Legislator Case Law & Legislation
957/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of claim regarding content of prior lawsuit document.

Case Number 957/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident claim. The appellant argued the lower court distorted the content of a prior lawsuit filed in 2000, but the court ruled this ground was inadmissible as it targeted procedural documents rather than evidentiary ones. Furthermore, the court found the lower court's reasoning on the statute of limitations and the scope of damages covered by the initial filing to be legally sound and free from error.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging distortion of the content of a prior lawsuit is inadmissible if it targets procedural documents rather than evidentiary ones, and the lower court's reasoning on limitation periods and damages scope must be upheld if based on sufficient and consistent grounds.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure statute of limitations distortion of content inadmissibility of appeal traffic accident damages prior lawsuit scope evidentiary documents

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 980/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 957 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 957/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: R. B. του R., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαράλαμπο Μητσόπουλο- Σόντα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", μετά την συγχώνευση με απορρόφηση της ασφαλιστικής Εταιρείας "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕΖ" και ήδη μετονομασθείσας σήμερα σε "GROUPAMA - ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με την υπ' αριθ. Κ3/8930/14-2-2007 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεόδωρου Ξιφαρά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3000//2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6586/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 24-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διάταξης έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ, όχι δε άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, π.χ. η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι εισηγητές εκθέσεις που περιέχουν μαρτυρικές καταθέσεις κλπ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 30-12-2000 αγωγής του αναιρεσείοντος, επί της οποίας έκρινε, με αυτή, το Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 980/2003).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του Ν. 489/1976 ορίζεται, ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.

Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι η ως άνω διετής παραγραφή αρχίζει, εν όψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επομένη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρ.215 ΚΠολΔ), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον ενάγοντα.

Αν η επίδοση γίνεται μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία, αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας.

Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του Ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση της αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνομένου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Η ανωτέρω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παρόντος.

Δεν εφαρμόζεται, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος. Και στην ως άνω διετή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα ως προς την διακοπή (άρθρ. 255 επ. ΑΚ) και αναστολή της παραγραφής (άρθρ. 260 επ.

ΑΚ). Ειδικά με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 261 ΑΚ). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 περ.α ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει τη^παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1021/2001, ΑΠ 603/2007).

Στη προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι έχουν κριθεί τελεσίδικα με ισχύ δεδικασμένου, από προηγούμενη απόφαση (αριθ. 4933/2004 του Εφετείου Αθηνών), τόσον οι συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, όσο και η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη και επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για την χρησιμοποίηση οικιακής βοηθού για το από 25.9.1994 μέχρι 30.3.2000 χρονικό διάστημα και απώλεια μισθού για το από 26.8.2000 μέχρι 30.12.2000 χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, κρίνοντας επί της ενδίκου αγωγής με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε την αποκατάσταση των εκ του ατυχήματος ζημιών του, που αφορούσαν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δέχθηκε τα εξής: "... Ακολούθως ο ενάγων άσκησε την από 30-3-2005 αγωγή του (ένδικη) με την οποία στηριζόμενος στο άνω τροχαίο ατύχημα ζήτησε περαιτέρω αποζημίωση που αφορούσε δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αλλά και για απώλεια εισοδήματος κατά το από 1-1-2001 μέχρι 31-12- 2004 χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι δαπάνησε: α) για έκτακτες μεταβάσεις του από Πάρο σε Πειραιά με πλοίο για επισκέψεις του σε γιατρούς και νοσοκομείο ΚΑΤ από 28-1-2001 μέχρι 16-4-2002, συνολικά 93,44 Ευρώ, β) για χρησιμοποίηση οικιακής βοηθού για το από 1-4-2000 μέχρι 30-6-2004 χρονικό διάστημα συνολικά 8.160 Ευρώ, γ) για πέντε αναγκαίες φυσιοθεραπείες έτους 2001 συνολικά 73,37 Ευρώ και δ) για απώλεια εισοδήματος του από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2004 χρονικού διαστήματος ύψους 17.218.05 Ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων έκανε εν' όλω δεκτή την αγωγή. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη οι αξιώσεις του ενάγοντα έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του ν. 489/76. Και τούτο διότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 § 2 ν. 489/76 προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές διετής παραγραφή της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή αρχίζει, ενόψει του άρθρου 241 από την επομένη του ατυχήματος ημέρα ανεξάρτητα από το χρόνο γνώσης της ζημίας από τον ζημιωθέντα.

Η παραπάνω δε παραγραφή καλύπτει την προβλεπτή από την αρχή ζημία του παθόντος. Όλες δε οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος ιδίως οι αναφερόμενες στην απώλεια εισοδήματος και της ανάγκης χρησιμοποιήσεως περαιτέρω οικιακής βοηθού ήταν εξ αρχής προβλεπτές αφού ο ίδιος στην ένδικη αγωγή του εκθέτει ότι από 23-2-2000 έχει κριθεί ανίκανος προς εργασία και μάλιστα σε ποσοστό 67% και συνεπώς συνάγεται ότι από το έτος 2000 ήταν γνωστή σ' αυτόν η αδυναμία του να εργασθεί και να αυτοεξυπηρετείται οπότε τις μελλοντικές αυτές αξιώσεις μπορούσε να τις ασκήσει με την πρώτη αγωγή του (31-12-2000) και εν πάσει περιπτώσει εντός διετίας από του χρόνου του ατυχήματος.

Η διακοπή της παραγραφής που επήλθε με την επίδοση στις 31-3-2001 της προγενέστερης από 31-12-2000 αγωγής του καταλαμβάνει μόνο τις ασκηθείσες με την αγωγή εκείνη προβλεπτές ζημίες για τις οποίες δημιουργήθηκε εκκρεμοδικία και όχι και τις μεταγενέστερες προβλεπτές αξιώνεις που ασκούντα: με την ένδικη αγωγή.

Εξάλλου δεν επήλθε επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής σε εικοσαετή, κατά το άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ γιατί μέχρι την τελεσιδικία, στις 30-6-2004, της άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών έχει περάσει διετία από το χρόνο του ατυχήματος και έτσι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στη διετή βραχυχρόνια παραγραφή. Τέτοια επιμήκυνση των αξιώσεων αυτών θα επήρχοντο μόνο εάν' μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης του Εφετείου Αθηνών αυτές (αξιώσεις) δεν είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή από τον χρόνο του ατυχήματος ως προβλεπτές ζημίες ...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές και ειδικότερα ως προς το χρόνο έναρξης της παραγραφής των επελθουσών και μελλοντικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, συνεπεία του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, το προβλέψιμο ή μη της υγείας του για το μετά την 31-12-2000 χρονικό διάστημα, καθώς και την επέλευση ή μη νομίμου λόγου διακοπής ή αναστολής της παραγραφής, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το χρόνο έναρξης και διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντα, καθώς και την ανυπαρξία λόγου διακοπής ή αναστολής της παραγραφής.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, τι ακριβώς δέχτηκε ως περιεχόμενο προγενέστερης αγωγής το Εφετείο σχετικά με την αναφερόμενη στην επικαλούμενη επιφύλαξη περικοπή αυτή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-8-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6586/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ