Supreme Court allows appeal on interest calculation but dismisses procedural objection regarding timing of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the calculation of interest payable to a third-party plaintiff but dismissed the procedural objection concerning the timing of the claim. The court found that the lower court erred in imposing interest on the third party from the date of the main judgment rather than the date of payment to the primary plaintiff. Consequently, the court set aside the appellate decision on interest and remanded the case for proper calculation while rejecting the procedural defense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 95(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may remand a case for further adjudication when the appeal is allowed on substantive grounds, ensuring the lower court corrects errors in interest calculation without requiring new factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 958 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 958/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μάρθα Μαρτσούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2010 αγωγή του Κ. Σ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκε με την από 27-9-2010 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την αναίρεση της 254/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το κεφάλαιο περί επιδίκασης τόκων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 95 παρ. 1, εδ. α’ - δ’ του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, ορίζεται ότι "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους, το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.
Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.
Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση". Εξάλλου, με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδ. α’ )... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδ.
γ’ )". Τέλος με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου ορίζεται: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της, και γ.
αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε". Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/ 2013).
Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., που εκφράζουν ερμηνευτικές αρχές εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των ως άνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση, των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου.
Με την παρ. 6 του άρθρου 25 της ΚΑ/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίας προξενούμενου υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου δια την κατηγορίαν του οχήματος το οποίον οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως".
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 173 του Α.Κ. κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 Α.Κ. οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο συμβατικός όρος μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή περί αποκλειστικής ευθύνης του τελευταίου σε περίπτωση οδηγήσεως αυτοκινήτου χωρίς την προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. (ΑΠ 584/ 2014, ΑΠ 536/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, έγινε δεκτή παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου της κυρίας αγωγής κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας στην οποίαν αυτός ήταν ασφαλισμένος και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα ό,τι ήθελε υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) στον δια της κυρίας αγωγής ενάγοντα - παθόντα μετά των νομίμων τόκων από της επιδόσεως της κυρίας αγωγής.
Αναφορικά με την από 27-9-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...2006 ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε ασφαλίσει το όχημά του ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εκ των εφεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΙΝΤΕRLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." και ότι κατείχε την υπ’ αριθμ. ...1-12-1973 άδεια ικανότητος οδηγού για κατηγορίες οχημάτων Α/Β/Γ/Δ.
Η άδεια αυτή ικανότητος για οχήματα Β κατηγορίας (Ι.Χ.Ε.) είχε λήξει την 18-12-2005 και ο εκκαλών δεν είχε προβεί στην ανανέωσή της σύμφωνα με το άρθρ. 95 παρ. 1 εδ. β’ του ισχύοντος τότε Κ.Ο.Κ. Σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου "Δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί...
Ο συμβατικός αυτός όρος, ασαφής ων, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ. Από την επισκόπηση του ως άνω συμβατικού όρου προκύπτει, ερμηνευόμενος σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός της ικανότητας οδηγήσεως και όχι στην τυπική ανανέωση της αδείας ικανότητος οδηγού.
Εν προκειμένω ο εκκαλών, ηλικίας 55 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, κατέχει, όπως προελέχθη, άδεια ικανότητος οδηγού για τις κατηγορίες Α/Β/Γ/Δ και οδηγεί από το έτος 1973, ήτοι επί τριάντα τέσσερα (34) έτη προ του ατυχήματος, όλως δε τυπικώς δεν προέβη στην ανανέωση της τελευταίας αδείας, η οποία ίσχυε από την 18-12-2000 έως την 18-12-2005, προέβη δε στην ανανέωση της αδείας την 31-01-2007. Επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι, ικανός ων προς το οδηγείν, το όχημά του κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος (25-01-2007) εκαλύπτετο ασφαλιστικώς από την εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την από 27-09-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΙΝΤΕRLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως".
Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση κάλυπτε την περίπτωση του οδηγού, που κατείχε άδεια οδήγησης από το 1973 και του οποίου του είχε λήξει η ισχύουσα από 18-12-2000 έως 18-12-2005 άδεια ικανότητας οδηγού για τις κατηγορίες Α/Β/Γ/Δ, στης οποίας την τυπική ανανέωση προέβη μετά το ατύχημα, ορθά ερμήνευσε κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο του υπ αρ. ...2006 ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ζημιογόνου ως ανωτέρω αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τις οποίες (διατάξεις) δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όπως δεν παραβίασε και κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη νόμου, ειδικότερα δε αυτές των άρθρων 94 και 95 ΚΟΚ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε κατά τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. τον ως άνω συμβατικό όρο, καθ’ όσον, κατά την αληθινή βούλησή τους τα συμβληθέντα μέρη απέβλεπαν όχι μόνον στην πραγματική ικανότητα του ασφαλισμένου να οδηγεί κατά το χρόνο κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά και στην κατοχή νομίμως ισχύουσας άδειας ικανότητας οδηγού (ήτοι νομίμως ανανεωμένης) κατά το χρόνο του ατυχήματος, διότι η κατοχή ισχύουσας αδείας αποτελεί το μοναδικό ουσιαστικό στοιχείο διαπίστωσης της ικανότητας οδήγησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν η αγωγή επιδοθεί πριν καταστεί η οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, οφείλονται τόκοι από τη στιγμή που η οφειλή καθίσταται απαιτητή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. δ’ και ε’ , επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της απόφασης (εδ.
δ’ ) και αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος (εδ. ε’ ), ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "στην περίπτωση του εδ. ε’ (ο εναγόμενος) καταδικάζεται στην παροχή, μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση". Έτσι στην περίπτωση της ένωσης παρεμπίπτουσας αγωγής στην προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή, εφόσον αυτή εξαρτάται από την ήττα του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, η καταδίκη του εξ αναγωγής εναχθέντος γίνεται υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής του ποσού της αποζημίωσης στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, από το χρονικό σημείο της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η απαίτηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και αρχίζει η τοκοφορία αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσίβλητος με την από 27-9-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή του εναντίον της αναιρεσείουσας, στην οποία είχε ενσωματώσει την από 14-5-2010 κύρια αγωγή του Κ. Σ., ζητούσε, για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η κύρια αγωγή, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα "πλέον νομίμων τόκων και δικαστικής δαπάνης" και να καταδικαστεί η αντίδικός του στην εν γένει δικαστική του δαπάνη.
Με την πρωτόδικη 454/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση, ως προς την ασφαλιστική εταιρεία, δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρέωσε την παρεμπιπτόντως εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, "ό,τι ήθελε υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) στον δια της κυρίας από 14-5-2010 αγωγής ...
ενάγοντα Κ. Σ., μετά των νομίμων τόκων από της επιδόσεως της κυρίας αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως". Από την εκτίμηση του περιεχομένου της παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να του επιδικαστεί όποιο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει αυτός στον κυρίως ενάγοντα (προφανώς για οποιαδήποτε αιτία) με τους νόμιμους τόκους.
Συνεπώς το Δικαστήριο επιδικάζοντας τόκους, δεν επιδίκασε παρά το νόμο κάτι που δεν είχε ζητηθεί και δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο, με το να επιδικάσει τόκους όχι για το χρονικό διάστημα μετά την καταβολή της αποζημίωσης, αλλά από την επίδοση της κύριας αγωγής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 346 Α.Κ. και 69 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και που προτείνεται παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α’ και β’ Κ.Πολ.Δ., διότι η ως άνω παράβαση προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, δοθέντος ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να προβλέψει την επιδίκαση από το Εφετείο (το πρώτον) τόκων κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, ως προς το ζήτημα του νόμιμου χρόνου έναρξης τοκοδοσίας, ο οποίος έχει ήδη διαπιστωθεί, κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, δυνάμει του οποίου η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτή και η έφεση, στην έκταση του αντιστοίχου λόγου αυτής.
Μετά από αυτά, πρέπει να εξαφανισθεί αναλόγως η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, ως παρεμπιπτόντως εναγομένη, να καταβάλει στον αναιρεσιβλήτο - παρεμπιπτόντως ενάγοντα, το ποσό που ήδη έχει επιδικασθεί σ’ αυτόν, με το νόμιμο τόκο, από το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης στον κυρίως ενάγοντα, όπως έχει ήδη διαγνωσθεί.
Τέλος ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στην μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε’ Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 254/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το κεφάλαιο περί επιδίκασης τόκων στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα - ήδη αναιρεσιβλήτο, Θ. Μ..
Κρατεί και δικάζει επί της εφέσεως κατά της με αριθμό 454/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, καθ’ όσο μέρος στρέφεται κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ΙΝΤΕRLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α.
Εξαφανίζει την εν λόγω εκκαλουμένη, ως προς τους ανωτέρω διαδίκους.
Δέχεται την από 27-9-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Υποχρεώνει την αναιρεσείουσα - παραμπιπτόντως εναγόμενη, να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - παρεμπιπτόντως ενάγοντα όποιο ποσό ήθελε υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει (για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) στον ενάγοντα της κυρίας από 14-5-2010 αγωγής Κ. Σ., με τους νόμιμους τόκους από την καταβολή στον κυρίως ενάγοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ