Supreme Court dismisses appeal against High Court decision on fraud referral due to sufficient evidence and proper reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens High Court Council's decision to refer him to trial for fraud. The appellant argued insufficient evidence, while the High Court found sufficient indications of guilt based on a continuous fraud exceeding 25 million drachmas. The Court upheld the referral, ruling that the High Court provided the required detailed reasoning and did not violate applicable criminal law provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484 and 485 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a High Court Council's decision to refer a defendant to trial for fraud when the lower court provides sufficient indications of guilt and the detailed reasoning required by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 959 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 959/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη-Εισηγητή και Δημήτριο Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: ..... , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2727/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1165/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, με αριθμό 554/17-11-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 1/10.01.2005 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου .... , κατά του υπ' αριθμ. 2727/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα α) απορρίφθηκε κατ' ουσία η, από 06.04.2004 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ' αριθμ. 1063/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ούτος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για Απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποίαν, το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία, υπερβαίνουν συνολικά το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών (άρθ. 98, 386 παρ. 1, παρ. 3β Π.Κ., όπως η παρ. 3 του άρθ. 386 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999), ήτοι για κακούργημα, και β) επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 474 και 482 παρ. 1α Κ.Π.Δ., νομοτύπως, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο, και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, με την ως άνω, από 10.01.2005, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Μιλτιάδη Καρπέτα, δικηγόρου Αθηνών, έχοντος προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δυνάμει της από 10.01.2005 εξουσιοδότησης ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 1/2005 έκθεση Αναίρεσης, και ασκήθηκε προ της ολοκληρώσεως της επίδοσης του βουλεύματος (άρα εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), αφού τούτο επιδόθηκε, στον μεν κατηγορούμενο, δια θυροκολλήσεως, την 1η Ιουνίου 2005, στον δε αντίκλητο δικηγόρο του, ως άνω, Μιλτιάδη Καρπέτα, την 30η Δεκεμβρίου 2004, και η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε, κατά τα ανωτέρω, την 18η Ιανουαρίου 2005, ημέρα της εβδομάδος Δευτέρα.
Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης αυτούς της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. (άρθρ. 484 παρ. 1 εδαφ. β΄και δ΄Κ.Π.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. ορίζεται ότι: « ΄Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, κατά το αστικό δίκαιο, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλήψεις του δράστη (Α.Π. 935/2003, π.χ.
Ν.Δ., 219). «Γεγονότα», εξάλλου, κατά την έννοια του νόμου είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν (για τα οποία παράγεται σε αυτόν, προς τον οποίον παρίστανται, η πεποίθηση ότι υπήρξαν ή ότι έλαβαν χώρα), ή στο παρόν (που υπάρχουν δηλαδή ή συμβαίνουν κατά τον χρόνο της βεβαίωσης). Τέτοια γεγονότα είναι πράξεις, συμβάντα, πρόσωπα ή ιδιότητες, ή άλλα αντικείμενα, τα οποία υποπίπτουν, αμέσως ή εμμέσως, στις αισθήσεις, και συνεπώς έχουν εξωτερική υπόσταση.
Δεν είναι γεγονότα (επειδή ανάγονται στο μέλλον) οι υποσχέσεις περί μελλοντικής πράξεως ή συμπεριφοράς, αυτού που τις παρέχει, και όταν ακόμη προϋπήρχε εις αυτόν η απόφαση περί μη εκτέλεσης τούτων, γιατί οι υποσχέσεις αυτές στερούνται εξωτερικής υπόστασης και (επειδή αναφέρονται στην ενδόμυχη πρόθεση και διάνοια αυτού που τις παρέχει), δεν υποπίπτουν, άμεσα ή έμμεσα, στις αισθήσεις αυτού, προς τον οποίον απευθύνονται.
Αλλά και οι υποσχέσεις είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως «γεγονότα», όταν παρίστανται σαν απλές συνέπειες των, συγχρόνως δηλουμένων και αναφερομένων, στο παρόν ή το παρελθόν, γεγονότων, ή όταν συνδέονται προς τέτοια γεγονότα, τα οποία έχουν εξωτερική υπόσταση, όχι όμως και προς «εσωτερικά» γεγονότα, όπως είναι η ανωτέρω αναφερόμενη προϋπάρχουσα ήδη, κατά τον χρόνο της ψευδούς παράστασης, πρόθεση της μη εκπλήρωσης ή η αδυναμία της τήρησης αυτών για τα οποία δόθηκε η υπόσχεση. (Μπουρόπουλος, Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα , Τ.Γ΄, 1964, σελ. 33-34).
Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελός του, ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών τούτων περιστάσεων, εφ' όσον το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε, να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών.
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι, κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Ειδικότερα σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικώς σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις, και ανακύπτει θέμα απάτης κατ' εξακολούθηση. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται, μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκομένη πλάνη, οπότε πρόκειται για μια μοναδική πράξη απάτης (ΑΠ 935/2003 Π.Χ. ΝΔ' 219).
Εσφαλμένη, εξ άλλου, ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστικό Συμβούλιο, με το παραπεμπτικό βούλευμα, αποδίδει σε αυτή (ποινική διάταξη) διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο, δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη η οποία εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β΄ Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή, κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. (ΑΠ 760/1996, 1155/2000, Π.Χ. ΜΖ! 379, ΝΑ! 398, αντίστοιχα).
Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ! του ιδίου Κώδικα, λόγο αναίρεσης), όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000, Π.Χ.
ΜΔ! 167, ΜΖ! 379, ΝΑ! 55, αντίστοιχα). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνον ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ακόμη, ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτής, πρέπει να αιτιολογείται ότι τούτος υπάρχει, αφενός μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου, και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς (πράξης, ή παράλειψης, ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, αφού, αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει, σε κάποια από τις άνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. (ΑΠ. 1656/93 Π.Χ.
ΜΔ! 55).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος μνημονευμάτων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα:
«Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό προς την αιτιολογία και το υπόμνημα του κατηγορουμένου, προκύπτουν τα εξής, κρίσιμα και ουσιώδη, πραγματικά περιστατικά.
Η μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα διατηρούσε από το έτος 1984 πρακτορείο του ΟΠΑΠ στο ... και επί της οδού .... Μεταξύ των πελατών της ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος έπαιζε διάφορα παιχνίδια και δη «τζόκερ» και «Στοίχημα», Έχοντας σκοπό ο κατηγορούμενος να εξαπατήσει την μηνύτρια και να προσπορίσει στον εαυτόν του μεγάλα χρηματικά ποσά επί βλάβη της περιουσίας της, παρέστησε ψευδώς σ' αυτή διαδοχικά από τον Απρίλιο του έτους 2000 και δη την 01.07.2000 και την 05.07.2000, λόγω και της προβαλλόμενης αρνήσεώς της, ότι είναι κατασκευαστής οικοδομών και κατασκευάζει οικοδομές στην περιοχή της Αττικής, ότι διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ότι έχει κερδίσει πολλά χρήματα στο χρηματιστήριο, ότι είναι φερέγγυος και αξιόπιστος και επί πλέον ότι, την πρώτη ως άνω φορά, ότι είχε δώσει εντολή στο χρηματιστή του να πωλήσει μετοχές και τη δεύτερη ότι πώλησε μετοχές του ο χρηματιστής, και έτσι έπεισε την μηνύτρια να συμπληρώσει και να καταθέσει κατ' εντολή του και για λογαριασμό του την 01.07.2000 δέκα τέσσερα [14] δελτία του παιγνιδιού «Στοίχημα» συνολικής αξίας 70.000.000 δραχμών και την 05.07.2000 δώδεκα [12] δελτία του ιδίου παιγνιδιού συνολικής αξίας 120.000.000 δραχμών, χωρίς να της καταβάλει αυθημερόν τα ποσά αυτά, ώστε εκείνη ακολούθως να τα αποδώσει στον ΟΠΑΠ, μετ' αφαίρεση της προμήθειάς της, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσό των 174.548.363 δραχμών [ 63.361.743 + 111.186.618 δραχμές], ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 190.000.000 δραχμών.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν, πέρα από την μηνύτρια και οι μάρτυρές της, χωρίς να αντικρούονται με αποδεικτικά στοιχεία από τον εκκαλούντα – κατηγορούμενο, ο οποίος συνομολογεί ότι εγνώριζε την μηνύτρια και ότι έπαιζε στο πρακτορείο της μικρότερα ποσά. Μάλιστα η μηνύτρια ζητεί από τον κατηγορούμενο τα παραπάνω ποσά με αγωγή της στα πολιτικά δικαστήρια, δεδομένου ότι κατ' αυτής έχει ασκήσει αγωγή, για υπεξαίρεση ο ΟΠΑΠ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του εκκαλούντος – κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, κατ' εξακολούθηση.
Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε, και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα της απάτης, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, να αναφέρεται, το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού μέσου, τι προκύπτει απ' αυτό, η αξιολόγησή του χωριστά και η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των (Α.Π. 267/2003, Π.Χ. ΝΓ/991, Α.Π. 1633/2002., Π.Χ. ΝΓ/602) και προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επομένως, ορθώς υπήγαγε τα άνω πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1, 3β Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, οι, από τον αναιρεσείοντα, διατυπούμενες αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα αυτού, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., υπήγαγε στην έννοια του όρου «γεγονότα», φερόμενες σαν δοθείσες από αυτόν υποσχέσεις περί παροχής σε μελλοντικό χρόνο, δεν βρίσκουν έρεισμα στη διατύπωση του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος, όπου σαφώς γίνεται μνεία περί ψευδών διαβεβαιώσεων αυτού προς την παθούσα, για ενέργειες που ήδη είχαν συντελεστεί («ότι είχε δώσει εντολή στον χρηματιστή του να πωλήσει μετοχές», «ότι πώλησε μετοχές του ο χρηματιστής»), ενώ η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της επιβαλλόμενης από τον νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί δεν παρέχεται, δι' αυτού, καμμία λογική εξήγηση για τους αντιφατικούς ισχυρισμούς της εγκαλούσας, μεταξύ του από 07.07.2000 εξωδίκου αυτής, και της, από 12.10.2001, μήνυσής της, και ότι αβασάνιστα το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθέτησε τους όψιμους ισχυρισμούς της εγκαλούσας, (αιτιάσεις τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλείται ακριβώς και στο από 19.03.2003 Απολογητικό Υπόμνημά του, το οποίο επιτρεπτώς, εν προκειμένω, επισκοπείται) πλήττουν, ουσιαστικώς, υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως (έλλειψης αιτιολογίας), την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, αφού, από το σκεπτικό του βουλεύματος προκύπτει (ως προελέχθη) ότι εκτιμήθηκαν «όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας» και τα περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά «επιβεβαιώνουν πέρα από τη μηνύτρια και οι μάρτυρές της, χωρίς να αντικρούονται με αποδεικτικά στοιχεία από τον εκκαλούντα – κατηγορούμενο».
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ, στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία, η υπ' αριθμ. 1/10.01.2005 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου .... , κατά του υπ' αριθμ. 2727/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, εκ 210 ευρώ, στον ανωτέρω αναιρεσείοντα.
Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών.
Παραπέρα κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
δ' (πρώην ε΄) τον ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλ' αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε το Συμβούλιο την παραπεμπτική κρίση του. ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνον ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πώς επήλθε και σε σχέση με τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτής πρέπει να αιτιολογείται ότι αυτός υηπήρχε αφενός μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείσθηκε ο αποκτηθείς (πράξης ή παράλειψης ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, αφού, αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη.
Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 2727/2004 βούλευμά του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (χωρίς όρκο κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, επισυναπτομένων στη δικογραφία εγγράφων, απολογίας του κατηγορουμένου και έγγραφου υπομνήματός του), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα, κρίσιμα και ουσιώδη, πραγματικά περιστατικά:
Η μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα διατηρούσε από το έτος 1984 πρακτορείο του ΟΠΑΠ στο ... και επί της οδού .... Μεταξύ των πελατών της ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος έπαιζε διάφορα παιγνίδια και δη «τζόκερ» και «Στοίχημα». Έχοντας σκοπό ο κατηγορούμενος να εξαπατήσει την μηνύτρια και να προσπορίσει στον εαυτόν του μεγάλα χρηματικά ποσά επί βλάβη της περιουσίας της, παρέστησε ψευδώς σ' αυτή διαδοχικά από τον Απρίλιο του έτους 2000 και δη την 1.7.2000 και την 5.7.2000, λόγω και της προβαλλόμενης αρνήσεώς της, ότι είναι κατασκευαστής οικοδομών και κατασκευάζει οικοδομές στην περιοχή της Αττικής, ότι διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και μετοχές εισαγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ότι έχει κερδίσει πολλά χρήματα στο χρηματιστήριο, ότι είναι φερέγγυος και αξιόπιστος και επί πλέον ότι, την πρώτη ως άνω φορά, ότι είχε δώσει εντολή στο χρηματιστή του να πωλήσει μετοχές και τη δεύτερη ότι πώλησε μετοχές του ο χρηματιστής, και έτσι έπεισε την μηνύτρια να συμπληρώσει και να καταθέσει κατ' εντολή του και για λογαριασμό του την 1.7.2000 δέκα τέσσερα (14) δελτία του παιχνιδιού «Στοίχημα» συνολικής αξίας 70.000.000 δρχ.
και την 5.7.2000 δώδεκα (12) δελτία του ιδίου παιγνιδιού συνολικής αξίας 120.000.000, χωρίς να της καταβάλει αυθημερόν τα ποσά αυτά, ώστε εκείνη ακολούθως να τα αποδώσει στον ΟΠΑΠ, μετ' αφαίρεση της προμήθειάς της, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσό των 174.548.363 δρχ. (63.361.743+111.186.618 δρχ.), ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 190.000.000 δρχ. (7.000.000+120.000.000).
Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν, πέρα από την μηνύτρια και οι μάρτυρές της, χωρίς να αντικρούονται με αποδεικτικά στοιχεία από τον εκκαλούντα – κατηγορούμενο, ο οποίος συνομολογεί ότι εγνώριζε την μηνύτρια και ότι έπαιζε στο πρακτορείο της μικρότερα ποσά. Μάλιστα η μηνύτρια ζητεί από τον κατηγορούμενο τα παραπάνω ποσά με αγωγή της στα πολιτικά δικαστήρια, δεδομένου ότι κατ' αυτής έχει ασκήσει αγωγή, για υπεξαίρεση ο ΟΠΑΠ.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο με αριθ. 2727/2004 βούλευμά του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δραχμών), που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση και κατόπιν τούτων απέρριψε την με αριθ. 191 και από 6-4-2004 έφεση τούτου (αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου και επικύρωσε το με αριθ. 1063/2004 πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός (κατηγορούμενος) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και παραθέτει τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινεν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο για να δικαστεί για την κατά τα άνω απ' αυτόν τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης, η οποία προβλέπεται από τις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' (όπως το εδ. β' της παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999) του ΠΚ, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 484 παρ. στοιχ. δ' (πρώην ε΄) και στοιχ.
β' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στο αναιρετήριο ανάγεται στην ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2005 και με αριθ. 1/2005 αίτηση του .... , για αναίρεση του με αριθ. 2727/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 26 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ