Legislator Case Law & Legislation
959/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident causation, ruling bus driver's negligence was a necessary condition for the fatal collision.

Case Number 959/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court of Thessaloniki judgment regarding a fatal traffic accident involving a bus and a moped. The appellants argued the bus driver was not liable, but the court found the driver's illegal maneuvering was a necessary condition for the accident. The court held that the appeal was inadmissible as it challenged the court of first instance's assessment of evidence and factual findings, which are not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-examine the factual assessment or evidence evaluation of the court of first instance, dismissing appeals based on alleged lack of causation or negligence findings.

Keywords

AI generated
traffic accident causation necessary condition for accident bus driver negligence moped collision Supreme Court review limits evidence assessment inadmissibility joint liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, section e of the Code of Civil Procedure
Article 12, paragraph 2 of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 959 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 959/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Ν., χας Β. Π., κατοίκου ..., 2) Ά. Π. του Β., συζ. Α. Π., κατοίκου ..., 3) Ε. Π. του Β., 4) Ν. Π. του Β., 5) Ε. - Ε. Π. του Β., κατοίκων ..., 6) Π. Π. του Ε., συζ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., 7) Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., 8) Α. Π. του Ε., συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., 9) Ν. Π. του Κ., 10) Ά. (Κ.) Π., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού, μητέρα του, Ε. - Ε. Π. του Β. (5η ως άνω), 11) Μ. Π., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής, μητέρα της, Ά. Π. του Β. (2η ως άνω) και πατέρα της, Α. Π. του Π. και 12) Π. Π., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής, μητέρα της, Άννα Π. του Β. (2η ως άνω) και πατέρα της, Α. Π. του Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7762/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 610/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ... και ...10-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Δ. Δ. και τις .../10-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Δ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (17-3-2017) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως και αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι ουσιαστική προϋπόθεση της υποχρέωσης για αποζημίωση είναι η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδη συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας την οποία επέφερε και συντρέχει, όταν η παράνομη και κατά κανόνα υπαίτια πράξη ή παράλειψη του αδικοπραγήσαντα από μόνη της ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Πότε συμβαίνει αυτό κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη λαμβάνει υπόψη για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής αυτής έννοιας κατά την ερμηνεία των σχετικών για τις αδικοπραξίες διατάξεων και τα οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι αποδεικτικό μέσο.

Γι’ αυτό η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη αδικοπραγήσαντα ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα υπόκειται μεν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τον λόγο που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφιο δεύτερο του Κ.Πολ.Δ., ήτοι για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Περαιτέρω κατά την παρ. 7 του άρθρου 14 του Ν. 2996/1999 (ΚΟΚ) ο οδηγός οχήματος το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν το, προ αυτού κινούμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 8α του άρθρου 5 του ίδιου νόμου στους οδηγούς των οχημάτων απαγορεύεται να διαβαίνουν της εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής και κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 16 ΚΟΚ ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του ίδιου κώδικα να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμα ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 14-5-12 και ώρα 09.00 περίπου, η πρώτη εναγομένη οδηγούσε το υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, που είναι ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στους δεύτερο και τρίτο ασφαλιστικούς συνεταιρισμούς και έβαινε στην Επαρχιακή Οδό ...

με κατεύθυνση την .... Στον ίδιο τόπο και χρόνο στο δεξιό τμήμα της οδού με την ίδια κατεύθυνση, προπορευόμενο του λεωφορείου εκινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Β. Π., συγγενής των εναγόντων. Όταν τα δύο οχήματα πλησίασαν στο 4ο χλμ. της οδού, στην συμβολή της οδού αυτής με ανώνυμο αγροτικό χωματόδρομο που οδηγεί στο κέντρο του οικισμού ...

και βρίσκεται αριστερά σε σχέση με την πορεία των δύο οχημάτων και ενώ το υπεραστικό λεωφορείο το οποίο ακολουθούσε το μοτοποδήλατο απείχε μόλις 10 έως 15 μέτρα από αυτό, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου επιχείρησε εντελώς απροειδοποίητα και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των λοιπών οχημάτων πίσω του, στροφή προς τα αριστερά, με σκοπό να εισέλθει στον προαναφερόμενο χωματόδρομο.

Μάλιστα την αλλαγή αυτή πορείας επιχείρησε χωρίς να πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα του οδοστρώματος, αλλά ενώ εκινείτο στην δεξιά πλευρά της οδού κινήθηκε μειώνοντας απότομα την ταχύτητά του, διαγώνια αριστερά, χωρίς να προειδοποιήσει σχετικά, ούτε με την χρήση του δείκτη αλλαγής πορείας (φλας), ούτε κάνοντας σήμα με το χέρι του.

Η πρώτη εναγομένη με την σειρά της, η οποία όπως προαναφέρθηκε ακολουθούσε το μοτοποδήλατο του Β. Π. κρατώντας απόσταση 10 έως 15 μέτρα από αυτό, μόλις αντιλήφθηκε την αιφνίδια αυτή κίνησή του, προκειμένου να τον αποφύγει επιχείρησε τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα αριστερά, δηλαδή προς το αντίθετο ρεύμα πορείας, χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει την σύγκρουση, αφού δεν είχε χρονικά και τοπικά περιθώρια.

Έτσι, συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο δεξί μέρος του οχήματός της με το πίσω αριστερό μέρος του μοτοποδηλάτου του Β. Π.. Στην συνέχεια επιχείρησε και δεύτερο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε λοξά δεξιά στο κέντρο του οδοστρώματος πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή. Από την σύγκρουση αυτή το δίκυκλο μοτοποδήλατο ανατράπηκε, ο οδηγός του εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα, από την πτώση του δε αυτή υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, θλάσεις πνευμόνων, κατάγματα πλευρών, σήψη, πολυοργανική ανεπάρκεια και τελικά ανακοπή, με αποτέλεσμα να αποβιώσει την 22-6-12, δηλαδή περίπου ένα μήνα μετά το ατύχημα...

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι υπαίτιος στην επέλευση του ατυχήματος ήταν ο θανών Β. Π., επειδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, μην οδηγώντας με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, πραγματοποίησε διαγωνίως στροφή προς τα αριστερά χωρίς να πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα του οδοστρώματος ώστε να πραγματοποιήσει την στροφή από το κέντρο του οδοστρώματος και ιδίως να βεβαιωθεί προηγουμένως όχι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, και συγκεκριμένα χωρίς να κοιτάξει καθόλου πίσω του για να ελέγξει την τυχόν κυκλοφορία και άλλων οχημάτων, εκτιμώντας την θέση, κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, είτε με την χρήση φλας είτε με την προβολή του χεριού του, δηλαδή με έκταση του βραχίονα (άρθρα 21 παρ. 1 και 2, 23 παρ. 2 και 4 ΚΟΚ).

Στην επέλευση όμως της σύγκρουσης, συνετέλεσε με πταίσμα της και η οδηγός του υπεραστικού λεωφορείου, η οποία κινούμενη πίσω από το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Β. Π., με ταχύτητα η οποία δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, δεν τήρησε όπως ήταν υποχρεωμένη αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο μοτοποδήλατο για την αποφυγή σύγκρουσης, αν τούτο μείωνε ξαφνικά την ταχύτητά του ή ακόμη και ακινητοποιούνταν (άρθρο 19 ΚΟΚ), λαμβάνοντας υπόψη ιδίως ότι το όχημα που οδηγούσε η εναγομένη (λεωφορείο) είχε εξαιρετικά μεγάλο όγκο και δυναμική σε σχέση με το μοτοποδήλατο, η δε οδός επί της οποία έβαιναν τα δύο οχήματα, είχε ολικό πλάτος 7,70 μέτρα, δηλαδή όχι τόσο μεγάλο ώστε να διευκολύνονται τυχόν απαραίτητοι αποφευκτικοί ελιγμοί.

Το ποσοστό της συνευθύνης της πρέπει να καθοριστεί στο 40%, κατά το υπόλοιπο δε ποσοστό, υπαίτιος είναι ο θανών οδηγός του μοτοποδηλάτου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, επιδίκασης αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που συνέβη από αμέλεια τόσον της πρώτης των αναιρεσειόντων κατά την οδήγηση οχήματος, ασφαλισμένου στους λοιπούς τούτων συνεταιρισμούς για ζημίες τρίτων, όσον και από αμέλεια του θανόντος, κατά παραδοχή σχετικής περί συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση του ατυχήματος ένστασης αυτών (αναιρεσειόντων).

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, με την παραδοχή ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος υπήρξε ο θανών, την οποία απόφαση και εξαφάνισε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας της οδηγού του λεωφορείου, αφού τα γενόμενα δεκτά παραπάνω περιστατικά πληρούν την έννοια της αμελούς συμπεριφοράς της κατ’ αυτό και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δικαιολογούν την επιδίκαση αποζημίωσης στην οικογένεια του θύματος.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με το ίδιο ουσιώδες ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους.

Ειδικότερα τη συνυπαιτιότητα της οδηγού του λεωφορείου αποδίδει το δικαστήριο της ουσίας στο γεγονός ότι ενώ εκινείτο σε οδό διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της, παρά τη μη ρητή αναφορά του τελευταίου αυτού περιστατικού, αφού δέχεται ότι το συνολικό πλάτος της οδού όπου συνέβη το ατύχημα είναι 7,70 μ., που άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από τα διάδικα μέρη, ότι τα ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή και συνεπώς με βάση τους παραπάνω κανόνες οδήγησης έπρεπε να τηρεί αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο στην ίδια λωρίδα δίκυκλο μοτοποδήλατο, ώστε να έχει τη δυνατότητα στα πλαίσια της ασφαλούς οδήγησης να αποφύγει τη σύγκρουση αν ο οδηγός του μείωνε ξαφνικά την ταχύτητά του, εν τούτοις εκινείτο πίσω από αυτό σε απόσταση 10-15 μέτρων, που δεν ήταν αρκετή και όταν ο οδηγός του δικύκλου μείωσε απότομα την ταχύτητά του και κινήθηκε διαγώνια αριστερά σε σχέση με την πορεία των δύο οχημάτων, παρά τη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού στην οποία αυτή προέβη δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση τούτων.

Δέχθηκε δε περαιτέρω ότι δεν ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκετή η απόσταση ασφαλείας των 10-15 μέτρων για την αποτροπή του ατυχήματος, επειδή το λεωφορείο είχε εξαιρετικά μεγάλο όγκο και το συνολικό πλάτος της οδού, στην οποία τα δύο οχήματα εκινούντο, δεν εξασφάλιζε τη διενέργεια αποφευκτικών ελιγμών σε περίπτωση που προέκυπτε ανάγκη προς τούτο από παραβατική συμπεριφορά του οδηγού του προπορευομένου δικύκλου μοτοποδηλάτου.

Αυτή η παράνομη και υπαίτια ενέργεια της οδηγού του λεωφορείου και ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του θύματος, δέχθηκε το Εφετείο ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο στην πρόκληση του ατυχήματος και του θανάτου του οδηγού του μοτοποδηλάτου, που χωρίς τη συμβολή της δεν θα επήρχετο τούτο. Έλαβε δε το Εφετείο υπόψη για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στην αόριστη έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της παραπάνω οδηγού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος κατά ένα μέρος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή η έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας της οδηγού του λεωφορείου στην πρόκληση του ατυχήματος, καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην ίδια απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1α, β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε στο Εφετείο, προς στήριξη του ισχυρισμού τους περί της έλλειψης υπαιτιότητας της οδηγού του λεωφορείου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, παραβόλου. Δεν τίθεται θέμα δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων λόγω της ερημοδικίας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 610/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ