Legislator Case Law & Legislation
957/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague claims and improper common sense arguments.

Case Number 957/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a timber sales contract. The appellant argued the lower court erred by dismissing a claim for vagueness and misapplied common sense principles regarding wood defects. The court ruled these arguments were inadmissible because they improperly challenged the appellate court's assessment of evidence rather than the legal sufficiency of the initial claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 520 §1 K.Pol.D.; Art. 559 no. 1 K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the appeal lacks clear and specific grounds for the error of the appealed decision, and an appeal based on the violation of common sense principles is inadmissible when it concerns the evaluation of evidence rather than the specification of legal concepts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague claim common sense principles evidence evaluation contract law

Cited Legislation

AI generated
Art. 520 §1 K.Pol.D.
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 537 A.K.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 957 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία " Γ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΞΥΛΙΚΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από της πληρεξούσια δικηγόρο Φυλλώ Τζιλίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21372/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2244/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-3-2004 αίτησή του και τους από 14-12-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 520§1 Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρο 118 έως 120, και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Σε περίπτωση δε ελλείψεως λόγου εφέσεως σαφούς και ορισμένου η έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω οι πλημμέλειες της αποφάσεως συνίστανται σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα πρώτα ανάγεται και η αοριστία της αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αρκεί να διαλαμβάνει απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στο μεν εναγόμενο να αμυνθεί, στο δε δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις (Α.Π. 524/2002, 1271/1995). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι παρά τον νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου-αναιρεσείοντος με τον οποίο αυτός προέβαλε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απάντησε:

α) στην ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής από αναστροφή της πώλησης και περαιτέρω ότι ενώ δέχθηκε ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς τις επικαλούμενες συμφωνηθείσες ιδιότητες του πράγματος δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και β) στις ενστάσεις του από τα άρθρα 549 και 522 του Α.Κ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος αυτός πρόβαλε ως πρώτο λόγο το παράπονο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απάντησε: "α) στην ένσταση νόμω και ουσία αβασίμου της αγωγής, ερειδομένη επί του άρθρου 549 Α.Κ., β) στην ένσταση αοριστίας της αγωγής και γ) στην ένσταση του άρθρου 522 του Α Κ.", τις οποίες ενστάσεις πρόβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Υπό το ανωτέρω, όμως, περιεχόμενο ο άνω λόγος έφεσης είναι πράγματι αόριστος, αφού δεν γίνεται καθόλου επίκληση των προταθέντων για τη θεμελίωση των από τα άρθρα 522 και 549 Α.Κ. ενστάσεων πραγματικών περιστατικών και δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες αοριστίες της αγωγής. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτος με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παρά ταύτα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης εξέτασε το ορισμένο της αγωγής και έκρινε αυτήν ορισμένη σε σχέση με τα επικαλούμενα και αναγκαία για τη θεμελίωσή της πραγματικά ελαττώματα και αόριστη σε σχέση με τις επικαλούμενες συμφωνημένες ιδιότητες (διαστάσεις ) του πράγματος, δέχθηκε δε ότι επήλθε αναστροφή της πώλησης λόγω των αναφερομένων σ' αυτήν πραγματικών ελαττωμάτων της πωληθείσης ξυλείας (όχι και της έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων ).

Επομένως, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και οι περί του αντιθέτου εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι, υπαγόμενοι όλοι, κατ' ορθή εκτίμηση, στον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και στους επικαλούμενους αριθ.1, 8 και 19 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμοι.

Οι από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ δεύτερος του κύριου δικογράφου και τέταρτος του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική ισχύ στην από 8-1-2001 έκθεση "πραγματογνωμοσύνης" των διορισθέντων από το Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ), κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, "πραγματογνωμόνων", παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προσέδωσε αυξημένη ισχύ στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα, κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, μετά των άλλων αποδείξεων την εν λόγω "πραγματογνωμοσύνη".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 545 του Α.Κ. αν ο αγοραστής παρέλαβε ανεπιφύλακτα το πράγμα γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, λογίζεται ότι το αποδέχθηκε. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση του πωλητή και για την πληρότητά του δεν αρκεί η επίκληση μόνο της ανεπιφύλακτης παραλαβής του πράγματος, αλλά απαιτείται προσέτι και επίκληση ότι η παραλαβή έγινε εν γνώσει του ελαττώματος ή της συνομολογημένης ιδιότητας.

Όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοδικείου, αυτός προέβαλε τον ισχυρισμό ότι " ο εκπρόσωπος της ενάγουσας-αγοράστριας της ξυλείας ήλεγξε μία προς μία εκάστη παλέτα ( ξυλείας ) και είδε ότι η παραδοθείσα υπ' εμού ξυλεία είχε άπασες τις συμφωνηθείσες μεταξύ μας ιδιότητες και ήσαν της απολύτου αρεσκείας του " και έτσι παρέλαβε ανεπιφύλακτα την ξυλεία.

Με τα ανωτέρω περιστατικά γίνεται επίκληση μόνο της ανεπιφύλακτης παραλαβής της ξυλείας όχι και της παραλαβής αυτής εν γνώσει του ελαττώματος ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας, στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση της από το άρθρο 545 του Α. Κ. ενστάσεως. Το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση, λόγω μη επίκλησης και του στοιχείου της παραλαβής της ξυλείας εν γνώσει του ελαττώματος ή της ελλείψεως της συνομολογημένης ιδιότητας, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος του κύριου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε το πρώτον με την έφεσή του και χωρίς την επίκληση κάποιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ την από το άρθρο 537 του Α.Κ. ένσταση περί μη ευθύνης του για τα πραγματικά ελαττώματα του πράγματος, για το λόγο ότι κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης πώλησης η αναιρεσίβλητη τα αγνοούσε από βαρεία αμέλεια και ακολούθως να απορρίψει την ένσταση ως απαράδεκτη, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένσταση που πρόβαλε ο αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του και παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 24-4-2002 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τέτοια ένσταση δεν πρόβαλε, ούτε επικουρικά, ο αναιρεσείων, αλλά αντίθετα αυτός ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη -αγοράστρια, ήλεγξε δια του εκπροσώπου της μία προς μία τις παλέτες και διαπίστωσε ότι η παραδοθείσα ξυλεία είχε όλες τις συμφωνημένες ιδιότητες και ήταν της απολύτου αρεσκείας του, γι' αυτό και την παρέλαβε ανεπιφύλακτα.

Μόνο στην από 25-4-2002 προσθήκη των προτάσεών του επικαλείται το πρώτον παράλειψη της εναγόμενης να εξετάσει την ξυλεία που αγόρασε, η οποία παράλειψη και αν ακόμη εκτιμηθεί ως βαριά αμέλεια, απαραδέκτως προβάλλεται ως ένσταση με την μετά τη συζήτηση της αγωγής προσθήκη των προτάσεων. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.1 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 1398/2010, 24/05, 62/04).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου και τον έκτο λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί αναφορικά με τα ελαττώματα της ξυλείας ότι " άλλωστε αντικειμενικά δεν ήταν δυνατός ο έλεγχος όλων των παλετών λόγω της μεγάλης ποσότητας των πωληθέντων ξύλων.

Συνεπώς η ενάγουσα δεν αγνοούσε από βαρεία αμέλεια την ύπαρξη των προαναφερομένων ελαττωμάτων κατά την συνομολόγηση της σύμβασης όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι η συσκευασία των εγκαρσίως τεμαχισμένων κορμών (πλάκες) διευκολύνει τον έλεγχο κάθε τεμαχίου ακόμα και δια γυμνού οφθαλμού καθόσον μεταξύ κάθε στρώματος ξυλείας παρεμβάλλονται παραλληλόγραμμοι ξύλινοι "οδηγοί" ( πηχάκια-καδρόνια) με σκοπό να μην εφάπτονται μεταξύ τους οι πλάκες ώστε να αερίζονται και συνεπώς κάθε τεμάχιο της ξυλείας είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού, χωρίς να απαιτείται η αποδόμηση της παλέτας".

Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν αποδείχθηκε η από το άρθρο 537 Α.Κ. ένσταση του εναγόμενου- αναιρεσείοντος ότι η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης αγνοούσε από βαριά αμέλεια τα πραγματικά ελαττώματα της ξυλείας, ενώ το διατακτικό της απόφασης στηρίζει αυτοτελώς η κύρια αιτιολογία της απόφασης ότι η ως άνω ένσταση προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, αιτιολογία που πλήττεται ανεπιτυχώς με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι γίνεται επίκληση παραβίασης διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο από το άρθρο 559 αριθ 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2004 αίτηση του Β. Β. του Π., κατοίκου ..., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 14-12-2010 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2244/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2011 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ