Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees calculation, upholding lower court's application of Code of Lawyers provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding lawyer fees. The appellant argued that fees for specific legal documents should be calculated at 2% of the case value, while the court found the lower court correctly applied the Code of Lawyers to determine appropriate fees. The court ruled that the appellant's arguments regarding fee calculation methods were unfounded and rejected the appeal in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 114(3) and 106(4) of the Code of Lawyers; The Supreme Court holds that when the Code of Lawyers does not specify a fee for certain legal acts, the court must apply the most appropriate provision to determine the lawyer's remuneration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 956 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 956/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., Δικηγόρου, κατοίκου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Φωτεινόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ..... , 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΕΞΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κατσανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13641/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/2/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παρούσης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'αρθρ. 575 εδ. β΄ ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 28-3-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσίβλητος αυτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό εξαιρέσεις, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος, με τους οποίους, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 17, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι, δεν αποδείχθηκε η συμφωνία των διαδίκων για πληρωμή στον αναιρεσείοντα δικηγόρο αμοιβής μεγαλύτερης από τα κατώτατα όρια, που ορίζει ο Κώδικας Δικηγόρων, για τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο δικαστικές και εξώδικες δικηγορικές εργασίες, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υποχρεωμένοι, να πληρώσουν σ' αυτόν, εις ολόκληρον ο καθένας, 17728, 59 ευρώ και επί πλέον 18013, 35 ευρώ, ο πρώτος και 19982, 28 ευρώ, ο δεύτερος, ενώ έπρεπε να υποχρεώσει και τους δύο αναιρεσίβλητους, να πληρώσουν σ' αυτόν το άθροισμα των πιο πάνω ποσών, εις ολόκληρον ο καθένας, επειδή αποδείχθηκε ότι, έδωσαν από κοινού την εντολή σ' αυτόν να εκτελέσει όλες τις δικηγορικές εργασίες, που αναφέρονται στο αναιρετήριο καθώς και ότι καθόρισε την αμοιβή του για τη σύνταξη των αναφερομένων στο αναιρετήριο προσυμφώνων εσφαλμένα ως προς τον (μαθηματικό) υπολογισμό των ποσοστών, με βάση την αξία τους, χωρίς να πλήττεται η απόφαση για παραβίαση του άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Το άρθρο 116 ΚΔ δεν ορίζει αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ενώ, από το άρθρο 176 του Κώδικα αυτού, συνάγεται ότι πρέπει το κενό να πληρωθεί με προσφυγή σε ανάλογη εφαρμογή των διατάξεών του. Οι διατάξεις των άρθρων 107, 108 και 110 του εν λόγω Κώδικα, οι οποίες προνοούν για την αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής και αφορούν την κατά την τακτική διαδικασία υποβολή υποχρεωτικά προτάσεων, δεν είναι πρόσφορες να εφαρμοστούν αναλογικά, λόγω έλλειψης ταυτότητας του νομικού λόγου.
Περισσότερο αρμόζουν οι διατάξεις των παραγράφων 1-4 του άρθρου 114, διότι, σε αντίθεση προς την τακτική διαδικασία, η δίκη για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι απλή και συνοπτική, περιοριζόμενη ιδίως στην ανάπτυξη της υπόθεσης στο ακροατήριο, χωρίς την υποχρέωση κατάθεσης προτάσεων. Επομένως, το Εφετείο, που προσδιόρισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος για κατάθεση προτάσεων στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο δίκες ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τα άρθρα 114 παρ. 2 και 176 του Κωδ.
Δικηγόρων, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ούτε το άρθρο 107 του Κωδ. Δικ. και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 107 του Κωδ. Δικηγόρων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 128 του Κώδικα Δικηγόρων "δια την σύνταξιν πάσης αιτήσεως προς το δικαστήριον σχετικής προς την διαδικασίαν της εκτελέσεως, το ελάχιστον όριο αμοιβής είναι δραχ. 40", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 125 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "δια την σύνταξιν εφέσεως κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι 40 δραχ.". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 134 του ίδιου κώδικα "δια την σύνταξιν δικογράφου κλήσεως προς διάδικον η αμοιβή είναι δραχ. 10 όταν αύτη απευθύνεται προς το Ειρηνοδικείο και δραχ. 20 όταν αύτη απευθύνεται προς ανώτερα δικαστήρια". Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου για την σύνταξη των αναφερομένων στο αναιρετήριο αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως και αναστολής πλειστηριασμού και ανακοπών διόρθωσης κατασχετήριας έκθεσης (όλες κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) σύμφωνα με το άρθρο 128 του κωδ. δικ., την αμοιβή για σύνταξη κλήσεων προς περαιτέρω συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 134 του ίδιου κώδικα και για σύνταξη εφέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 125 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έπρεπε να υπολογιστεί η αμοιβή του αναιρεσείοντος για τις πιο πάνω εργασίες σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο Κώδικας δικηγόρων δεν ορίζει αμοιβή για τη σύνταξη αίτησης για εξάλειψη προσημείωσης. Το κενό αυτό πρέπει να καλυφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 176 του Κώδικα δικηγόρων, με προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, που αρμόζει περισσότερο. Επίσης, ο κώδικας δικηγόρων δεν ορίζει αμοιβή για σύνταξη πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.
Οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής αναφέρονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ανακοπή, την οποία συμπληρώνουν και δεν δικαιολογείται να λάβει ο δικηγόρος δύο φορές αμοιβή, υπολογιζόμενη επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης. Το κενό αυτό πρέπει στην περίπτωση αυτή να καλυφθεί, κατ' άρθρο 176 του κωδ.
δικ., με προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, που αρμόζει περισσότερο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος, για σύνταξη αίτησης για εξάλειψη προσημείωσης και σύνταξη πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τα άρθρα 114 παρ. 3 και 106 παρ. 4 του κώδικα δικηγόρων αντίστοιχα, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, ούτε άλλη διάταξη και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έπρεπε η αμοιβή του αναιρεσείοντος να υπολογιστεί για τις πιο πάνω εργασίες σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου, κατά τα άρθρα 100 επ.
και 116 του κώδικα δικηγόρων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 65/25-2-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 109/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ