Supreme Court dismisses appeal on ownership via 20-year adverse possession against absent heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court ruling recognizing adverse possession. The heirs, who did not appear in court, challenged a decision where the respondent had held the property continuously for twenty years with the intent of ownership. The court upheld the lower court's application of the Civil Code provisions regarding adverse possession, finding the respondent's long-term control sufficient to establish title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 974, 976, 1142, 1143, 1147, 977, 982 of the Civil Code; The Supreme Court holds that continuous possession for twenty years with the intent of ownership constitutes adverse possession, and an appeal lacking substantive grounds against a decision based on clear reasoning is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 956 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 956/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ... ως καθολικών διαδόχων του θανόντος αρχικού διαδίκου ΧΧ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 17-7-2000 αγωγή του αρχικού διαδίκου ΧΧ, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2002, 417/2002 μη οριστικές, 3746/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την .../13-3-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της αναίρεσης, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Δημήτριο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έχει υπογράψει το δικόγραφο της αναίρεσης. Η κλήτευση αυτή των αναιρεσειόντων για την ως άνω πρώτη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είναι νόμιμη (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβιβάσεως νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ` αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή και εκείνου που μεταβιβάζει τη νομή.
Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1147 του ίδιου Κώδικα, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ` ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δε του ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών πάνω στο πράγμα ασκεί νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικά με τις ένδικες, από 17-7-2000 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος ΧΧ, που αποβίωσε στις 8-3-2006 και συνέχισαν γι' αυτόν τη δίκη στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες κληρονόμοι του, και την αντίθετη από 19-10-2000 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου Ψ, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Η ΒΒ συζ. ΑΑ, πρώην χήρα ΓΓ, είχε στην κυριότητά της έναν αγρό εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ... . Αυτή αποβίωσε κατά το έτος 1939 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τα τρία τέκνα της από τον πρώτο της γάμο, ΒΓ-1, ΒΓ-2 και ΒΓ-3, από τα τέσσερα τέκνα της από το δεύτερό της γάμο, ΑΒ-1, ΑΒ-2, ΑΒ-3 και ΑΒ-4 και τον επιζώντα σύζυγό της, από τον ίδιο γάμο, ΑΑ.
Από αυτούς, κάθε τέκνο της κληρονομουμένης απέκτησε ποσοστό 6/56 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας της, ο δε επιζών σύζυγος αυτής ποσοστό 14/56 εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας. Στη συνέχεια οι κατωτέρω αναφερόμενοι κληρονόμοι της ΒΒ προέβησαν στις εξής μεταβιβάσεις των ιδανικών μεριδίων τους επί του άνω κληρονομιαίου αγρού: 1) ο ΑΑ (σύζυγος της κληρονομουμένης) μεταβίβασε, με το .../3-8-1939 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Στυλιανού Ζωγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το ήμισυ του ιδανικού μεριδίου του (14/56), δηλαδή τα 7/56 εξ αδιαιρέτου του αγρού στη θυγατέρα του ΑΒ-3, 2) οι ΑΑ, ΒΓ-2 και ΑΒ-4 μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, με το .../22-7-1939 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Αίγινας, που μεταγράφηκε νόμιμα, τα ιδανικά τους μερίδια επί του αγρού, ήτοι ο πρώτος τα υπόλοιπα 7/56 εξ αδιαιρέτου του μεριδίου του και καθένας από τους άλλους δύο το ιδανικό του μερίδιο 6/56 εξ αδιαιρέτου και συνολικά τα 19/56 εξ αδιαιρέτου στην ΑΒ-2 συζ.ΔΔ, θυγατέρα ΑΑ, 3) ο ΒΓ-1 μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, με το .../31-7-1939 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το ιδανικό του μερίδιο 6/56 εξ αδιαιρέτου επί του αγρού στον ΔΔ, σύζυγο της ΑΒ-2 και 4) ο ΒΓ-3 μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, με το .../1-9-1941 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το ιδανικό του μερίδιο 6/56 εξ αδιαιρέτου επί του αγρού στον ΕΕ, σύζυγο της ΑΒ-1.
Έτσι, μετά τις παραπάνω μεταβιβάσεις, το πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε κατά συγκυριότητα στις τρεις θυγατέρες της κληρονομουμένης ΑΒ-3, ΑΒ-2 και ΑΒ-1, κατά ποσοστά 13/56, 25/56 και 6/56 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, καθώς και στους γαμβρούς της κληρονομουμένης ΔΔ (σύζυγο της ΑΒ-2) και ΕΕ (σύζυγο της ΑΒ-1), κατά ποσοστό 6/56 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Κατά το έτος 1941 όλοι οι ανωτέρω συγκύριοι προέβησαν σε άτυπη διανομή του πιο πάνω κοινού αγρού, με βάση την οποία έλαβε ο καθένας τους χωριστό και διαιρετό τμήμα αυτού και συγκεκριμένα α) η ΑΒ-2 και ο σύζυγός της ΔΔ έλαβαν από κοινού διαιρετό τμήμα του αγρού, που βρισκόταν στο νοτιοανατολικό μέρος αυτού, εμβαδού 1.040 τ.μ.
περίπου, στο οποίο υπήρχαν σπίτι, ένας φούρνος, αμπέλι και οπωροφόρα δέντρα, β) η ΑΒ-1 και ο σύζυγός της ΕΕ έλαβαν από κοινού διαιρετό τμήμα του αγρού, που βρίσκετα στο βορειοανατολικό μέρος αυτού, εμβαδού 660 τ.μ. περίπου, στο οποίο υπήρχαν ένα δωμάτιο, αμπέλι και οπωροφόρα δέντρα και γ) η ΑΒ-3 έλαβε το επίδικο τμήμα, εμβαδού 1.305 τ.μ., που καταλαμβάνει μέρος του βόρειου τμήματος, μέρος του νότιου τμήματος και ολόκληρο το δυτικό τμήμα του αγρού και συνορεύει σήμερα, βόρεια με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία ..., νότια με ιδιοκτησία ..., δυτικά με ιδιοκτησία ...
και ανατολικά με ιδιοκτησία ..., ... και ... . Τα διαιρετά τμήματα του όλου αγρού, συνολικής έκτασης 3.000 τ.μ., τα οποία έλαβαν με την άτυπη αυτή διανομή οι παραπάνω συγκύριοι δεν αντιστοιχούσαν στα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητάς τους επ'αυτού. Ειδικότερα, η ΑΒ-3 έλαβε με την άτυπη διανομή σχεδόν διπλάσιο διαιρετό τμήμα από εκείνο που αντιστοιχούσε στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της (13/56), ενώ τα άλλα δύο διαιρετά τμήματα που έλαβαν με τη διανομή οι αδελφές της ΑΒ-2 και ΑΒ-1 είχαν μικρότερη έκταση, αλλά ήταν μεγαλύτερης αξίας, καθόσον ήταν εύφορα και καλλιεργούμενα, είχαν αμπέλια και οπωροφόρα δέντρα, το δε τμήμα που έλαβε η ΑΒ-2 με το σύζυγό της είχε μέσα και σπίτι με φούρνο, και έτσι εξυπηρετούσαν τις βιοτικές ανάγκες των οικογενειών που αυτές είχαν δημιουργήσει με τους γάμους τους.
Αντίθετα το διαιρετό τμήμα που έλαβε η ΑΒ-3 ήταν χέρσο, ενόψει του ότι αυτή δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις, αφού ήταν άγαμη και τα εισοδήματά της από τις συντάξεις του ΟΓΑ και ως θύμα πολέμου που λάμβανε, καθώς και από την εκμίσθωση περιπτέρου της στην Αίγινα, ήταν ικανοποιητικά. Από το έτος 1941, που έγινε η πιο πάνω άτυπη διανομή, και μέχρι το έτος 1967 η ΑΒ-2 νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ'αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής.
Ειδικότερα αυτή ανήγειρε εντός αυτού δύο μικρές οικίες, από τις οποίες τη μία στο βόρειο τμήμα, στην οποία διέμενε και την άλλη στο νότιο τμήμα, την οποία εκμίσθωνε σε τρίτους, καλλιεργούσε το ακάλυπτο μέρος του κτήματος με διάφορα κηπευτικά, φύτεψε κατά το έτος 1957 φυστικιές, κατασκεύασε δεξαμενές για το πότισμα αυτών, διάνοιξε περί το έτος 1960 πηγάδι, συνέλεγε η ίδια τους καρπούς από τα δέντρα και κατασκεύασε τσιμεντένια πλατφόρμα για το άπλωμα των φυστικιών και ένα φουρνάκι για το ψήσιμο του ψωμιού.
Η φυσική αυτή εξουσίαση του επιδίκου από την ΑΒ-2 συνεχίσθηκε αδιάλειπτα από το έτος 1941 και πέραν της εικοσαετίας, χωρίς ποτέ κανένας να διαμαρτυρηθεί ή να αμφισβητήσει την πραγματική αυτή κατάσταση, και έτσι αυτή κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ΑΒ-2, με το υπ'αριθμ. .../19-8-1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Ιωάννη Πλατή, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, δηλαδή τα 13/56 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου μείζονος αρχικού αγρού, στον εναγόμενο-ενάγοντα Ψ, ενώ εκείνη παρακράτησε την επικαρπία και οίκηση τούτου, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτό.
Όμως, ο εναγόμενος-ενάγων Ψ, αμέσως μετά την παραπάνω μεταβίβαση, δηλαδή από το Φθινόπωρο του έτους 1967 και μέχρι το καλοκαίρι του 2000, που ασκήθηκε κατ'αυτού η συνεκδικασθείσα αγωγή του αρχικού ενάγοντος-εναγομένου ΧΧ, νεμόταν και κατείχε, με διάνοια κυρίου, μόνον ο ίδιος το επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ'αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως, τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής.
Ειδικότερα αυτός, αρχικά περιέφραξε το επίδικο με συρματόπλεγμα, στη συνέχεια δε ανακαίνισε τις υπάρχουσες εντός αυτού δύο μικρές οικίες, επεξέτεινε αυτές με την προσθήκη σε καθεμιά ενός δωματίου, λουτρού και κουζίνας, ηλεκτροδότησε και υδροδότησε αυτές, καταβάλλοντας ο ίδιος τις σχετικές δαπάνες, και ακόμη, καλλιεργούσε συνεχώς το επίδικο με φυστικιές, φύτεψε νέα φιστικόδεντρα, από τα οποία κάθε χρόνο συνέλεγε τους καρπούς και διέμενε στις οικίες με την οικογένειά του τα καλοκαίρια, τις γιορτές και τα Σαββατοκύριακα.
Οι πιο πάνω δε πράξεις νομής και κατοχής, που ασκούσε με διάνοια κυρίου στο επίδικο ο Ψ από το Φθινόπωρο του έτους 1967, ήταν γνωστές τόσο στη δικαιοπάροχό του ΑΒ-2, όσο και σε όλους τους συγγενείς εκείνης, μεταξύ των οποίων και η αδελφή της ΑΒ-2 και ο σύζυγος της τελευταίας ΔΔ, χωρίς ποτέ κανείς απ' αυτούς να διαμαρτυρηθεί ή να αμφισβητήσει τα δικαιώματα νομής και κατοχής του επί του επιδίκου.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκαν οι θεμελιωτικοί της αγωγής του αρχικού ενάγοντος ΧΧ ισχυρισμοί αυτού 1) ότι οι αδελφές ΑΒ-3 και ΑΒ-2 από την παραπάνω άτυπη διανομή του έτους 1941 απέκτησαν τη νομή του επιδίκου ακινήτου και των συστατικών του κατ' ιδανικά μέρη και δη κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά 2) ότι από το έτος 1967 η ΑΒ-2 ασκούσε τη συννομή στο επίδικο, μέσω της κατόχου αδελφής της ΑΒ-3, ούτε ότι είχε συναφθεί μεταξύ των δύο αυτών αδελφών σύμβαση χρησιδανείου, σε εκτέλεση της οποίας η ΑΒ-2 παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα στην ΑΒ-3, κατά το ποσοστό της ιδανικής της μερίδας (1/2 εξ αδιαιρέτου), τη χρήση του επιδίκου ακινήτου και των συστατικών του και 3) ότι μετά το θάνατο της ΑΒ-2, δηλαδή μετά τις 13-3-1984 υπεισήλθε στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της από την ανωτέρω σύμβαση χρησιδανείου η θυγατέρα της τελευταίας ΣΤ, που φέρεται ως δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος στην πρώτη αγωγή ΧΧ.
Από όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο (Εφετείο) καταλήγει στην κρίση ότι ο ενάγων της δεύτερης αγωγής Ψ, εφόσον νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως από το Φθινόπωρο του 1967 μέχρι το έτος 2000, δηλαδή για χρονικό διάστημα μιας τουλάχιστον εικοσαετίας, τυγχάνει κύριος αυτού του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αρχικά εναγομένου-ενάγοντος ΧΧ κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο και είχε απορρίψει την αντίθετη περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου αγωγή του καθολικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 974, 976, 1142, 1143 και 1147 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 977 και 982 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν η πρώτη την παράδοση με αντιφώνηση της νομής και η δεύτερη την αντιποίηση της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα και δεν τυγχάνουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, του τρόπου περιέλευσης, με ειδική διαδοχή, στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα της νομής και κατοχής του επιδίκου ακινήτου, της άσκησης επ` αυτού επί μία τουλάχιστον εικοσαετία διανοία κυρίου νομής μόνο από τον αναιρεσίβλητο και της απόκτησης από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία αποτελούσε και τη βάση της αγωγής του, διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος από το Φθινόπωρο του έτους 1967 παρέλαβε στη νομή και κατοχή του το επίδικο ακίνητο, εν γνώσει της δικαιοπαρόχου του επικαρπώτριας ΑΒ-3, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση κατά το έτος 2000 της αγωγής του αντιδίκου του, δηλαδή επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία νεμόταν και κατείχε αυτό, με διάνοια κυρίου, μόνον ο ίδιος, ασκώντας επ'αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού όλες οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις τόσο για την κτήση απ'αυτόν της νομής του επιδίκου ακινήτου με ειδική διαδοχή, όσο και για την απόκτηση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ως προς όλα τα τμήματά του, κατ' ορθή υπαγωγή, και όχι και από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2007 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3746/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ