Legislator Case Law & Legislation
959/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on retroactive social security law application and document distortion, remanding case.

Case Number 959/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding employment status and social security benefits. The appellants argued the lower court ignored evidence and distorted a document, while the appellee contended the court properly evaluated all evidence. The court found the lower court violated specific social security regulations for the period in question but rejected the claim of document distortion, ordering the case remanded for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1b), 8(2), 11(2) & 3 of Law 1876/1990; The Court of Appeal must apply the preceding Social Security Regulations for the relevant period; however, a claim of document distortion is inadmissible if the lower court merely weighed the document alongside other evidence to reach a different factual conclusion.

Keywords

AI generated
Social Security Regulations Retroactive Application Document Distortion Appeal Admissibility Remand for Further Proceedings Employment Status Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 3(1b), 8(2), 11(2) & 3 of Law 1876/1990
Article 9(4) & 5 of Law 1876/1990
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 959 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 959/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "......Ο.Ε." που εδρεύει στη Πάτρακαι εκπροσωπείται νόμιμα, 2. X2, 3. X3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ανδριάνα Αντωνοπούλου. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοκκίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/8/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1080/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/3/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός εν μέρει ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την, από 20-3-2001, εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, την οποία αυτοί προσκόμισαν με επίκληση, για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αυτή δεν εργάσθηκε στην επιχείρησή τους με την ειδικότητα της μπαργούμαν, αλλά με αυτή της σερβιτόρας. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τo παραπάνω έγγραφο και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/90 προκύπτει ότι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές γενικώς, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από του χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζόμενους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων.

Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και σε περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία της υποβολής της (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 1876/19990). Όταν επιδικάζονται διαφορές αποδοχών με βάση ΣΣΕ, οι οποίες έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, ούτε ο χρόνος από του οποίου αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ, που έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη αυτό και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-10-1999 μέχρι 9-2-2001, με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή και την απόφαση από 26-4-1999 και 1-8-2000 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών επαγγελμάτων (εστιατόρια, ταβέρνες, καφενεία, μπαρ)", στις διατάξεις των οποίων υπάγονται, κατά το άρθρο 1 αυτών, οι εργαζόμενοι στα πιο πάνω καταστήματα όλης της χώρας.

Αυτές οι ΣΣΕ έχουν κηρυχθεί αντίστοιχα υποχρεωτικές με την ΥΑ 11413/15-7-1999, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1546, Β΄ της 29-7-1999 και την ΥΑ 12150/28-11-2000, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1531, Β΄ της 14-12-2000. Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα διατηρεί στην Πάτρα επιχείρηση καφετέριας- μπάρ και ότι η αναιρεσίβλητη προσελήφθη για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση αυτή ως περιποιήτρια-μπαργούμαν.

Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι, οι πιο πάνω ΣΣΕ εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση και δεσμεύουν τους διαδίκους και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν προκύπτει από αυτή η δεσμευτικότητα των πιο πάνω ΣΣΕ στην ένδικη διαφορά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν του ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας, ως περιποιήτρια - μπαργούμαν, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία για το είδος και τη φύση της εκτελούμενης αυτής εργασίας, γιατί το είδος και η φύση της εργασίας αυτής είναι γνωστά κατά την κοινή πείρα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτή τα πιο πάνω στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο, για το χρονικό διάστημα από 1-10-1999 μέχρι 31-12-1999 εφάρμοσε ορθά την πιο πάνω από 26-4-1999 ΣΣΕ, με βάση την οποία υπολόγισε τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης, αφού η δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως είχε γίνει στις 29-7-1999, δηλαδή πριν το χρονικό αυτό διάστημα.

Επίσης, ορθά εφάρμοσε το Εφετείο την πιο πάνω από 1-8-2000 ΣΣΕ για το χρονικό διάστημα από 14-12-2000, όταν δημοσιεύθηκε αυτή η ΣΣΕ στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μέχρι τις 9-2-2001. Για το χρονικό, όμως, διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 14-12-2000 το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ίδια από 1-8-2000 ΣΣΕ, αφού η ισχύς της είχε αρχίσει στις 14-12-2000, για όσους δεν είναι μέλη των συμβαλλομένων στη σύναψή της εργοδοτικών και συνδικαλιστικών ενώσεων, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ότι έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Για το χρονικό αυτό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 14-12-2000 το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει την προηγούμενη από 26-4-1999 ΣΣΕ, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990. Επομένως, για το χρονικό αυτό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 14-12-2000 το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ΣΣΕ και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτών των ΣΣΕ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε την .... βεβαίωση του ΟΑΕΔ, με την οποία βεβαιωνόταν ότι, η αναιρεσίβλητη δεν απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας από 26-5-2000 μέχρι 26-6-2000, από 30-8-2000 μέχρι 30-9-2000 και από 13-12-2000 μέχρι 13-3-2000, διότι ήταν άνεργη.

Το Εφετείο όμως, ως προς το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε η αναιρεσίβλητη στην επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας, συνεκτίμησε το πιο πάνω έγγραφο μαζί με τις άλλες αποδείξεις και κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει, κατ' αποδοχή του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 14-12-2000 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 169/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ