Legislator Case Law & Legislation
959/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and evidentiary evaluation errors.

Case Number 959/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court violated human rights and misinterpreted evidence, but the court found these claims inadmissible as they concerned the substantive evaluation of facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the present defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substantive evaluation of evidence by the court of first instance, and appeals based on such evaluation are inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal substantive evidence evaluation property ownership acquisition adverse possession period costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 242 and 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 576, 974, 976, 1045 and 1051 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 959 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 959/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοκκονό.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ψ2 συζ. Ψ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 272/15-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την έκθεση επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος και επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 3-6-2008 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Όμως ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.

Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 29/2000, ΑΠ 1882/1999). Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία του ακινήτου, η καλλιέργειά του, καθώς και η παραχώρηση αυτού σε τρίτον για τη βόσκηση των ζώων του με ή χωρίς αντάλλαγμα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 β' του ΚπολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και την ένσταση ιδίας κυριότητας των τελευταίων: "Κύριος του επιδίκου ήταν αρχικά ο Κ1 ή "...", ο οποίος κατά έτος 1925 το μεταβίβασε άτυπα ως προίκα στην κόρη του Λ1, που το ίδιο έτος παντρεύτηκε το Σ1 και έκτοτε το νεμόταν με διάνοια κυρίου, ασκώντας είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπων της τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής.

Το γεγονός αυτό, ήτοι η άτυπη παραχώρηση λόγω προίκας από το Κ1 στην κόρη του, επιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ' αρ. .... δημόσια διαθήκη του ανωτέρω απώτατου δικαιοπαρόχου, στην οποία επί λέξει αναγράφεται: "Στη θυγατέρα μου Λ1 επειδή όταν την υπάνδρευσα της έδωσα άνευ συμβολαίου...

έναν αγρό, ήδη καθορίζω και της αφήνω τον αγρόν τούτον και δια της παρούσης διαθήκης μου, ήτοι τον εις θέσιν ...ορίου ...τέως Δήμου ...αγρόν μου και ουδέν έτερον". Ο ισχυρισμός όμως του εκκαλούντος ότι με την ανωτέρω διαθήκη μεταβιβάστηκε στη Λ1 άλλο ακίνητο, που βρίσκεται σε διαφορετική θέση και όχι το επίδικο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η θέση "...",είναι αυτή με τη θέση "...".

Εξάλλου, ο ενάγων, ενώ επικαλείται ότι το ακίνητο της Λ1 βρίσκεται στη θέση "...", δεν καθορίζει που περίπου αυτό βρίσκεται, με ποια ακίνητα συνορεύει και αν τυχόν αυτή και οι κληρονόμοι της άσκησαν σ' αυτό οποιεσδήποτε πράξεις νομής. Το επίδικο ακίνητο νέμονταν από κοινού η Λ1 με το σύζυγο της Σ1 μέχρι το έτος 1935, που ο τελευταίος μετανάστευσε στην Αργεντινή.

Έκτοτε και μέχρι το έτος 1950 που και η ίδια μετανάστευσε στην Αργεντινή, το νεμόταν αυτοπροσώπως και στη συνέχεια δι' αντιπροσώπων και συγκεκριμένα: α)μέχρι το έτος 1953 δια του υιού της Υ1, ο οποίος το ίδιο έτος έφυγε για την Αργεντινή, β)από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1957 δια του αδελφού της..., ο οποίος το έτος αυτό (1957) μετανάστευσε στην Αυστραλία και γ) από το έτος 1957 και μέχρι το θάνατο του το έτος 1989 δια του αδελφού της Π1.

Από το έτος δε 1988, που η Λ1 απεβίωσε, το νέμονταν δι' αντιπροσώπων οι κληρονόμοι της και ειδικότερα οι κόρες της, Λ2, Λ3 και Λ4, μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Αυτές μέχρι το 1989 το νέμονταν δια του θείου τους Π1 και ακολούθως μέχρι το 1998 δια της συζύγου του τελευταίου Π2. Κατά το έτος 1998 αυτές ανέθεσαν στον ... να το πωλήσει και έτσι δυνάμει του από 19-3-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού οι κόρες της Ψ2 εκπροσωπούμενες από τον ανωτέρω αντιπρόσωπο τους πώλησαν το επίδικο στη δεύτερη εναγομένη, η οποία έκτοτε εγκαταστάθηκε με το σύζυγο της (πρώτο εναγόμενο) στη νομή του ακινήτου και, αφού το καλλιέργησαν με γεωργικό ελκυστήρα, το έσπειραν με δημητριακά.

Ακολούθως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. ... πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σπάρτης Γεωργίας Αθανασούλια-Δεμπεγιώτου μεταβίβασαν τούτο κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη, η οποία πλέον κατέστη κυρία και με παράγωγο τρόπο. Αυτή δε έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι από το έτος 2001 το νέμεται με διάνοια κυρίου ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής προσμετρώντας στη νομή της και τη νομή των δικαιοπαρόχων της, την οποία, όπως προεκτέθηκε, αυτοί ασκούσαν είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπων.

Ειδικότερα δε, όπως προεκτέθηκε, ο αντιπρόσωπος της Λ1, Π1, κατά το έτος 1970 εκμίσθωσε τη χορτονομή του επιδίκου στον κτηνοτρόφο Ρ1, ο οποίος παρέμεινε ως μισθωτής τούτου για δώδεκα συνεχή έτη δίνοντας του ένα κατσίκι το χρόνο και 25 κιλά τυρί. Ακολούθως, μετά το θάνατο του Π1, όπως βεβαίωσε η σύζυγος του Π2, ο ενάγων (ανιψιός της Λ1, γιος του αδελφού της ...) αναλαμβάνοντας να την εξυπηρετήσει, επειδή ήταν μεγάλης ηλικίας, της έφερνε τα "λιβαδιάτικα" τα οποία ελάμβανε ως μίσθωμα από τους κτηνοτρόφους που κατά καιρούς μίσθωναν το επίδικο, χωρίς αυτή να του έχει αναθέσει κάτι τέτοιο.

Μάλιστα η τελευταία κατέθεσε ότι πιέστηκε από τον ενάγοντα να δώσει προηγούμενη κατάθεση ευνοϊκή γι' αυτόν, την οποία ανακαλεί ως αναληθή. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων λόγω της συγγένειας του με την ιδιοκτήτρια του ακινήτου, που έμενε μόνιμα στο εξωτερικό, και τους αντιπροσώπους της, εκμεταλλευόταν με την ανοχή των τελευταίων το επίδικο χωρίς όμως να έχει αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού δεδομένου ότι ουδέποτε το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου αφού από την υπ' αριθμ. ...διαθήκη γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης αυτού.

Έτσι μπορεί να εξηγηθεί γιατί αυτός εμφανίζεται στην υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της Θ1, που προσκομίζει ο ενάγων, ως όμορος γείτονας του ακινήτου Θ1 αλλά και γιατί στις υπ' αριθμ. 547 και 548/1984 αποφάσεις του Πταισματοδικείου Γερακίου φέρεται ως ζημιωθείς μαζί με τον πρώτο εναγόμενο από αγροτική φθορά με ζώα που προκάλεσε ο Ρ1.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι κύρια τούτου έγινε η δεύτερη εναγομένη τόσο πρωτοτύπως όσο και παραγώγως, δεκτής γενομένης ως κατ' ουσίαν βάσιμης της προβαλλόμενης από αυτήν ενστάσεως ιδίας κυριότητας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, δεχθέν την περί ιδίας κυριότητας ένσταση των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚπολΔ, αφού παραθέτει τις ανωτέρω παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι με βάση τις παραδοχές αυτές, παραβίασε α)τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, β)τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 ΑΚ) και γ)τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού στο ανωτέρω συμβόλαιο, "δυνάμει του οποίου, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη, απέκτησε η δεύτερη εναγόμενη παραγώγως την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αναφέρεται ότι οι πωλήτριες Λ2, Λ3 και Λ4, είναι συγκύριες και σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του εν αυτώ περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο περιήλθε σε αυτές κατά το άνω ποσοστό ή το ίσον αυτού 16/48 ιδανικά μερίδια ως εξής:(α) κατά τα 9/48 ιδανικά μερίδια, από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα τους Σ1, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1985, β) κατά τα, 3/48 ιδανικά μερίδια από κληρονομία εξ αδιαθέτου της μητέρας τους Λ1 η οποία απεβίωσε το έτος 1988 και, γ) κατά τα 4/48 από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αδελφού τους Υ1, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1988.

Σημειωτέον ότι ο τρόπος κτήσεως του ακινήτου αυτού από τον πατέρα τους Σ1, ο οποίος φέρεται ως δικαιοπάροχος τους δεν εκτίθεται στο συμβόλαιο. Όπως προκύπτει από το συμβόλαιο αυτό, κύριος του ακινήτου ήταν ο Σ1, ο οποίος κληρονομήθηκε από την σύζυγο του, n οποία απεβίωσε τρία (3) χρόνια μετά από αυτόν και από τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι τις τρεις (3) θυγατέρες του και τον υιό του Υ1.

Επομένως οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην δεύτερη εναγόμενη το μεν με πρωτότυπο τρόπο, λόγω της νομής σε αυτό από το έτος 1925, της απωτάτης δικαιοπαρόχου της Λ1, το δε και με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του άνω συμβολαίου, είναι μη νόμιμες, αφού δεν είναι δυνατόν η Λ1 να είναι μόνη και αποκλειστική κυρία, αλλά ταυτόχρονα και συγκυρία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της Σ1 και σε ποσοστό 3/48 εξ αδιαιρέτου, ενώ δεν έλαβε υπ' όψη της το γεγονός ότι ο Σ1 απεβίωσε το έτος 1985 και ότι αυτός, ως μοναδικός κύριος, ασκούσε τη νομή και όχι η σύζυγός του Λ1 , ότι μεταξύ των συγκληρονόμων του ήταν και ο υιός του Υ1 και δεν μπορούσαν να ασκούν νομή μόνες οι θυγατέρες του και ότι το άνω συμβόλαιο συντάχθηκε το έτος 2003 και σε αυτό δεν γίνεται μνεία του ιδιωτικού συμφωνητικού, γεγονός που σημαίνει ότι τη νομή του πωληθέντος ακινήτου το έτος 2001 είχαν οι πωλήτριες αδελφές Λ2, Λ3, Λ4 και όχι η εναγόμενη, και ότι μετά ταύτα ο χρόνος από τον οποίο θα μπορούσε να αρχίσει να προσμετράται η νομή των δικαιοπαρόχων της εναγομένης ήταν το έτος 2003 και όχι το 2001".

Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εκτός του ότι είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε τι συνίστανται οι παραβιάσεις, ποιο είναι το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ποιά είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και ποιά επίδραση είχε αυτό στο διατακτικό της απόφασης, είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, ενόψει του ότι η αιτιολογία της απόφασης ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας" επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της, αναφέρονται, αποκλειστικά, στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Από το άρθρο 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στην εν λόγω διάταξη και συγκεκριμένα: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά, λέξη, τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πλέον συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη της τα προσαχθέντα από εμάς αποδεικτικά μέσα, ούτε και εξετίμησε ορθά τα πιστοποιητικά του Δημάρχου ..., την υπ' αριθ. ...

δημόσια διαθήκη της Θ1 και τις υπ' αριθ. 547/1984 και 548/1984 αποφάσεις του Πταισματοδικείου Γερακίου, με αποτέλεσμα να μην κρίνει την έφεση μου αμερόληπτα, όπως όφειλε, αφού, όπως προελέχθη, δεν έλαβε υπόψη της και δεν ερμήνευσε ορθώς όλα τα στοιχεία που προσκόμισα". Οι επικαλούμενες με τον άνω λόγο πλημμέλειες, δε στοιχειοθετούν κανένα λόγο αναιρέσεως από τους ως άνω περιοριστικώς αναφερό-μενους στο άρθρο 560 του ΚπολΔ και συνεπώς είναι απαράδεκτος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "ψευδώς εφήρμοσε τις διατάξεις του νόμου και ψευδώς ερμήνευσε το άνω συμβόλαιο, όπως, επίσης, ψευδώς δέχθηκε την ύπαρξη έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης" είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚπολΔ).

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2008 αίτηση του X1 για αναίρεση της 17/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης Ψ2 συζ. Ψ1, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ