Legislator Case Law & Legislation
956/2016 AI generated

Appeal dismissed; Supreme Court upheld fraud conviction based on forged will and false inheritance acceptance.

Case Number 956/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a second-instance judgment convicting the defendant for fraud. The court found that the defendant knowingly used a forged will to deceive a notary into accepting an inheritance, thereby infringing on the legitimate heirs' rights. Consequently, the court rejected the arguments regarding procedural defects and confirmed the lower court's application of the relevant criminal statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 26(1)a, 27(1), 220(1) of the Criminal Code; The court established that a conviction for fraud is valid when the defendant knowingly uses a forged document to induce a third party to issue a false legal declaration that infringes upon the rights of others.

Keywords

AI generated
fraudulent inheritance forged will false certification criminal appeal legitimate heirs

Cited Legislation

AI generated
Article 171(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 63(a) of the Code of Civil Procedure
Article 68(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 26(1)a of the Criminal Code
Article 27(1) of the Criminal Code
Article 220(1) of the Criminal Code
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 956 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 956/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 101/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Γ. του Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμαντή και 2)Γ. Γ. του Π., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμαντή.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 11 Μαρτίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 293/2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Η ακυρότητα, όμως, αυτή, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν συντρέχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής, και όχι όταν συντρέχουν άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγουν.

Κατά το άρθρο 63 εδ. α’ ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από όποιον είναι φορέας αυτού του δικαιώματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 914 επ. και 932). Εξάλλου, κατά το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο (α’ βαθμού), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή του εννόμου συμφέροντος που προσβλήθηκε άμεσα από τη συγκεκριμένη εγκληματική πράξη. Κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής, δηλαδή αν πρόκειται για περιουσιακή ζημία ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωση του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.

Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού αυτή κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην περίπτωση δε του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίαισης, νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, του οποίου τα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντα θίγονται άμεσα από την τέλεση της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης 45864/2013 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο Γ. Γ. και Γ. Γ. δίπλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Α. Δ., και ζήτησαν να υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 44 ευρώ (με επιφύλαξη) ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έπαθαν από την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης.

Κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και, αφού δέχτηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής, τον υποχρέωσε να καταβάλει σε καθέναν πολιτικώς ενάγοντα 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έπαθε από την πράξη.

Κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εκφώνηση της υπόθεσης και τον διορισμό συνηγόρων, εμφανίστηκαν οι Γ. και Γ. Γ. και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του κατηγορουμένου και ότι ζητούν από αυτόν χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που έπαθαν από την κρινόμενη πράξη.

Για τη σχετική δήλωση δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα και το Τριμελές Εφετείο μετά την αποδεικτική διαδικασία, την περάτωση της συζήτησης και την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και τον υποχρέωσε να καταβάλει σε καθέναν από τους πολιτικώς ενάγοντες το ποσό των 44 ευρώ για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε η παραπάνω πράξη.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων πέτυχε να βεβαιωθεί αναληθώς στην ...13-6-2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς εκ διαθήκης, η οποία αποτελεί τίτλο προς μεταγραφή, δηλώνοντας ότι αυτός είναι νόμιμος κληρονόμος της επικαρπίας του ακινήτου που αναφέρεται σ’ αυτή βάσει της από 7-2-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του Π.

Γ., πατέρα των πολιτικώς εναγόντων. Επόμενους, οι πολιτικώς ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Γ. και φορείς του κληρονομικού δικαιώματος που πλήττεται ευθέως από τη συγκεκριμένη εγκληματική πράξη, της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, είναι άμεσα ζημιωθέντες από αυτή και νομιμοποιούνταν ενεργητικά να παραστούν στα δικαστήρια της ουσίας ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 914, 932, 1710 επ.

ΑΚ). Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγιο παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Τριμελές Εφετείο υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας, επειδή δεν απάγγειλε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, είχε προέλθει από την παράνομη παράσταση των κληρονόμων του Π. Γ., Γ. Γ. και Γ. Γ., ως πολιτικώς εναγόντων στη σχετική δίκη. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού, όπο3ς ήδη αναφέρθηκε, η παράσταση της πολιτικής αγωγής ήταν σύννομη και δεν επέφερε καμία ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και αν υπήρχε τέτοια ακυρότητα, το Εφετείο δεν όφειλε να την απαγγείλει, καθόσον, με την παραδοχή της έφεσης, επέρχεται εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολείται, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ ένσταση, με τυχόν ακυρότητες αυτής για οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ.

Κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποίαν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο δικών, η πρώτη αναβάλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στην αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην άλλη δίκη.

Τέτοιο ζήτημα, είναι εκείνο, το οποίο πρέπει προηγουμένως να αντιμετωπιστεί και να λυθεί από το δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατό να εκδοθεί μετά απόφαση για την κατηγορία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ’ ΚΠΔ, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις για την αναστολή της ποινικής δύοξης στις περιπτώσεις που την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, επέρχεται ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, και θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ’ ΚΠΔ προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης, και όχι τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη δυνητική αναστολή ή αναβολή της δίκης και, συνεπώς, η παραβίαση των τελευταίων διατάξεων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, (ως κατωτέρω θα εκτεθεί) πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή την καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση άλλου δικαστηρίου σε συναφή ποινική υπόθεση ή για διακοπή της δίκης πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση ότι η σχετική αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.

Στην προκείμενη περίπτωση το άνω Τριμελές Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (και του συγκατηγορουμένου του για ψευδορκία μάρτυρα, Ν. Σ.) για εφαρμογή στην εφετειακή δίκη του άρθρου 59 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία : "...Κατόπιν υποβολής της από 9-7-20Θ8 εγκλήσεως εκ μέρους των Γ.

Γ. και Γ. Γ. (εδώ πολιτικώς εναγόντων) κατά των εδώ κατηγορουμένου Α. Δ. και Ν. Σ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα κακουργήματα και πλημμελήματα που παραπάνω αναφέρονται, μετά δε το χωρισμό της δικογραφίας που διατάχθηκε κατά το στάδιο της ανακρίσεως δυνάμει του 2975/010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, όπως διορθώθηκε με το 3167/010 βούλευμα του ίδιου ως άνω Συμβουλίου λόγω του κινδύνου παραγραφής των πλημ/των και της μεγάλης διάρκειας της ανακριτικής διαδικασίας αναφορικά με τα κακουργήματα, οι άνω κατηγορούμενοι (μετά την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως) παραπέμπονται με το 2915/013 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου ενώπιον του Β ‘ Τριμελούς Εφετείου Κακ/των στη δικάσιμο της 19-9-2014 προκειμένου να δικασθούν ο μεν πρώτος (μη αναιρεσείων) για άμεση συνεργεία σε κακουργηματική απάτη σε δικαστήριο, ο δε δεύτερος (αναιρεσείων) για απάτη σε δικαστήριο με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική χρήση πλαστού.

Τα πλημμελήματα (της ψευδορκίας μάρτυρος όσον αφορά τον πρώτο και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο) ως προς τα οποία είχε διαταχθεί ο χωρισμός της δικογραφίας κατά τα προεκτεθέντα, εισήχθησαν προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και ήδη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατόπιν ασκήσεως εκ μέρους των κατηγορουμένων των υπό κρίσιν εφέσεων κατά της με αρ.45864/013 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και επιβλήθηκε εις έκαστον ποινή φυλακίσεως ενός έτους.

Οι κατηγορούμενοι επανέφεραν με λόγο εφέσεως τον πρωτοδίκως υποβληθέντα και απορριφθέντα ισχυρισμό τους περί εφαρμογής της παρ. 1 και 2 του άρθρου 59 ΚΠΔ και συγκεκριμένα ότι το γεγονός εάν η από 7-2-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του Π. Γ. είναι γνήσια ή πλαστή και εντεύθεν η έρευνα των ως άνω κακουργηματικών πράξεων, αποτελεί πρόκριμα για τα εκδικαζόμενα σήμερα αδικήματα.

Ωστόσο η δίκη αυτή για τα ως άνω πλημ/τα δεν εξαρτάται από την έκβαση της δίκης για τα προαναφερθέντα κακουργήματα καθόσον η ηθική αυτουργία του Α. Δ. στην πλαστογραφία αγνώστου προσώπου δεν συνιστά προδικαστικό θέμα στην ψευδορκία του Ν. Σ. (δηλαδή το εάν ο Δ. με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις έπεισε άγνωστο πρόσωπο να κατασκευάσει εξ υπαρχής την ως άνω επίμαχη διαθήκη δεν συνδέεται ευθέως από το γεγονός αν ο Σ.

είπε ψέματα ότι γνώριζε τον διαθέτη, τη γραφή και την υπογραφή του). Δεν συνιστά δε προδικαστικό θέμα ούτε και στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, διότι στη δεύτερη το αντικείμενο της είναι αν ο Δ. γνώριζε κατά την αποδοχή της κληρονομιάς ότι η ως άνω διαθήκη ήταν πλαστή. Επομένως το αντικείμενο της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα υπό την έννοια ότι χωρίς την προηγούμενη λύση του δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει ο δικαστής στην απόφαση του επί της παρούσας κατηγορίας.

Άλλωστε όπως προελέχθη η ποινική δίωξη ασκήθηκε ταυτοχρόνως για τις πλημμεληματικές και κακουργηματικές πράξεις, ήδη δε η υπόθεση (μετά το χωρισμό της που κρίθηκε αναγκαίος) παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, μη εφαρμοζόμενης της παρ.2 του άρθρου 59 ΚΠΔ, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει ουδεμία των προϋποθέσεων του άρθρου 59 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ και ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...." Το δικαστήριο της ουσίας ορθά και αιτιολογημένα δέχτηκε με την παρεμπίπτουσα απόφαση του ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής κατά το άρθρο 59 παρ. 1-2 ΚΠΔ και ότι το αντικείμενο της κακουργηματικής δίκης που εκκρεμούσε σε πρώτο βαθμό δεν αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα για το αντικείμενο της πλημμεληματικής δίκης που εκκρεμούσε ενώπιον του και ορθά απέρριψε το σχετικό αίτημα αναβολής, αφού η πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που είχε αποδοθεί στον αναιρεσείοντα και ήταν το αντικείμενο της πλημμεληματικής δίκης προϋποθέτει και απαιτεί, μεταξύ άλλων, για τη συγκρότηση της γνώση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη ήταν πλαστή, και όχι προαπόδειξη και προδικαστική παραδοχή ότι ο αναιρεσείων με πρόθεση προκάλεσε στον άγνωστο φυσικό αυτουργό την απόφαση πλαστογράφησης της ιδιόγραφης διαθήκης ή ότι έκανε χρήση της πλαστής διαθήκης ή ότι εξαπάτησε το δικαστήριο που κήρυξε κυρία την πλαστή διαθήκη, που ήταν, ως προς αυτόν, το κύριο ποινικό αντικείμενο της κακουργηματικής δίκης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Η’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη τήρηση των διατάξεων υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής δίκης και για υπέρβαση εξουσίας.

Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 Π Κ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία.

Από τη διάταξη αυτή, που προστατεύει την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων ως προς την εσωτερική ορθότητα του, (την αλήθεια της βεβαιώσεως και όχι την τυπική εγκυρότητα του εγγράφου) προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης που έχει υφαρπαγεί, απαιτείται :

α) Δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ, αφού το ποινικό δίκαιο δεν περιέχει σχετικό ορισμό, δηλαδή έγγραφο το οποίο εκδίδεται από καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και το οποίο προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία και όχι για εσωτερική υπηρεσία και παρέχει πλήρη απόδειξη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται μ’ αυτό.

β) Βεβαίωση με αναληθές περιεχόμενο σε δημόσιο έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον ίδιο τον υπαίτιο ή για τρίτους, δηλαδή να μπορεί να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, γ) Η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο (εμφάνιση πλαστού εγγράφου κλπ.), με το οποίο παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης.

Και δ) Δόλος του υπαιτίου, (αρκεί και ενδεχόμενος) ο οποίος περιλαμβάνει αα’ ) τη γνώση ότι το περιστατικό που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο είναι αναληθές, και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ί για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο και ότι η βεβαίωση αυτού γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ββ) τη θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να παραπλανήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον υπάλληλο, ώστε αυτός να βεβαιώσει το αναληθές περιστατικό στο δημόσιο έγγραφο ή να χρησιμοποιήσει την ψευδή βεβαίωση με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το γεγονός που βεβαιώνεται αναληθώς σ’ αυτό.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαρ σύνολο. Όταν το σκεπτικό - αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσο δόλο) ή τον σκοπό επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλή δόλο).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται ή αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 101/2014 απόφασή του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, αφού εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...

Επειδή, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:

Οι εγκαλούντες Γ. Γ. και Γ. Γ. είναι τέκνα του Π. Γ., ο οποίος στο παρελθόν διατηρούμε επιχείρηση ειδών υγιεινής και πλακιδίων στην περιοχή των .... Ο Π. Γ. που απεβίωσε στις 20-5-2000 στην Αθήνα είχε γίνει κύριος ενός ακινήτου εμβαδού 4.150 τμ με την επ’ αυτού ισόγεια οικοδομή εμβαδού 127,54 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., δυνάμει της με αριθμό .../08-7-1999 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της συμβ/φου Αθηνών Ανδρης Δρακούδη - Δήμα (που μεταγράφηκε νόμιμα), ως υπερθεματιστής κατά τον πλειστηριασμό του ανωτέρω ακινήτου που έλαβε χώρα στις 2-6-1999.

Το ακίνητο, πριν την αναγκαστική του κατά τα ως άνω εκποίηση, ανήκε κατά κυριότητα στον κατηγορούμενο Α. Δ.. Μεταξύ του Π. Γ. και του Α. Δ. δημιουργήθηκε δικαστική διένεξη με την από 27-7-1999 ανακοπή που άσκησε ο δεύτερος αμφισβητώντας τη νομιμότητα της περιελεύσεως του άνω ακινήτου στον πρώτο. Με το θάνατο του Π.

Γ. επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και συνέχιση της από τους εδώ εγκαλούντες, τέκνα του αρχικού διαδίκου, ως νομίμους κληρονόμους του. Τελικώς επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η 5172/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε, εν συνεχεία δε η 3089/2007 απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την ασκηθείσα από τον Α.

Δ. έφεση κατά της ανωτέρω πρωτόδικης (απορριπτικής της ανακοπής του) αποφάσεως. Είχε προηγηθεί στις 7-6-2006 η βίαιη αποβολή του Α. Δ. με την ...7-6-2006 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ. Μ.. Ωστόσο ο Αν. Δ., παρά την ευνοϊκή υπέρ των εγκαλούντος εξέλιξη της διαφοράς και την τελεσίδικη κρίση επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ως άνω ακινήτου, συνέχισε να παραβιάζει την είσοδο και να εγκαθίσταται αυθαιρέτως σ’ αυτό, όπως έπραξε τον Μάιο του 2008, αλλά και τουλάχιστον 3 φορές ακόμη στο επόμενο χρονικό διάστημα, με συνέπεια οι εδώ εγκαλούντες να ζητούν την συνδρομή αστυνομικής δύναμης για την εκάστοτε αποβολή του υποβάλλοντας και σχετικές εγκλήσεις για το λόγο αυτό.

Τελικώς στις 22-6-2008 κατά τη διάρκεια υποβολής παραπόνων στον διοικητή του Α.Τ. ... από τους εδώ εγκαλούντες για τη μη τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας κατά του Α. Δ., ο οποίος και πάλι κατελήφθη να βρίσκεται εντός του ως άνω ακινήτου, οι άνω εγκαλούντες πληροφορήθηκαν με έκπληξη ότι ο Αν. Δ. φερόταν ως κληρονόμος του πατέρα τους δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης (από 7-2-2000) επί της επικαρπίας του ως άνω ακινήτου και ότι την κληρονομιά αυτή είχε αποδεχθεί στις 13-6-2008 (ο διοικητής τους επέδειξε φωτοτυπία της διαθήκης και της αποδοχής κληρονομιάς που προηγουμένως του είχε παραδώσει ο Αν.

Δ.). Αποδείχθηκε λοιπόν, ότι ο πρώτος εδώ κατηγορούμενος (μη αναιρεσείων Ν.Σ.) που συνδέεται φιλικά με τον Α. Δ. στις 17-11-2006 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία κήρυξης ως κυρίας της ως άνω μνημονευομένης (από 7-2-2000) ιδιόγραφης διαθήκης, με το με αρ.

…/17-11-2006 πρακτικό δημοσίευσης του φερομένου ως διαθέτη Π. Γ. κατέθεσε ότι : "ο διαθέτης υπήρξε συνεργάτης, είχε είδη υγιεινής- είμαι οικοδόμος και από δική μου αντίληψη γνωρίζω και το γραφικό του χαρακτήρα και την υπογραφή του. Στη διαθήκη που μου δείχνετε βεβαιώνω πράγματι τη γνησιότητα της". Ωστόσο το σύνολο της ως άνω καταθέσεως του ήταν αναληθές, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός δεν γνώριζε τον πατέρα (φερόμενο ως διαθέτη) των εδώ εγκαλούντων, ουδεμία συνεργασία είχε μαζί του, δεν είναι οικοδόμος ο ίδιος (γεγονός άλλωστε που παραδέχθηκε και στην απολογία του σήμερα), δεν γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του Π.

Γ. και εντεύθεν δεν είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να βεβαιώσει τη γνησιότητα της ως άνω διαθήκης. Ο κατηγορούμενος ουδέν παραστατικό ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο προσκόμισε απ’ όπου να προκύπτει οποιαδήποτε συναλλαγή με τον Π. Γ. (και γνώση του γραφικού του χαρακτήρα), ενώ από την κατηγορηματική (χωρίς όρκο) κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων που δραστηριοποιούνταν συστηματικά στην επιχείρηση του πατέρα τους Π.

Γ. και γνώριζαν όλους τους πελάτες προκύπτει ότι ουδέποτε ο Ν. Σ. υπήρξε πελάτης τους. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από το από 28-12-2008 πόρισμα του δικαστικού γραφολόγου Κ. Κ., καθώς και από την από 22-3-2012 (δυνάμει της ... διατάξεως της 31ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Ε.

Φ., αλλά και την ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Β. Α., ούτε το κείμενο της ανωτέρω διαθήκης έχει χαραχθεί δια χειρός Π. Γ., ούτε η υπογραφή, γεγονός που προδήλως γνώριζε κατά τα προεκτεθέντα ο Ν. Σ. όταν κατέθετε ως μάρτυρας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εδώ κατηγορούμενος Αν Δ. εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ...

Α. Π., προσκομίζοντας, εκτός από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Π. Γ. και την ως άνω επίμαχη διαθήκη που δημοσιεύτηκε στις 17-11-2006 με το 5916/06 πρακτικό συνεδριάσεως του Μ. Πρωτοδικείου Αθηνών (καθώς και το ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη υπάρξεως άλλης διαθήκης) και ζήτησε τη σύνταξη και υπογραφή της με αριθμό ...13-6-2008 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς εκ διαθήκης, η οποία αποτελεί τίτλο προς μεταγραφή, δηλώνοντας ότι αυτός είναι νόμιμος κληρονόμος του δικαιώματος της επικαρπίας επί του προπεριγραφέντος ακινήτου, δυνάμει της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης, παρότι γνώριζε ότι η συγκεκριμένη διαθήκη δεν είχε γραφεί, ούτε υπογραφεί από τον Π.

Γ., ούτε ο τελευταίος τον είχε καταστήσει κληρονόμο του. Έτσι πέτυχε με εξαπάτηση (της συμβ/φου) να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον η ως άνω πράξη συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, τίτλο προς μεταγραφή. Η γνώση εκ μέρους του Α. Δ. και εντεύθεν ο δόλος του αναφορικά με τα ανωτέρω περιστατικά συνάγονται κατά λογική ακολουθία (κατ’ άρθρο 178 ΚΠΔ) και από το γεγονός ότι ουδέποτε κατά τη μακροχρόνια διένεξη του με τους εδώ εγκαλούντες και πριν την τελειωτική κρίση υπέρ των τελευταίων της διαφοράς, εμφάνισε την ανωτέρω διαθήκη, γνώριζε ότι ο Π.

Γ. είχε νομίμους (εξ αδιαθέτου κληρονόμους) τα τέκνα του (εδώ εγκαλούντες), που συνέχισαν μετά το θάνατο του πατέρα τους Π. Γ. την επίμαχη δίκη, καθώς και ότι ο τελευταίος ουδεμία οφειλή είχε προς τον κατηγορούμενο, αντίθετα αυτός ήταν οφειλέτης του Π. Γ. εκ συμβάσεως δανείου. Επομένως ο Π. Γ.ς ουδένα λόγο είχε να εγκαταστήσει κληρονόμο του τον οφειλέτη και αντίδικο του, ούτε τα τέκνα αυτού (στα οποία φερόταν να περιέρχεται η ψιλή κυριότητα του άνω ακινήτου κατ’ ισομοιρίαν).

Ως εκ τούτου, εφόσον αποδείχθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι, ο μεν πρώτος του πλημμελήματος της ψευδορκίας, ο δε δεύτερος εκείνου της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως ...". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης.

Και ειδικότερα για το ότι: "... στις 13-6-2008 πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, παρουσιάστηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μεγάρων Αναστασίας Πασχάλη και ζήτησε τη σύνταξη και υπογραφή της υπ’ αριθ. … Πράξης Αποδοχής Κληρονομιάς εκ διαθήκης, η οποία αποτελεί τίτλο προς μεταγραφή, δηλώνοντας ότι αυτός είναι νόμιμος κληρονόμος της επικαρπίας ενός ακινήτου - αγροτεμαχίου μετά ισόγειας οικοδομής που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Μεγαρέων, εκ της από 7-2-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του Π.

Γ. του Γ., που είχε δημοσιευθεί και κηρυχθεί κυρία από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 2434/17-11- 2006 απόφαση του, τελώντας σε γνώση του ότι η ως άνω διαθήκη δεν είχε γραφεί κατά το κείμενο της δια χειρός του Π. Γ., ούτε είχε υπογραφεί από αυτόν και ουδέποτε ο Π. Γ. τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο του.".

Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε σ’ αυτή την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.

Ια, 27 παρ. 1 και 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, και δεν παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή των απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται σαφώς οι εξής κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές : α) Ότι στην ...13-6-2008 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...

Α. Π. βεβαιώνεται αναληθώς ότι ο αναιρεσείων είχε δήθεν εγκατασταθεί κληρονόμος του Π. Γ. στην επικαρπία του ενδίκου ακινήτου βάσει της από 7-2-2000 πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης, β) Ότι η αναληθής βεβαίωση αυτή προκλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με απατηλό μέσο, και συγκεκριμένα με την προαναφερόμενη πλαστή διαθήκη, με την επίδειξη της οποίας παρασύρθηκε η συμβολαιογράφος και (υπολαμβάνοντάς την σαν γνήσια) συνέταξε την ...13-6-2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς.

Και γ) Ότι ο αναιρεσείων αα) είχε την πρόθεση να παραπλανήσει τη συμβολαιογράφο, ώστε αυτή να προβεί στη σχετική αναληθή βεβαίωση και ββ) γνώριζε ότι το γεγονός που βεβαιώνεται στην πράξη αποδοχής κληρονομιάς είναι αναληθές και μπορούσε να έχει δυσμενείς έννομες συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες ως νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του πατέρα τους, Π.

Γ., αφού η πράξη αποδοχής κληρονομιάς αποτελεί τίτλο για μεταγραφή και, συνεπώς, η επιλήψιμη απόκτηση της από τον αναιρεσείοντα έθεσε σε νομική διακινδύνευση και προσέβαλε άμεσα το κληρονομικό τους δικαίωμα ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο. Οι παραδοχές αυτές καλύπτουν πλήρως όλα τα ουσιώδη στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες ορθά ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν.

Συνακολούθως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, τέταρτος και πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΔ, αντίστοιχα, για παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ). Επίσης πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει την δικαστική δαπάνη των από κοινού παραστάντων στο ακροατήριο πολιτικών εναγόντων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-3-2014 αίτηση - δήλωση του Α. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στις 11 -3-2014 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της απόφασης 101/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στους πολιτικώς ενάγοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ