Legislator Case Law & Legislation
958/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against employer's termination for abuse of rights and awards damages for insult.

Case Number 958/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Labor Court's judgment terminating the employee's contract. The court found the termination was justified as an abuse of rights due to the employee's attitude regarding her sick leave and desire for revenge. Consequently, the court upheld the finding that the employer's conduct constituted an insult causing moral damage, warranting compensation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281, 59, 914, 932 A.C.; The right to terminate an indefinite-term employment contract is not unlimited and must not exceed the limits of good faith and social purpose; abuse of this right constitutes a tort allowing the employee to claim monetary compensation for moral damage.

Keywords

AI generated
abuse of rights termination of contract moral damage insult good faith labor dispute tort liability

Cited Legislation

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 958 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 958/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Αν. Βλ. Κολιόπουλος - Χαρτοποιϊα, Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαγκανό.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ταραρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2006 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 2/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους λόγους της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση με αριθμ. .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Λαμίας και Αθηνών ..... και ...., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε στα προσθέτως παρεμβάντα υπέρ της αναιρεσίβλητης στη πρωτοβάθμια δίκη και εφεσίβλητα στη δευτεροβάθμια δίκη. Εργατικό κέντρο Νομού Φθιώτιδος και Ομοσπονδία Μισθωτών Τύπου και Βιομηχανίας Χάρτου (τμήμα Γ.Σ.Ε.Ε.), νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως αφού τα άνω νομικά πρόσωπα δεν εμφανίσθηκαν κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα τόσο του μισθωτού όσο και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (αρθρ. 174,180 ΑΚ).

Τέτοια κατάχρηση δικαιώματος υπάρχει όταν η καταγγελία από τον εργοδότη έγινε όχι από επιχειρησιακούς και οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά από κακότητα, εχθρότητα και εκδίκηση του εργοδότη προς το μισθωτό, λόγω συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, αλλά απαρέσκει στον εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με την καταγγελία, από την αναιρεσείουσα της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: "Η πρώτη εφεσίβλητη προσελήφθη από την εκκαλούσα στις 25.1.1993 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δύο (2) μηνών για να εργασθεί ως εργάτρια στο εργοστάσιο χαρτοποιίας που η τελευταία διατηρεί στην Πελασγία Φθιώτιδας, με αποδοχές τις καθοριζόμενες εκάστοτε από τις οικείες σ.σ.ε.

Μετά τη λήξη της η σύμβαση ανανεώθηκε με κοινή συμφωνία των μερών για ένα ακόμη δίμηνο και στη συνέχεια μετετράπη σε αορίστου χρόνου. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής απασχολήθηκε η πρώτη εφεσίβλητη, αρχικά ως εργάτρια και από τις αρχές του 1996 ως χειρίστρια ραπτικής μηχανής, μέχρι τις 9.1.2004, που καταγγέλθηκε η σύμβαση της, εργαζόμενη με πλήρη απασχόληση.

Μέχρι τις 11.12.2003 οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ήταν αρμονικές η δε απόδοση της εφεσίβλητης ικανοποιητική και χωρίς κανένα πρόβλημα. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η εφεσίβλητη είχε μειωμένη αποδοτικότητα και ότι εκτελούσε με νωχελικότητα και δυσκολία τα καθήκοντα της χειρίστριας ραπτικής μηχανής δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Η περί τούτου κατάθεση του μάρτυρα Ζ1 προϊσταμένου στο τμήμα που εργαζόταν η εφεσίβλητη καθώς και η ένορκη βεβαίωση του Ζ2 , διευθυντή του εργοστασίου, δεν κρίνονται πειστικές. Ειδικότερα ούτε οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη τιμωρήθηκε ποτέ πειθαρχικά για μειωμένη απόδοση ή ότι της έγινε κάποια παρατήρηση για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της.

Στις 11.12.2003 και κατά την αποχώρηση της από το χώρο εργασίας της μετά τη λήξη της απογευματινής βάρδιας στην οποία εργαζόταν εκείνη την ημέρα, η εφεσίβλητη, από πτώση στο έδαφος, τραυματίσθηκε στο δεξιό πόδι. Εξ αιτίας του τραυματισμού της αυτού της χορηγήθηκε από το γιατρό αναρρωτική άδεια μέχρι 20.12.2003.

Στις 15.12.2003 ο σύζυγος της, που επίσης εργαζόταν στο ίδιο με αυτή εργοστάσιο της εκκαλούσας, προσκόμισε στα αρμόδια όργανα της τελευταίας τα δικαιολογητικά του γιατρού για την άδεια και τους ανακοίνωσε ότι η σύζυγος του θα προβεί σε δήλωση του ατυχήματος, ως εργατικού, στο ΙΚΑ. Οι εκπρόσωποι της εκκαλούσας δεν είχαν αντίρρηση ως προς την αναρρωτική άδεια, συνέστησαν δε στο σύζυγο της εφεσίβλητης να αρκεστεί η τελευταία στην αναρρωτική άδεια και να μην προβεί σε αναγγελία του ατυχήματος ως εργατικού προς το ΙΚΑ.

Η εφεσίβλητη δεν υπάκουσε στις παραινέσεις της εργοδότριας της αλλά επέμεινε στη θέση της να γίνει η σχετική δήλωση και κατόπιν της στάσεως της αυτής την ίδια ημέρα (15.12.2003) από κοινού η εκκαλούσα και η εφεσίβλητη, όπως είχαν υποχρέωση και δικαίωμα αντίστοιχα, σύμφωνα με τους ν. 551/1914 και 1846/1951 ανήγγειλαν το ατύχημα στο ΙΚΑ.

Η στάση αυτή της εφεσίβλητης προκάλεσε δυσφορία στους εκπροσώπους της εκκαλούσας. Από 20.12.2003 έως και 4.1.2004 το εργοστάσιο της εκκαλούσας διέκοψε τις εργασίες του λόγω των εορτών των Χριστουγέννων και του νέου έτους. Στις 5.1.2004 επαναλειτούργησε το εργοστάσιο και η εφεσίβλητη εμφανίσθηκε κανονικά στην εργασία της.

Αφού μεσολάβησε η αργία της 6.1.2004, στις 7.1.2004 η εφεσίβλητη ετοιμαζόταν να προσέλθει για να εργασθεί στην απογευματινή βάρδια, όταν την ειδοποίησε τηλεφωνικά ο προϊστάμενος της Ζ1 να μη προσέλθει στην εργασία της με την αιτιολογία ότι "η σύμβαση της έληξε". Η εφεσίβλητη παρά την προειδοποίηση αυτή προσήλθε στην εργασία της κανονικά.

Όταν αναζήτησε την κάρτα εργασίας για να σημειώσει την προσέλευση της δεν την βρήκε στη θέση της. Ανακοίνωσε στον διευθυντή του εργοστασίου Ζ2 ότι ήλθε για να προσφέρει την εργασία της πλην αυτός δεν της επέτρεψε να εργασθεί. Την επομένη 8.1.2004 η εφεσίβλητη προσήλθε εκ νέου στην εργασία της, αλλά και πάλι δεν βρήκε την κάρτα προσέλευσης στη θέση της.

Όταν και πάλι ανακοίνωσε στο διευθυντή ότι ήλθε για να προσφέρει την εργασία της και, παρουσία του προέδρου του εργοστασιακού σωματείου .... που είχε προσέλθει σε βοήθεια της, ζήτησε να της εξηγήσει το λόγο που αυτός δεν την αποδέχεται, ο τελευταίος της ανακοίνωσε ότι είχε λάβει εντολή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως της και αν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται θα έπρεπε τόσο αυτή όσο και οι εκπρόσωποι του εργοστασιακού σωματείου να παρακαλέσουν προς τούτο το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, χωρίς να της γνωστοποιήσει κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο του δόθηκε η εντολή να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως της.

Στις 9.1.2004 η εκκαλούσα προέβη σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως της εφεσίβλητης, καλώντας την συγχρόνως να προσέλθει στις 12.1.2004 στα γραφεία του εργοστασίου για την είσπραξη της σχετικής αποζημιώσεως. Επειδή μάλιστα η εφεσίβλητη δεν προσήλθε κατά τον ανωτέρω χρόνο στον προαναφερόμενο τόπο για την είσπραξη της αποζημιώσεως η τελευταία κατατέθηκε από την εκκαλούσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 13.1.2004 και το σχετικό γραμμάτιο κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Λαμίας ....., από την οποία συντάχθηκε η .....

πράξη της. Στις 15.1.2004 η εφεσίβλητη προσήλθε στην ως άνω συμβολαιογράφο και ανέλαβε το γραμμάτιο παρακαταθέσεως, με τη ρητή "επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος της", όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ιδιοχείρως πριν από την υπογραφή της. Η εν λόγω καταγγελία έγινε από την εκκαλούσα από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπο της εφεσίβλητης, επειδή η τελευταία δεν συμφώνησε να μη δηλωθεί ως εργατικό το ατύχημα που είχε στις 11.12.2003 και υποχρέωσε έτσι την εκκαλούσα να προβεί σε σχετική δήλωση προς το ΙΚΑ.

Υπό τα περιστατικά αυτά η καταγγελία είναι καταχρηστική διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος...Ο προβαλλόμενος από την εκκαλούσα ισχυρισμός, ότι δηλαδή η καταγγελία οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι σε λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο της εφεσίβλητης είναι προσχηματικός και προβάλλεται προς απόκρυψη του ως άνω πραγματικού λόγου της.

Είναι αληθές ότι κατά το θέρος του έτους 2003 αγοράσθηκε από την εκκαλούσα μια ηλεκτρονική αυτόματη μηχανή εκτύπωσης και ραφής, με απόδοση πολλαπλάσια των χειροκίνητων μηχανών που χειριζόταν η εφεσίβλητη και οι λοιπές εργαζόμενες στο ίδιο με αυτή τμήμα. Οι τελευταίες όμως μηχανές δεν απενεργοποιήθηκαν αλλά εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται για την εκτύπωση και ραφή μικρών χαρτοκιβωτίων.

Οι εργαζόμενοι στο τμήμα που εργαζόταν, και η εφεσίβλητη και πριν από την αγορά της ηλεκτρονικής μηχανής, πέραν της απασχόλησης τους με το χειρισμό των χειροκίνητων μηχανών ασχολούντο και με άλλες εργασίες αναγκαίες για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του εργοστασίου, εξακολούθησαν δε και μετά την αγορά της μηχανής αυτής να ασχολούνται με τις εργασίες αυτές, όπως φόρτωση χαρτοκιβωτίων, σε μεγαλύτερη έκταση από ότι προηγουμένως, αφού η λειτουργία της νέας μηχανής περιόρισε την έκταση λειτουργίας των χειροκίνητων μηχανών.

Ο κύκλος εργασιών της εκκαλούσας κατά την τελευταία διετία μειώθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να απαιτεί για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης την απόλυση προσωπικού. Για το λόγο αυτό άλλωστε την τελευταία αυτή διετία δεν απολύθηκε κάποιος εργαζόμενος, η μείωση δε των απασχολουμένων στην επιχείρηση της εκκαλούσας έγινε με την αποχώρηση, λόγω συνταξιοδότησης, μέρους του προσωπικού.

Αντίθετα παρά τη μείωση του κύκλου εργασιών της εκκαλούσας όχι μόνο δεν προέκυψε ανάγκη μειώσεως του προσωπικού, πέραν των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης, αλλά χρειάσθηκε να γίνουν και νέες προσλήψεις προς κάλυψη των αναγκών της επιχείρησης και των κενών που άφηναν οι συνταξιοδοτούμενοι. Ειδικότερα:

Το Σεπτέμβριο του 2003, δηλαδή 3 μήνες και 15 ημέρες περίπου πριν από την καταγγελία της συμβάσεως της εφεσίβλητης προσελήφθησαν ως εργάτες κυτιοποιΐας οι ...., ......, ..... και ....., οι οποίοι εργάζονταν τουλάχιστον μέχρι τις 12.11.2004 (βλ. το .... έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας Στερεάς Ελλάδος). Επί πλέον στις 18.10.2004 προσελήφθησαν οι ...., .....

και ......, ενώ στις 20.10.2004 προσελήφθη ο ....... Τα περιστατικά αυτά, κυρίως οι νέες προσλήψεις, αποδεικνύουν ότι οι προβαλλόμενοι από την εκκαλούσα οικονομοτεχνικοί λόγοι για την καταγγελία της συμβάσεως της εφεσίβλητης είναι προσχηματικοί.".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εφάρμοσε σωστά τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών. Δια των εν λόγω δε παραδοχών του δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 5 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία και επιτρέπει στον εργοδότη να λαμβάνει μέτρα οικονομοτεχνικής διάρθρωσης της επιχειρήσεως του ούτε τις διατάξεις των άρθρων 34 και 60 παρ. 3 του ν. 1846/1951, 16 παρ. 1-3 του ν. 551/1914 και 657, 173, 200 και 288 ΑΚ που δεν βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής εν προκειμένω. Επομένως οι πρώτος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άνω διατάξεων, των τελευταίων δια της μη εφαρμογής τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επί αγωγής η οποία έχει ως αυτοτελές αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, πρέπει κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., για το ορισμένο αυτής, να εκτίθενται στο δικόγραφο της με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, Επομένως στο δικόγραφο της αγωγής στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως προβάλλεται η καταχρηστική εκ μέρους του εργοδότη άσκηση του σχετικού δικαιώματος του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση του αγωγικού λόγου καταχρηστικής απόλυσης της για τον οποίο περιέλαβε ιδιαίτερο αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι "το μοναδικό πραγματικό κίνητρο της απόλυσης της, υπήρξε το εργατικό ατύχημα ...

το οποίο και προκάλεσε την καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, λόγω της αναρρωτικής άδειας που έλαβε", ότι "κατά την παράδοση των εγγράφων από το σύζυγο της .... η αναιρεσείουσα ζήτησε πεισματικά από το σύζυγο της να δηλώσει ασθένεια και όχι ατύχημα, ο σύζυγος της όμως επέμεινε να δηλωθεί ατύχημα και την 16.12.2003 δηλώθηκε το εργατικό ατύχημα ...", ότι ο Διευθυντής της επιχειρήσεως την απέλυσε καθαρά από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της λόγω της αναρρωτικής άδειας που έλαβε λόγω του ατυχήματος" και ότι "κριτήριο απόλυσης συγκεκριμένο ήταν η δυσφορία που η αναιρεσείουσα επέδειξε λόγω της αναρρωτικής αδείας που έλαβε συνεπεία του ατυχήματος και η διάθεση της να την εκδικηθεί για το συγκεκριμένο περιστατικό, λες και εκείνη ήθελε να κτυπήσει σοβαρά στο πόδι της".

Τα παραπάνω περιστατικά είναι επαρκή κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., για το ορισμένο της αγωγής και την εντεύθεν εγκυρότητα του δικογράφου της κατά την επί της καταχρηστικής ασκήσεως της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσίβλητης θεμελιούμενη βάση της. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε την άνω αγωγή ως ορισμένη, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος στην προσωπικότητα του μπορεί να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ένεκα της προσβολής κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.

Αδικοπραξία αποτελεί και η κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού, οπότε παρέχεται τον τελευταίο το δικαίωμα να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη απ' αυτή. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι "ο τρόπος με τον οποίο έγινε (η καταγγελία), η τηλεφωνική δηλαδή ειδοποίηση λίγο πριν αναλάβει εργασία να μην προσέλθει σ' αυτήν, η αφαίρεση ακολούθως της κάρτας εργασίας, ώστε να μην μπορέσει η εφεσίβλητη να καταγράψει την παρουσία της για εργασία και η κατά υποτιμητικό τρόπο υπόδειξη προς αυτή να παρακαλέσει από κοινού με τους εκπροσώπους του σωματείου τον εκπρόσωπο της εκκαλούσας ώστε να της επιτραπεί να συνεχίσει να εργάζεται, ενέργειες που έγιναν από πρόθεση, είχαν ως συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητας της και της προκάλεσαν ηθική βλάβη" εντεύθεν δε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι "με την καταχρηστική καταγγελία και τον τρόπο που αυτή έγινε, διαπράχθηκε σε βάρος της εφεσίβλητης αδικοπραξία συνεπεία της οποίας υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας αναγνώρισε ότι δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, για το ύψος της οποίας δεν εκφράζεται παράπονο με την έφεση, δεν έσφαλε", ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 59, 914 και 932 ΑΚ, περιέχουσα πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες.

Επομένως ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.3.2006 αίτηση της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αν. Βλ.Κολιόπουλος-Χαρτοποιΐα, Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ ΑΕ", για αναίρεση της 28/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ