή από πρόσωπα τα οποία είτε επηρέαζε η εργοδότρια είτε ανήκαν στον ευρύτερο εργασιακό χώρο. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, αφού κατά παραδοχή της έφεσης της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εργοδότριας εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την αγωγή της εργαζόμενης και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

7. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και προσηκόντως υπήγαγε σ’ αυτές τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, τις οποίες με πληρότητα και χωρίς ασάφειες ή λογικά κενά παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όπως από το σύνολο των παραδοχών του και από το εξ αυτών συμπέρασμα συνάγεται, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε μεν ότι το ως άνω βίαιο συμβάν σε βάρος της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα με αφορμή την παροχή της εργασίας της και προκάλεσε σ’ αυτήν βαριά αναπηρία, ήτοι ότι συνιστά εργατικό ατύχημα, αλλά ότι δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού και ως εκ τούτου δεν δημιουργεί υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της εργαζόμενης.

Και τούτο, διότι ούτε η ένταση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στην εργοδότρια και την εργαζόμενη ούτε οι εκ μέρους άλλων εργαζόμενων αποδοκιμασίες κατά της τελευταίας, ως συνδικαλίστριας προς την επιθετική πολιτική της οποίας οι άλλοι εργαζόμενοι εμφανίζονταν ως διαφωνούντες, συνιστούσαν περιστατικά τα οποία, αντικειμενικώς αξιολογούμενα, θα μπορούσαν να καταστήσουν την εργοδότρια υπόχρεη προς μεταβολή του τόπου ή του ωραρίου εργασίας της αναιρεσείουσας, ως αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο πρόνοιας με στόχο την αποσόβηση του εν λόγω βίαιου συμβάντος, περί του οποίου ουδεμία ένδειξη υφίστατο πριν από την εκδήλωσή του.

Και, ακόμη ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες α) η εργαζόμενη είχε ζητήσει κατ’ επανάληψη μεταβολή τόπου και ωραρίου εργασίας, ουδέποτε, όμως, με την επίκληση κινδύνου ως προς την ασφάλειά της, β) η τυχόν ικανοποίηση του αιτήματός της, ήτοι το να μετατεθεί από το σταθμό ΗΣΑΠ ...

με ωράριο 17:30 ως 23:30 στο σταθμό ΗΣΑΠ ... με ωράριο 05:30 ως 11:30, δεν θα την απάλλασσε και πάλι από την ανάγκη να μετακινείται υπό συνθήκες σκότους και αραιής κυκλοφορίας, τα ξημερώματα, κατά την προσέλευσή της στην εργασία, στην περιοχή της κατοικίας της, στα ..., όπου δέχθηκε την εγκληματική επίθεση και γ) η ίδια η εργαζόμενη είχε αποποιηθεί την πρόταση της εργοδότριας να μετατεθεί στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ στον ..., με ωράριο 07:00 ως 14:00, το οποίο θα της εξασφάλιζε μετακίνηση υπό περισσότερο ασφαλείς συνθήκες, τόσο κατά την προσέλευση όσο και την αποχώρησή της.

Από τις οποίες συνάγεται ότι, πέραν του ότι η ίδια η εργαζόμενη ματαίωσε τη βελτίωση των συνθηκών των μετακινήσεών της, ακόμη και αν η εργοδότρια την είχε μεταθέσει κατά την επιθυμία της, η εγκληματική επίθεση δεν θα μπορούσε να αποτραπεί. Επομένως, οι πρώτος, ως προς το πρώτο του μέρος, δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 εδ.

α’ και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

8. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς". Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για τη με βάση αυτά ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν χρησιμοποιεί εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από την εν λόγω διάταξη, χωρίς όμως να προβάλλεται παραβίαση συγκεκριμένων διδαγμάτων της κοινής πείρας και σύνδεση αυτών με την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, ελέγχεται ως απαράδεκτος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Δικαστικά έξοδα σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν επιδικάζονται, επειδή ελλείπει σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 4-7-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 9/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και την από 13-4-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας.

Απορρίπτει την αίτηση.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ