Legislator Case Law & Legislation
959/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to serve additional grounds within required time limits.

Case Number 959/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by S. K. and K. K. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding regarding a notarized document, but the court found the appeal procedurally inadmissible. The court ruled that the additional grounds submitted on January 9, 2012, were not served on the appellee before the hearing, violating strict procedural requirements for filing supplementary arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 111(1)-(2), 568(2)-(4), 570(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; Additional grounds for cassation must be filed and served at least thirty days prior to the hearing, and failure to serve them renders them inadmissible for lack of procedural prerequisites.

Keywords

AI generated
cassation appeal additional grounds service of documents procedural inadmissibility Code of Civil Procedure time limits judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 111(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 533/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 959 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 959/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ... . Ο πρώτος παραστάθηκε με τον δεύτερο οποίος παραστάθηκε και για τον εαυτό του ατομικά με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σταθόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8128/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1776/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-5-2010 αίτησή τους και τους από 9-1-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 25-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης κατά τους λόγους του αναιρετηρίου και του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2, 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4 και 570 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, για το παραδεκτό όμως της άσκησής τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών πριν από την ίδια προθεσμία.

Η παράλειψη της καταθέσεως ή της εμπροθέσμου καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, που προβάλλονται με το από 9-1-2012 δικόγραφό των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι καθόσον, από τα έγγραφα της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι το οικείο δικόγραφο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη.

Οι αναιρεσείοντες ούτε επικαλούνται με τις προτάσεις τους επίδοση των προσθέτων λόγων στην αναιρεσίβλητη ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας εσφαλμένης ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής και γενικότερα του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ως προς το αν δηλαδή εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου προς διακρίβωση μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας:

α) είτε έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αντίθετα δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς παρόλο που αναφέρονται σ' αυτό β) είτε αξίωσε για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου στοιχεία περισσότερα ή διαφορετικά από εκείνο που απαιτούνται από αυτόν ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, οπότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8 στην πρώτη και αρ.1 στη δεύτερη περίπτωση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ: "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... . Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Από τη διάταξη αυτή και τις όμοιες του επόμενου άρθρου 58 σε συνδυασμό προς το άρθρο 914 ΑΚ προκύπτει ότι επί της προσβολής αυτής, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημιώσεως απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ: "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Εκ ταύτης προκύπτει ότι ικανοποίηση για την ηθική βλάβη παρέχεται μόνον όταν συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο και ρητώς αναφέρεται. Έτσι οι όροι της πιο πάνω παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημίωσης.

Για το λόγο αυτό, στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ο ενάγων υπέστη από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτή, καθώς και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει (από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η εδώ αναιρεσίβλητη εξέθετε σ'αυτήν ότι στην από 11-10-2005 έφεση του πρώτου των αναιρεσειόντων, την οποία υπογράφει ο δεύτερος αναιρεσείων, γιος του πρώτου και πληρεξούσιος δικηγόρος του και την προσυπογράφει και ο πρώτος, αναφέρεται η αναιρεσίβλητη, δικηγόρος, που είχε καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και των Ά.

και Δ. Τ., την οποία αφορούσε η ανωτέρω έφεση, ως "μόνιμος ψευδομάρτυρας" των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, όπως οι σχετικές περικοπές της εφέσεως αναφέρονται κατά λέξη στην αγωγή, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ψευδείς και οι αναιρεσείοντες τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους, και ότι από τους ψευδείς και συκοφαντικούς αυτούς ισχυρισμούς, που περιήλθαν στη γνώση του αναφερόμενου ευρύτατου κύκλου προσώπου, προσβλήθηκε (βάναυσα) η τιμή και η υπόληψή της ως ατόμου και δικηγόρου, επομένως δε η προσωπικότητά της και βάσει του ιστορικού αυτού ζήτησε η αναιρεσίβλητη, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι να καταβάλουν σ' αυτήν το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την κατά τα ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αυτή αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, κατά το άρρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναφέροντας τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγομένων από τις οποίες προσβλήθηκαν τα έννομα αγαθά της τιμής και της υπόληψης της αναιρεσίβλητης και οι οποίες στηρίζουν το αίτημα της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τα άρθρα 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 363 του ΠΚ, και το Εφετείο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική, περί (νομικής) αοριστίας, ένσταση - λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν αρκέστηκε σε ολιγότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής από όσα απαιτούνται κατά νόμον.

Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να μη μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αναφορά από τους εναγομένους στο δικόγραφο της έφεσης τους της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) Α. Σ. ως ψευδομάρτυρος και μάλιστα μονίμου των προαναφερόμενων διαδίκων αποτελεί γεγονός δυσφημιστικό που προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη της ως ατόμου και δικηγόρου, διαδόθηκε δε σε τρίτους, που έλαβαν γνώση του δικογράφου (...), δηλαδή πρόσωπα του επαγγελματικού κύκλου της ενάγουσας.

Το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και το γνώριζαν αμφότεροι οι εναγόμενοι, καθόσον η κατάθεση της ενάγουσας αναφέρεται σε γεγονός που υπέπεσε άμεσα στην αντίληψή της (...), η αλήθεια δε αυτή δεν προσβλήθηκε ποτέ από τους εναγομένους με την υποβολή εις βάρος τους μηνύσεως για την πράξη της ψευδορκίας ... (ακολουθεί αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και σχετική επιχειρηματολογία του δικαστηρίου βάσει των αποδείξεων).

Εξάλλου (συνεχίζει το Εφετείο), το ότι το κείμενο της έφεσης που περιλαμβάνονται οι προσβλητικοί για την ενάγουσα ισχυρισμοί συντάχθηκε από τον πρώτο των εναγομένων δεν αίρει τη γνώση του δευτέρου από αυτούς περί της αναγραφής του προαναφερόμενου ψευδώς γεγονότος εν γνώσει μάλιστα του ψεύδους, εφόσον υπογράφει την έφεση ως πληρεξούσιος δικηγόρος και επιπλέον είναι υιός του πρώτου και γνώστης της αντιδικίας του, ενώ άλλωστε και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) αμφότεροι οι εναγόμενοι εμμένουν στο ότι είναι αληθείς οι ισχυρισμοί τους ως προς την ενάγουσα.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο ως προς το ζήτημα της αναλήθειας του προαναφερθέντος ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (με αυτονόητη την παραδοχή του αντιθέτου, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν είναι ψευδομάρτυρας και μάλιστα "μόνιμη"), όσο και της υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και δη της γνώσης αυτών περί της αναληθείας των, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ως άνω, ισχυρισθέντων.

Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 533/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του αριθμού 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ως ανωτέρω ότι (και) ο δεύτερος αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια του περιεχομένου στην ειρημένη έφεση ως άνω ισχυρισμού, αφού σύμφωνα με τα διδάγματα αυτά υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες) "άπαντες είμεθα πολύ προσεκτικοί και διαβάζαμε προσεκτικά και συνεπώς γνωρίζαμε κατά περιεχόμενο κείμενα που προσυπογράφουμε και τα οποία συνέταξε τρίτος μη συγγενής μας, καθώς στην περίπτωση που ο συντάκτης είναι συγγενής και μάλιστα 1ου βαθμού η επιφυλακτικότητα αμβλύνεται και υποχωρεί μπροστά στη μεγάλη εμπιστοσύνη και οικειότητα, πολλώ δε μάλλον όταν το κείμενο φέρει και την υπογραφή του συντάκτη του, όπως εν προκειμένω, και η υπογραφή έχει την έννοια της απλής νομιμοποιήσεως, οπότε σ' αυτές τις περιπτώσεις το κείμενο δεν αναγιγνώσκεται καν (ιδίως όταν αυτό είναι πολυσέλιδο και δυσανάγνωστο, όπως εν προκειμένω)".

Πέραν του ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία δεν αναφέρονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο προαναφερθείς τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, αφού η προσαπτόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, όχι δε την κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ερμηνεία κανόνων δικαίου (προρρηθείσες διατάξεις) ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, με αποτέλεσμα η κρίση (παραδοχή) αυτή του Εφετείου να μην υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ.1β και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2010 αίτηση των Σ. Κ. και Κ. Κ., για αναίρεση της 1776/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ