Supreme Court allows appeal regarding excessive moral damages award while dismissing other grounds for appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment convicting him for extortion. The appellant argued that the lower court violated the principle of non-reformatio in peius by awarding the same moral damages for a single crime after previously convicting him for two crimes. The court found this specific award constituted a worsening of the appellant's position and constituted an excess of power, while rejecting other procedural complaints as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 385, 470, 510, 519 of the Criminal Procedure Code; The principle of non-reformatio in peius prohibits a defendant from being placed in a worse position on appeal, and a judgment awarding identical moral damages for fewer crimes than previously convicted constitutes an excess of power requiring remittal for new trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 957 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 957/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργάλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.58/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ο. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2857/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Α. του Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ.4700/25-6-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 24-6-2015 αίτηση του κατηγορουμένου Α. Ο. για αναίρεση της 2857/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για το αδίκημα της εκβίασης κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει ως εκ τούτου να ερευνηθεί περαιτέρω κατά ουσίαν.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ. 1 του ΠΚ "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται:
α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών...
Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος η κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεως του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.
Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί είτε ο ίδιος είτε άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή της κάμψεως της θελήσεως του εξαναγκαζομένου, ώστε δι’ αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε.
Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ. να επιχειρήσει ο δράστης πράξη η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ’ ευθείαν στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.
Επομένως αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ’ αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβιάσεως κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ.
εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του. Τέλος η εκβίαση τελείται κατ’ εξακολούθηση κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για τις οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως δηλαδή ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ώς προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2857/2014 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο εκβιάσεως κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, σε βάρος του Π. Α. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δίκασαν εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Η εταιρία με την επωνυμία "..." με σχετική σύμβαση κατά τους κανόνες του συστήματος της αντιπαροχής είχε αναλάβει έναντι του κατηγορουμένου και του αδελφού του να κατασκευάσει σε οικόπεδο των τελευταίων οικοδομικό συγκρότημα αποτελούμενο από δύο κτίσματα, από τα οποία το εμφανιζόμενο στο έγγραφο που περιέχει τη συμβατική σχέση ως κτίριο Α θα αποδιδόταν στους κυρίους του οικοπέδου, ενώ το κτίριο Β θα μεταβιβαζόταν στην κατασκευάστρια εταιρία.
Η συμβατική σχέση δεν εξελίχθηκε ομαλά και ανέκυψαν διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων. Υπό τις συνθήκες αυτές, στις 7-9-2007 ο κατηγορούμενος Α. Ο. υπέβαλε στο Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών - Επικινδύνων Ετοιμόρροπων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν. Α.Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθμ. .../7-9-2007 αίτηση, με την οποία ανέφερε για τον Π.
Α. του Χ., που είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας, ότι στο κτίριο Β ενός συγκροτήματος κατοικιών είχε κατασκευάσει αυθαίρετο χώρο περίπου 20 τ.μ. κάτω από το κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο, ο οποίος δεν αντιστοιχεί στα προβλεπόμενα δομήσιμα μέτρα και είχε μπαζωθεί με χώμα από την πλευρά της οδού ...
Εντός του Σεπτεμβρίου 2007 ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος την προαναφερθείσα αίτηση (καταγγελία), απείλησε τον Π. Α. ότι δεν θα την ανακαλούσε εάν δεν του κατέβαλλε το ποσό των 20.000 ευρώ. Ο Π. Α., για να μην προκληθεί ζημία από την καθυστέρηση των εργασιών σε περίπτωση τυχόν διακοπής αυτών από την Πολεοδομία, αναγκάστηκε να "διαπραγματευθεί" το ποσό που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στον κατηγορούμενο και έτσι τελικά εξαναγκάστηκε να δώσει σ’ αυτόν 5.000 ευρώ, με συνέπεια να αποκομίσει ο τελευταίος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Το ποσό αυτό δεν αποτελούσε εκπλήρωση οφειλής εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του από 18-1-2008 συμφωνητικού και από το γεγονός ότι, αμέσως μετά την καταβολή των 5.000 ευρώ στον κατηγορούμενο, εκείνος υπέβαλε την υπ’ αριθμ. .../18-1-2008 αίτηση προς την ίδια Υπηρεσία δηλώνοντας ότι το περιεχόμενο της υποβληθείσας από τον ίδιον αρχικής αίτησης (καταγγελίας) είχε διαμορφωθεί εκ παραδρομής.
Στη συνέχεια, ακολουθώντας την ίδια τακτική, ο κατηγορούμενος υπέβαλε την υπ’ αριθμ..../30-4-2008 αίτηση προς την προαναφερομένη Πολεοδομική Υπηρεσία, με την οποία κατήγγειλε και πάλι τον Π. Α. ότι είχε τοποθετήσει τα λεβητοστάσια στα κτίρια Α και Β σε χώρους που δεν αντιστοιχούσαν στα προβλεπόμενα δομήσιμα μέτρα του οικοπέδου, ότι είχε κατασκευάσει σοφίτες στο κτίριο Α 60 τ.μ.
και στο κτίριο Β 30 τ. μ. και ότι είχε διακοσμήσει εξωτερικά τα κτίρια με διαφορετικό τρόπο. Και αυτήν την αίτηση-καταγγελία επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος; κατά το θέρος του 2008, απειλώντας και πάλι τον Π. Α. ότι δεν θα την ανακαλούσε εάν δεν του κατέβαλλε το ποσό των 100.000 ευρώ. Τελικά, όμως, η ενέργεια του δεν ολοκληρώθηκε διότι ο πολιτικώς ενάγων δεν πτοήθηκε και δεν ενέδωσε στην απειλή και έτσι δεν εξαναγκάστηκε να καταβάλει τα χρήματα, που παρανόμως απαιτούσε για προσωπικό του περιουσιακό όφελος, ο κατηγορούμενος.
Τα προεκτεθέντα και αποδειχθέντα σε βαθμό δικανικής πεποιθήσεως πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κατ εξακολούθηση εκβίασης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά την έννοια των άρθρων 385 παρ. 1 γ, 42 παρ 1, 94 παρ.4 και 98 ΠΚ, και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Στη συνέχεια κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι :"Στη Θεσσαλονίκη, κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2007 και κατά τους θερινούς μήνες του 2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε κάποιον με απειλή σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκασθέντος και έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει πλημμέλημα, επιχείρησε πράξη που αποτελεί τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης.
Ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να εξαναγκάσει κάποιον με απειλή, σε πράξη, με την οποία θα επήρχετο ζημία στην περιουσία άλλου. Συγκεκριμένα: α) Κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2007 και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, απείλησε τον εγκαλούντα, Π.
Α. του Χ., ότι δεν θα ανακαλούσε την αναφερόμενη, υπ’ αριθ .../7-9-2007
αίτηση που είχε υποβάλει στο Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών - Επικινδύνων Ετοιμόρροπων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, με την οποία τον είχε καταγγείλει ψευδώς, ότι είχε τελέσει το αδίκημα της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, όπως ανωτέρω, υπό στοιχείο 1) αναλυτικώς περιγράφεται, εάν δεν του κατέβαλλε το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, και έτσι τον εξανάγκασε να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού ο ως άνω παθών δεν του όφειλε το παραπάνω ποσό, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του παθόντος, β) Κατά τους θερινούς μήνες του 2008 και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, απείλησε τον εγκαλούντα, Π. Α. του Χ., ότι δεν θα ανακαλούσε την υπ’ αρ. .../30-4-2008
αίτηση που είχε υποβάλει στο Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών - Επικινδύνων Ετοιμόρροπων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, με την οποία τον είχε καταγγείλει ψευδώς, ότι είχε τελέσει το αδίκημα της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983, αναφέροντας ότι δήθεν, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", σκοπός της οποίας είναι η ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, είχε μετατρέψει τους ημιυπόγειους χώρους στάθμευσης των κτιρίων Α’ και Β’ ενός συγκροτήματος κατοικιών, που βρισκόταν στο … οικοδομικό τετράγωνο και επί της συμβολής των οδών ..., στο ...
Θεσσαλονίκης, για το οποίο είχε εκδοθεί η υπ’ αρ. .../2005 οικοδομική άδεια, σε σαλοκουζίνες, ότι είχε τοποθετήσει τα λεβητοστάσια στα ως άνω κτίρια Α’ και Β’ σε χώρους που δεν αντιστοιχούσαν στα προβλεπόμενα δομήσιμα μέτρα του οικοπέδου, ότι είχε κατασκευάσει σοφίτες στο κτίριο Α’ 60 τ.μ. και στο κτίριο Β’ 30 τ.μ.
και ότι είχε διακοσμήσει εξωτερικά τα κτίρια με διαφορετικό τρόπο, γεγονότα που ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι αφ’ ενός μεν, οι αυθαίρετες κατασκευές στο κτίριο Α’ είχαν κατασκευασθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αφ’ ετέρου δε, στο κτίριο Β’ δεν υπήρχε καμία αυθαίρετη κατασκευή και αυτό είχε κατασκευασθεί σύμφωνα με τα θεωρημένα σχέδια της υπ’ αρ. .../2005 οικοδομικής αδείας, αν δεν του κατέβαλε το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ποσό που δεν όφειλε ο εγκαλών στον κατηγορούμενο.
Η πράξη αυτή όμως δεν εκτελέστηκε, από εμπόδιο εξωτερικό διότι ο εγκαλών δεν εξαναγκάστηκε από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου και δεν του κατέβαλε το παραπάνω χρηματικό ποσό". Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από το αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της εκβίασης κατ’ εξακολούθηση σε απόπειρα και τετελεσμένης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 98 και 385 παρ.1 γ ΠΚ.
Ειδικότερα αναφέρονται οι πράξεις απειλής που εξανάγκασαν την πρώτη φορά τον εγκαλούντα, αποκλείοντας το αυτοπροαίρετο της απόφασής του, να καταβάλει το ποσό των 5000 ευρώ στον κατηγορούμενο με αντίστοιχη ζημία του και όφελος εκείνου, καθώς δεν αποτελούσε τούτο (ποσό) νόμιμη απαίτησή του όπως και οι απειλές αλλά και οι λόγοι για τους οποίους αποτράπηκε ο εξαναγκασμός του εγκαλούντος τη δεύτερη φορά.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι α)μετά την κατάθεση της καταγγελίας του δεν υπήρχε πλέον στάδιο απειλής του πολιτικώς ενάγοντος αφού η αρμόδια υπηρεσία είχε τη δυνατότητα να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τις τυχόν οικοδομικές παραβιάσεις, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς η αιτία της εκ μέρους του είσπραξης του ποσού των 5000 ευρώ, δεδομένου του ισχυρισμού του ότι αποτελούσε αποζημίωση λόγω ποινικής ρήτρας την οποία του όφειλε ο εγκαλών, είναι απορριπτέες διότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης είναι αδιάφορο αν η απειλή ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκούντος ότι δια αυτής (απειλής) εξαναγκάστηκε ο παθών σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, όπως έγινε δεκτό στην παρούσα υπόθεση, ενώ σε κάθε περίπτωση αυτή (απειλή) συνίστατο στη μη ανάκληση εκ μέρους του της καταγγελίας η οποία και έγινε μετά τη λήψη του ποσού των 5000 ευρώ που αποτελούσε παράνομο γι αυτόν περιουσιακό όφελος και όχι εκπλήρωση οφειλής του πολιτικώς ενάγοντος προς αυτόν.
Τέλος η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Επομένως οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 57 παρ.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου που δικάσθηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε (ΑΠ 848/2013, ΑΠ114/2010). Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.ΠΔ και αν δεν έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
ΣΤ του Κ.Π.Δ. (πρβλ. Ολ. Α.Π. 7/2002, Α.Π. 279/2010 αντίθ. ΑΠ 268/2011). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου, που κατ’ αυτόν προέκυπτε από τις 274/8-1-2013 και 3161/2014 αποφάσεις αντίστοιχα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες απηλλάγη για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος του αναιρεσίβλητου με την πρώτη και της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 1 και 8α ν.1337/1983 με τη δεύτερη, που αφορούσαν τις οικοδομικές παραβάσεις περί των οποίων οι καταγγελίες του στην πολεοδομία.
Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ.1 του ΚΠΔ μη προταθείς στο δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Πλην όμως είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι, εκτός του ότι δεν προκύπτει ότι η πρώτη των άνω αποφάσεων είναι αμετάκλητη, δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς μεταξύ των πράξεων για τις οποίες απηλλάγη ο αναιρεσείων, ήτοι της ψευδούς καταμηνύσεως συνισταμένης στην εκ μέρους του υποβολή αναφοράς προς την πολεοδομία για οικοδομικές παραβάσεις και της παραβίασης του άρθρου 17 παρ. 1 και 8α ν.1337/1983 αφενός και της εκβίασης αφετέρου, αφού για τη στοιχειοθέτηση της ειδικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή της, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.1 και 8α ν.1337/1983 απαιτείται η εκ προθέσεως κατασκευή αυθαίρετου έργου, ήτοι στοιχεία όλως διάφορα των απαιτουμένων για την στοιχειοθέτηση της πράξης της εκβίασης όπως αυτά αναλύονται στην αρχή της παρούσας.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ η παρά το νόμο παράσταση πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Απόλυτη ακυρότητα επέρχεται σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64 και 68 ΚΠΔ όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του παρισταμένου με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, όπως και για παραβίαση της διαδικασίας που πρέπει να τηρείται σε σχέση με τον τρόπο της άσκησης και της υποβολής αυτής.
Και
τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει σαφώς ότι η πολιτική αγωγή για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη μπορεί να ασκηθεί από τα πρόσωπα τα οποία ζημιώνονται αμέσως από το έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για εκβίαση κατ’ εξακολούθηση (τετελεσμένη και σε απόπειρα) που διέπραξε το Σεπτέμβριο του 2007 και τους θερινούς μήνες του 2008 σε βάρος του Π. Α. του Χ.. Κατά το αιτιολογικό και διατακτικό της απόφασης άμεσα ζημιωθείς από τις πράξεις του κατηγορουμένου είναι ο προαναφερθείς Π. Α. (ο οποίος, υπό το κράτος απειλής του κατηγορουμένου ότι δεν θα ανακαλούσε τις .../7-9-2007 και .../30-4-2008 καταγγελίες του προς την Πολεοδομία της Ν.Α Θεσσαλονίκης, εξαναγκάστηκε να του καταβάλει μόνο για την πρώτη το ποσό των 5000 ευρώ) και ορθώς αυτός παρέστη ως πολιτικώς ενάγων.
Συνεπώς ο εκ του αρθ. 510 αρθ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής.
Προϋποτίθεται όμως η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζήτησε επί λέξει "την αναγνώριση του ελαφρυντικού του αρθ. 84 παρ.2α ΠΚ".
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως ανωτέρω προτάθηκε, ήταν αόριστος, αφού υποβλήθηκε χωρίς την επίκληση κανενός συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα, παρά μόνο με την επίκληση των διατάξεων που προβλέπουν τα άνω ελαφρυντικά. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω ισχυρισμού πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του.
Παρά ταύτα το δικαστήριο για την απόρριψη αυτού διέλαβε σχετική αιτιολογία δεχόμενο ότι "....δεν αποδεικνύεται η συνδρομή θετικών περιστατικών έντιμης ζωής και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου....μη αρκούντος του λευκού ποινικού μητρώου του δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο αρθ. 84 παρ. 2 στοιχ.
α του Ποινικού Κώδικα".
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται.
Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο για ένα από τα κεφάλαια της κατηγορίας ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατήρησε όμως την ίδια ποινή ή τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο εγκαλών.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε πρωτοδίκως με τη 274/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για δύο εγκλήματα, ήτοι αυτά της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εκβίασης κατ’ εξακολούθηση (τετελεσμένης και σε απόπειρα) και επιδικάσθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα Π.
Α. χρηματική ικανοποίηση 50 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα ως άνω εγκλήματα. Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε σ’ αυτόν το ίδιο ποσό των 50 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή του, αν και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε μόνο για ένα έγκλημα, ήτοι μόνο για εκβίαση κατ’ εξακολούθηση.
Έτσι όμως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, απορριπτόμενων των λοιπών κατά τα ανωτέρω ως αβασίμων, αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα Π.
Α. του Χ. και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα Π. Α. του Χ., την 2857/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 24-06-2015 αίτηση για αναίρεσή της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, για την επιβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ