Supreme Court allows appeal against lower court's finding of joint liability without evidence of total payment agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which held the appellant liable for the full remaining purchase price. The appellant argued that the lower court erred by assuming a joint liability agreement without evidence, as the contract was for a divisible sum. The court ruled that the lower court considered facts not proposed by the appellant, violating procedural requirements, and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 480 and 481 of the Civil Code; When a court assumes joint liability for a divisible obligation without evidence of a specific agreement to the contrary, it must consider facts not proposed by the party, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 959 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 959/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΒΕΡΜΙΟΥ" (ΓΕΣΠΟΒ), που εδρεύει στην Σκύδρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πουλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1480/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του τρίτου κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγο του αναιρετηρίου.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής ο ενάγων συνεταιρισμός εξέθετε τα εξής : Ότι στις αρχές Ιουνίου του έτους 2002 συμφώνησε με τους εναγόμενους, που ενεργούσαν δια του αμέσου αντιπροσώπου τους τρίτου των εναγομένων (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) να τους πωλήσει ροδάκινα, νεκταρίνια και κεράσια εσοδείας 2002.
Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής πώλησε και παρέδωσε στους εναγόμενους, δια του ως άνω αντιπροσώπου τους, κατά το χρονικό διάστημα από 12-6-2002 έως τέλος Αυγούστου 2002, τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή ποσότητες κατ' είδος προϊόντος, αντί της συμφωνηθείσας και αναφερόμενης επίσης στην αγωγή τιμής πώλησης.
Ότι έναντι του συνολικού τιμήματος των 2.002.195,35 ευρώ οι εναγόμενοι κατέβαλαν μέρος του τιμήματος και το υπόλοιπο ποσό των 994.349,35 ευρώ συμφωνήθηκε να το καταβάλουν τμηματικά από 30-12-2002 έως 20-9-2003 κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Ότι αν και παρήλθε ο συμφωνηθείς χρόνος αποπληρωμής του τιμήματος οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το τίμημα και έτσι κατέστησαν υπερήμεροι.
Ζήτησε δε ο ενάγων να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το οφειλόμενο τίμημα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω, ο ενάγων, επικαλούμενος ότι ο υπερήμερος περί την πληρωμή του τιμήματος αγοραστής αγροτικών προϊόντων διαπράττει και ποινικό αδίκημα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, καθένας εις ολόκληρο.
Υπό το περιεχόμενο αυτό ασκούνται με την αγωγή δύο παράλληλες αξιώσεις, μία από τη σύμβαση πωλήσεως, η οποία είναι κατά πάντα ορισμένη, ως διαλαμβάνουσα όλα τα αναγκαία από τη διάταξη του άρθρου 513 του Α.Κ. στοιχεία (πράγμα, τίμημα και συμφωνία μετάθεσης της κυριότητας του πράγματος και πληρωμής του τιμήματος) και μία από την αδικοπραξία.
Επομένως, το Εφετείο που μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε ερευνήσει και δεχθεί την αγωγή κατά τη βάση της από αδικοπραξία, ερεύνησε και την μη ερευνηθείσα βάση της αγωγής από την πώληση, την οποία έκρινε ορισμένη, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι σωρεύεται στο δικόγραφο της αγωγής και βάση από τη σύμβαση πώλησης, την οποία και ερεύνησε, δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα και ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη βάση της αγωγής, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Το ενάγον, ΝΠΙΔ που είναι Γεωργική Ένωση Συνεταιρισμών Πώλησης Οπωροκηπευτικών του Βερμίου, με έδρα την Σκύδρα, εκπροσωπούμενο από τον τότε Πρόεδρο του δ.σ. αυτού Η. Π., προήλθε σε διαπραγματεύσεις, καταρχήν με τον Α.
Κ. (τρίτο των εναγομένων), ο οποίος ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος, στο όνομα και για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου καθώς και του Γ. Λ. (δευτέρου εναγομένου), πώλησης προς αυτούς των ειδικώς προσδιοριζόμενων στην αγωγή ποσοτήτων ροδάκινων, νεκταρινιών και κερασιών, αντί των αναφερομένων για κάθε είδος ποσών/κιλό.
Στα πλαίσια εκτέλεσης της συμφωνίας αυτής, η οποία συνήφθη τελικά στη Σκύδρα με τον πρώτο εναγόμενο, που ενεργούσε αφενός ατομικά και αφετέρου όταν χρειαζόταν και για λογαριασμό του δευτέρου, που διέμενε στη Μόσχα, και επιβεβαίωνε τηλεφωνικά την κάθε φόρτωση, το ενάγον πώλησε και παρέδωσε στους εναγόμενους τις ακόλουθες ποσότητες γεωργικών προϊόντων συνολικής αξίας 2.002.195,35 ευρώ, εκδοθέντων σχετικώς των αναφερομένων στην αγωγή και πιο κάτω, τιμολογίων απευθείας στο όνομα των παραληπτριών των προϊόντων αλλοδαπών εταιρειών (χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπου, κυρίως δραστηριοποιούνταν οι δύο πρώτοι των εναγομένων), στις οποίες ως αγοράστριες, είχαν, στο μεταξύ, μεταπωλήσει αυτά οι τελευταίοι και αυτό για την αποφυγή έκδοσης διπλών τιμολογίων, προφανώς, για φορολογικούς λόγους, πράγμα που δέχθηκε το ενάγον και εξέδιδε τα τιμολόγια στο όνομα των πελατών των εναγομένων, καθ' υπόδειξη αυτού και μέσου του τρίτου εναγομένου.
Συγκεκριμένα δε, κατά το χρονικό διάστημα από 12/6/2002 έως τέλος Αυγούστου του ιδίου έτους πωλήθηκαν και παραδόθηκαν διαδοχικά στον εναγόμενο οι ακόλουθες ποσότητες αγροτικών προϊόντων - φρούτων (δηλαδή ροδακίνων, νεκταρινιών και κερασιών) αντί του προσδιοριζομένου για κάθε πωληθείσα ποσότητα, τιμήματος, δηλαδή: 1) Την 12-6-2002:
α) 16.100 κιλά ροδάκινα ποικιλίας "Πριν Κρεστ" προς 0,60 ευρώ το κιλό, συνολικής αξίας 9.660 ευρώ και β) 1.800 κιλά νεκταρίνια ποικιλίας "Σίλβερ Κινγκ" προς 0,80 ευρώ το κιλό, συνολικής αξίας 440 ευρώ, ήτοι ροδάκινα και νεκταρίνια συνολικής αξίας 11.100 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμόν 5/12-6-2002 εμπορικού τιμολογίου και του υπ' αριθμόν 6285/12-6-2002 δελτίου αποστολής ... 2) Την 13-6-2002:
α)15.770 κιλά ροδάκινα ποικιλίας "Σπριν Κρεστ" προς 0,59 ευρώ το κιλό, συνολικής αξίας 9.304,30 ευρώ και β) 1.810 κιλά νεκταρίνια ποικιλίας "Σίλβερ Κινγκ" προς 0,79 ευρώ το κιλό, συνολικής αξίας 1.429,90 ευρώ, ήτοι ροδάκινα και νεκταρίνια συνολικής αξίας 10.734,20 ευρώ, εκδοθέντος του υπ' αριθμόν 6/13-6-2002 εμπορικού τιμολογίου και του υπ' αριθμόν 6288/13-6-2002 δελτίου αποστολής, 3) ..., 4) ..., 186)... .
Έτσι, το ενάγον πώλησε και παρέδωσε διαδοχικά στον εναγόμενο τα πιο πάνω εμπορεύματα, συνολικής αξίας, με βάση τα συμφωνηθέντα, ύψους 2.002.195,35 ευρώ. Οι φορτώσεις των εμπορευμάτων γινόταν από τις εγκαταστάσεις του ενάγοντος στη Σκύδρα, διαδοχικά, κατόπιν συγκεκριμένων παραγγελιών των δύο πρώτων εναγομένων δια του τρίτου, εντολοδόχου τους, ο οποίος και επιμελούνταν των φορτώσεων σε αυτοκίνητα - ψυγεία, που απέστειλαν οι εναγόμενοι κάθε φορά και ενεργώντας (ο τρίτος) στα πλαίσια οδηγιών των δύο πρώτων υπεδείκνυε στο ενάγον το όνομα της αλλοδαπής εταιρείας για την οποία προοριζόταν κάθε φορτίο, για την έκδοση των τιμολογίων στο όνομά της, από το οποίο απέμεινε τελικώς οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους 2.002.195,35 ευρώ και αναφορικά με την εξόφληση του οποίου συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος δια του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου αυτού και του ιδίου του πρώτου εναγομένου να γίνει (η εξόφληση) εις ολόκληρον και από τον ίδιο, σε δώδεκα δόσεις και συγκεκριμένα: 1) Στις 30/12/2002, ποσό 294.349,35 ευρώ, 2) ... .
Η συμφωνία αυτή έγινε καθόσον τον Αύγουστο του 2002 προέκυψε ζήτημα ποιότητας 35 φορτίων ροδάκινων και νεκταρινιών (επί συνόλου 186 φορτίων που παραδόθηκαν συνολικά) και τέθηκε από τους εναγόμενους (δύο πρώτους) πρόταση έκπτωσης ποσού 460.000 ευρώ, ενώ συγχρόνως προς εξασφάλιση της πληρωμής του υπολοίπου με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος επιταγές και τελικώς κατόπιν συνεχών αντικαταστάσεων αυτών δώδεκα (120 τραπεζικές-επιταγές συνολικού ποσού 700.000 ευρώ [άλλες ο ίδιος και άλλες μέσω εταιρειών συμφερόντων του, τρεις εκ των οποίων βρίσκονται στα χέρια του ενάγοντος.
Αν και παρήλθαν όμως οι ανωτέρω ημερομηνίες καταβολής των επί μέρους δόσεων του οφειλομένου υπολοίπου του τιμήματος των ενδίκων πωλήσεων δεν κατεβλήθη κανένα ποσό ούτε και μεταγενέστερα και έτσι έγινε υπερήμερος οφειλής κάθε επί μέρους ποσού από την επομένη της συμφωνηθείσας για την εξόφληση του ημερομηνίας κατά τα ανωτέρω.
Τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν με σαφήνεια από τον προαναφερθέντα μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε ακόμη κατά την εξέταση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου: Ότι με τον εναγόμενο - εκκαλούντα η Ένωση συνεργαζόταν από δεκαετίας, αγόραζε δηλαδή αυτός προϊόντα της, όπως και από άλλες συνεταιριστικές ενώσεις.
Την προηγούμενη δε περίοδο εσοδείας είχε επίσης αγοράσει προϊόντα και φόρτωσε 57 αυτοκίνητα. Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα του πρότεινε να συμφωνήσουν ώστε να αγοράσει όλα τα γεωργικά προϊόντα που εμπορευόταν και εξήγαγε στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (περίπου 250 σε ετήσια βάση) αγοράζοντας τα (ανά 20 με 30 φορτία) από διάφορες Συνεταιριστικές Ενώσεις μόνον από το ενάγον.
Ότι για το λόγο αυτό κατόπιν συνεννόησης με τον εναγόμενο, αποφασίσθηκε από την Ένωση και μετέβη με ενέργειες του εναγομένου({έκδοση βίζας κ.λ.π.) στη Μόσχα προκειμένου να γνωρίσει και τον συνέταιρο του εναγομένου τον Γ. Λ. και να διαπιστώσει αν πράγματι οι συνθήκες των δραστηριοτήτων των εναγομένων στην εκεί αγορά, που είναι η μεγαλύτερη λαχαναγορά της ευρώπης και διατηρούν εκεί -ο εναγόμενος και ατύπως ο συνέταιρος του Λ.- κατάστημα, που το διευθύνει ο τελευταίος ως διαμένων στη Μόσχα, για την οποία θα προοριζόταν τα προϊόντα της Ένωσης) επέτρεπαν την κατάρτιση συμβάσεων πωλήσεων του σημαντικού ύψους που πρότεινε ο εναγόμενος και διαπραγματευόταν η Ένωση.
Ότι στη συνέχεια έλαβαν χώρα αλλεπάλληλες επικοινωνίες τηλεφωνικά και με τον εναγόμενο και το Λ., και καταρτίσθηκε η ένδικη συμφωνία για τις επίδικες διαδοχικές πωλήσεις οι οποίες επιβεβαιώνονταν πριν από κάθε φόρτωση της εκάστοτε συγκεκριμένης παραγγελίας και από τους δύο κατά τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις και από τον Α.
Κ. (τρίτο εναγόμενο) ο οποίος ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό των ανωτέρω δύο μετέφερε στο σύνολον τις οδηγίες ανήκον αναφορικά με το όνομα της παραλήπτριας των εμπορευμάτων εξ αυτών αλλοδαπής εταιρείας, στο όνομα της οποίας εκδίδονταν κάθε φορά τα σχετικά τιμολόγια. Ότι ακόμη όταν δημιουργήθηκε η προαναφερθείσα διαφορά σχετικά με 35 φορτώσεις ο εναγόμενος εμφανίσθηκε στο δ.σ.
του ενάγοντος και συμφώνησε, αναλαμβάνοντας και ατομικά τη σχετική υποχρέωση, καταβολής του επιδίκου υπολοίπου του οφειλομένου τιμήματος τμηματικά, όπως προαναφέρθηκε ειδικότερα (σε 12 δόσεις των προσδιοριζόμενων πιο πάνω ποσών και κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες καταβολής αυτών) εκδίδοντας στη συνέχεια προς εξασφάλιση του ενάγοντος και επιταγές όπως επίσης προεκτέθηκε.
Τα κατατεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την φόρτωση και μεταφορά πωληθείσας ποσότητας των ενδίκων εμπορευμάτων, ο οποίος κατέθεσε ότι την εντολή για την φόρτωση την πήρε από τον Λ., από την Μόσχα με εντολή του οποίου και συνάντησε τον εναγόμενο (Γ.) στην Ελλάδα, όπου γνώρισε για πρώτη φορά και τον Κ. ([τρίτο εναγόμενο), χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει αν στην ένδικη σύμβαση πώλησης συμβλήθηκε ή αναμείχθηκε και ο εναγόμενος και με ποια ιδιότητα (του αγοραστή ή αντιπροσώπου ή βοηθού εκπλήρωσης του Λ.), αφού τέτοιο, αντίθετο των περιεχομένων στην κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα απόδειξης, δεν προκύπτει από την μαρτυρία του τελευταίου, η οποία επομένως δεν ενισχύει την σχετική άρνηση του εναγομένου, αναφορικά με την ιδιότητα του ως αντισυμβαλλομένου (αγοραστή) του ενάγοντος στην ένδικη υπόθεση.
Εξάλλου, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος τις προαναφερθείσες επιταγές για την εξασφάλιση της εξόφλησης μέρους του επιδίκου υπολοίπου του τιμήματος, όπως κατατέθηκε και από τον μάρτυρα απόδειξης (βλ. και προσκομιζόμενα αντίγραφα επιταγών), ούτε ότι διαπραγματεύθηκε με τους εκπροσώπους (δ.σ.) του ενάγοντος τον τρόπο αποπληρωμής του επιδίκου υπολοίπου, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτά έγιναν προκειμένου να εξυπηρετήσει την ένωση και τον Γ.
Λ. όσον αφορά την εξόφληση από τον τελευταίο του επιδίκου ποσού (υποχρέωση που διατείνεται ότι ανέλαβε ο τελευταίος και όχι και ο ίδιος), καθόσον μάλιστα το δ.σ. του ενάγοντος ενόψει της κατάστασης που δημιουργήθηκε επέρριπτε ευθύνες στον Πρόεδρου αυτού (Π.) για την κατάρτιση της σύμβασης. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος καθόσον πέραν του ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπό πιο συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες, και λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και εμπειρίας 9άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), δεν δικαιολογείται η ανάληψη μιας τέτοιας, σημαντικού ύψους, υποχρέωσης και μάλιστα χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις και εξασφάλιση του ιδίου (εναγομένου) χωρίς να υφίσταται υποχρέωση αυτού έναντι του εκκαλούντος απορρέουσα από την ένδικη σύμβαση, δεν προκύπτει η βασιμότητα του και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Εξ άλλου και ούτε από την απολογία του εναγομένου ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου στο οποίο παραπέμφθηκε ως κατηγορούμενος μαζί με τους λοιπούς δύο εναγομένους για την παράβαση του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικ. με το ν. 1409/1983 και καταδικάσθηκε ως υπερήμερος αγοραστής καλώς και ο δεύτερος εναγόμενος με την υπ' αρ. 1264/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του τελευταίου προκύπτει κάτι αντίθετο, αλλά ενισχύονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί, λόγος για τον οποίο και απορρίφθηκαν οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του ιδίου (εναγομένου) και του Γ.
Λ. ως αβάσιμοι, επιβλήθηκαν δε σ' αυτούς ποινές 3 και 4 ετών στον καθένα αντιστοίχως. Ενισχυτικό της κρίσεως του Δικαστηρίου αυτού είναι και το περιεχόμενο της προαναφερομένης από τον ίδιο βεβαίωσης υπ' αρ. πρωτ. 434/2004 του Αγροτικού Συνεταιρισμού Άμμου Βέροιας "Νέος Αλιάκμων", σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος ως συνεργάτης του συνεταιρισμού από το 1995 αγοράζει προϊόντα για εξαγωγή σε τρίτες χώρες, χωρίς να δημιουργηθεί από την συνεργασία αυτή καμία οικονομική διαφορά.
Στη συνεργασία όμως αυτή με τον συγκεκριμένο συνεταιρισμό συμμετείχε και ο Γ. Λ. επίσης ως αγοραστής, όπως προκύπτει από την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν από τον εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του ποινικού Δικαστηρίου που προαναφέρθηκε, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι στην ένδικη σύμβαση συμβλήθηκαν ως αγοραστές ο εναγόμενος από κοινού με τον συνεργάτη του στη Ρωσία, για την αγορά της οποίας προοριζόταν τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζαν, Γ.
Λ.. Κατόπιν των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της κατά την ερευνώμενη νόμιμη βάση της από την σύμβαση και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στο ενάγον το επίδικο ποσό των 994.349 ευρώ (κατά νόμιμη στρογγυλοποίηση των 949.349,35 ευρώ), νομιμοτόκως του ποσού κάθε δόσεως από την επομένη της δήλης ημέρας εξόφλησης του κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό και με προσωπική του κράτηση, ως μέσον αναγκαστική εκτέλεσης, λόγω της εμπορικής ιδιότητας του εναγομένου και της εμπορικότητας της ένδικης οφειλής του, καθόσον άλλωστε δεν αποδεικνύεται ούτε, εξάλλου, ισχυρίσθηκε αυτός ότι η μη εξόφληση του χρέους του οφείλεται αποκλειστικά σε σχετική του αδυναμία, όπως η διάρκεια αυτής (προσωπικής κράτησης) ορίζεται στο διατακτικό".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή κατά τη βάση της από τη σύμβαση πώλησης και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο και εκκαλούντα, ήδη δε αναιρεσείοντα να καταβάλει, στον ενάγοντα το ποσό των 994.349 ευρώ. Έτσι που έκρινε, το Eφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 513 του Α.Κ.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται με σαφήνεια ότι η πώληση καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και των δύο πρώτων εναγομένων, επομένως και του αναιρεσείοντος, κατ' εντολή των οποίων ο ενάγων παρέδωσε τα πωληθέντα προϊόντα σε εταιρίες της Σοβιετικής Ένωσης, στις οποίες εκείνοι τα είχαν μεταπωλήσει και στο όνομα των οποίων για την αποφυγή έκδοσης διπλών τιμολογίων, προφανώς για φορολογικούς λόγους, εξέδιδε τα τιμολόγια.
Η παράδοση αυτή αποτελεί παράδοση στον ίδιο τον αγοραστή. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται σαφούς, επαρκούς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 481 ΑΚ, οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ’ αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά, ενώ κατά το άρθρο 480 ΑΚ σε περίπτωση αμφιβολίας η ενοχή δεν είναι εις ολόκληρον.
Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι εφόσον πρόκειται περί διαιρετής παροχής και από τη δικαιοπραξία ή την ιδιαίτερη μεταξύ των μερών σύμβαση ή το νόμο δεν συνάγεται ενοχή εις ολόκληρον ή διαίρεση αυτής κατ’ άνισα μέρη, η παροχή διαιρείται σε ίσα μέρη (A.Π. 815/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα, που είναι ένας από τους δύο αγοραστές, να καταβάλει ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος, δεχόμενο ότι όταν προέκυψε η διαφορά για καταβολή του υπολοίπου τιμήματος καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για καταβολή ολοκλήρου του ποσού από τον αναιρεσείοντα. Τέτοια, όμως, συμφωνία, η επίκληση της οποίας προκειμένης διαιρετής παροχής από σύμβαση είναι αναγκαία για την υποχρέωση καταβολής εις ολόκληρον, δεν επικαλέσθηκε ο ενάγων με την αγωγή του, ούτε με τις προτάσεις του. Η αναφορά στην αγωγή ότι "από την συνολική αυτή αξία των πωληθέντων προς τους δύο πρώτους εναγόμενους φρούτων κατέλιπαν αυτοί ως υπόλοιπο το ποσό των 994.349,35 ευρώ, το οποίο συμφωνήσαμε μ' αυτούς να μου καταβληθεί ως εξής ..." δεν αποτελεί επίκληση συμφωνίας εις ολόκληρον καταβολής του υπολοίπου τιμήματος. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για καταβολή ολοκλήρου του υπολοίπου τιμήματος από τον αναιρεσείοντα, τον οποίο και υποχρέωσε να το καταβάλει ολόκληρο και όχι το ήμισυ, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο του αναιρετηρίου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά το παραπάνω κεφάλαιό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1480/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ