Legislator Case Law & Legislation
955/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor accident compensation ruling due to lack of procedural grounds.

Case Number 955/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding compensation for a labor accident. The appellant argued for specific procedural errors, but the court found no violation of substantive law or procedural rules. The court upheld the lower court's decision to award moral damages to the injured worker while noting the respondent's absence did not invalidate the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 932 of the Civil Code; Article 1 and 16 of Law 551/1915: Compensation for moral damage in labor accidents is granted when the employer's fault or violation of safety regulations caused the injury, and the causal link remains valid even if the victim is partially at fault.

Keywords

AI generated
labor accident compensation moral damages award employer fault liability partial victim fault causal link validity labor law damages workplace injury case

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 1 and 16 of Law 551/1915
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 38 paragraph 1 of the Law on the Introduction of the Civil Code
Article 662 of the Civil Code
Article 102 of Presidential Decree 1073/1981
Article 104 of Presidential Decree 1073/1981
Article 111 of Presidential Decree 1073/1981
Article 5 paragraph 1 of Law 1396/1983
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 955 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 955/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιόντη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: A. (Α.) Q. (Τ.) του Q. (Γ.), κατοίκου ... ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 137/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../22-12-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κερκύρας Β. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 23-3-2016 αίτησης για αναίρεση της 137/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας με πράξη ορισμού δικασίμου, της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης (21-2-2017), και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής (21-2-2017), ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως πρέπει να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915.

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016).

Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", του ν. 1568/1985 "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" και του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων...".

Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 π.δ. 17/1996: "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων". Κατά το άρθρο 2 ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1... 2... 3... 4.

Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.... 5... 6... 7...". Κατά το άρθρο 5 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1396/1983): "Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.

Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο αρθρ. 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3.

Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο αρθρ. 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει". Κατά το άρθρο 102 π.δ. 1073/1981: "Εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύναται να εξασφαλισθή απόλυτα είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου είτε διά των ομαδικών μέτρων προστασίας διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον εις τους εργαζομένοςυ ατομικά μέσα προστασίας.

Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένον κίνδυνον, να ευρίσκωνται εις αρίστην κατάστασιν να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζωνται και να αποθηκεύωνται με επιμέλειαν. Αι συσκευαί και λοιπός εξοπλισμός πρέπει να είναι προσωπικός δι’ έκαστον εργαζόμενον, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλειαν πριν διατεθή εις άλλον εργαζόμενον.

Όλος ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας να τίθεται εις την διάθεσιν όλων των εργαζομένων εις το εργοτάξιον και να είναι εις κατάστασιν αμέσου χρησιμοποιήσεως. Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων.

Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας απαιτείται τοιαύτη χρήσις. Τα ατομικά μέσα προστασίας πρέπει να προσαρμόζωνται εις τα ανθρωπομετρικά στοιχεία και ανατομικάς αναλογίας εκάστου εργαζομένου". Κατά το άρθρο 104 του ίδιου π.δ. (1073/1981): "Εις εργασίας αι οποίαι είναι δυνατόν να προκαλέσουν βλάβας οφθαλμών ως π.χ.

κατεδαφίσεις, συγκολλήσεις, τροχίσματα, κοπή κεφαλών ήλων, τεμαχισμό λίθων, εκκένωσιν ή μετάγγισιν οξέων ή αλκαλίων κλπ. διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον κατάλληλα μέσα προστασίας π.χ. ομματοϋάλια, προσωπίδες, ασπίδια κ.α.". Κατά το άρθρο 111 του ίδιου π.δ. (1073/1981): "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ’ όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.

Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ’ όσον έχει ειδικάς γνώσεις ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".

Κατά το άρθρο 32 μέρος Α αριθ. 1 και 3 ν. 1568/1985: "Ο εργοδότης έχει υποχρέωση: 1. Να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα... 3. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας".

Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειάς του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τέλος κατά το άρθρο 932 εδ. α και β Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (Α.Π. 1546/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων [ήδη μη διάδικοι], συγκύριοι ενός οικοπέδου, ευρισκόμενου στην περιοχή ..., με σύμβαση μισθώσεως έργου που συνήψαν με τον πρώτο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα], εργολάβο οικοδομών, του ανέθεσαν την ανέγερση μίας ισόγειας οικοδομής επί ως άνω οικοπέδου τους.

Για την εκτέλεση του έργου αυτού ο πρώτος εναγόμενος στις 30-9-2007 προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο], ο οποίος είναι αλλοδαπός, Αλβανός υπήκοος, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να τον απασχολήσει ως ανειδίκευτο εργάτη στο ως άνω έργο. Στις 17-12-2007 πραγματοποιούνταν από το συνεργείο του πρώτου εναγομένου, αποτελούμενο από τον ίδιο, τον ενάγοντα και έτερο τεχνίτη, τον Ρ.

Π. του Χ., εργασίες επιχρισμάτων εντός της ισόγειας οικίας με τη χρήση μηχανής σοβατίσματος. Η συγκεκριμένη μηχανή σοβατίσματος έφερε ελαστικό σωλήνα μήκους 50 μέτρων, που ξεκινούσε από τον αναμικτήρα, όπου γινόταν η σύνθεση του ασβεστοκονιάματος (σοβά) και κατέληγε σε προσαρμοζόμενο εξάρτημα-εκτοξευτήρα του υλικού (πιστόλι).

Στον ίδιο χώρο δε ενυπήρχαν αναρτημένα ειδικά ομματοϋάλια για την προστασία των χειριστών του μηχανήματος σε συμμόρφωση του πρώτου εναγομένου με τις κείμενες διατάξεις ασφάλειας και προστασίας της υγείας των εργαζομένων (άρθρα 104 π.δ. 1073/1981, 7 παρ. 1 στοιχ. στ και παράρτημα II και III αρ. 3 π.δ. 396/1994). Ο ενάγων την ανωτέρω ημερομηνία και περί ώρα 09.30 π.μ., ενεργώντας υπό την καθοδήγηση και δη υπό τις οδηγίες και εντολές αλλά και την επίβλεψη του πρώτου εναγομένου, ανέλαβε τον καθαρισμό του στομίου του σωλήνα από επικολλημένα εσωτερικώς αυτού κατάλοιπα από τον καθαρισμό της προηγούμενης ημέρας υλικού (μείγματος λάσπης-ασβέστη).

Ειδικότερα κατά την ειθισμένη εργασιακή τακτική, ο σωλήνας καθαριζόταν πάντοτε κατά το πέρας των εργασιών αλλά και προ πάσης ενάρξεως αυτών προς αφαίρεση τυχόν αποξηραθέντων υπολειμμάτων εκ της προηγούμενης χρήσεως. Μετά το πέρας του καθαρισμού ο πρώτος εναγόμενος προσήλθε στο χώρο και αφού διαπίστωσε ότι ο σωλήνας ήταν ξεδιπλωμένος και ο εκτοξευτήρας (πιστόλι) τοποθετημένος στο σωλήνα, αποχώρησε από το σημείο ενημερώνοντας ότι προτίθεται να θέσει σε λειτουργία την πρέσα, δίχως εντούτοις να υπομνήσει στον ενάγοντα την υποχρέωσή του να φορέσει τα ειδικά προστατευτικά ομματοϋάλια, επισημαίνοντας σε αυτόν τους ελλοχεύοντες κινδύνους από την τυχόν εκτίναξη στο πρόσωπό του του ασβεστοκονιάματος (αρθρ. 4 παρ. 9, 7 παρ. 1 και ειδικότερα στοιχείο β π.δ. 396/1994, άρθρο 32 στοιχ.

Α αρ. 1 και 5 του ν. 1568/1985) αλλά και να βεβαιωθεί προ της αποχώρησής του αλλά και της θέσεως σε λειτουργία του μηχανήματος ότι πράγματι ο ενάγων είχε φορέσει τα ως άνω ειδικά προστατευτικά ομματοϋάλια (άρθρα 111 π.δ. 1073/1981, άρθρο 32 Α αρ. 3 του ν. 1568/1985 και 7 παρ. 6 στοιχ. γ π.δ. 17/1996). Κατά την προκειμένη δε και ειθισμένη και στο παρελθόν άλλωστε κατανομή αρμοδιοτήτων ο πρώτος εναγόμενος ήταν υπεύθυνος για τη ρίψη των οικοδομικών υλικών στον αναδευτήρα (ασβέστη, άμμο, νερό) και την εκκίνηση της πρέσας και ο ενάγων και ο Ρ.

Π. ήταν οι χειριστές του σωλήνα και πιστολιού και της ρίψης και ομοιόμορφης επίστρωσης του ασβεστοκονιάματος στην τοιχοποιία της οικοδομής. Η ανωτέρω εργασία του ενάγοντος ενείχε αυξημένη επικινδυνότητα για το χειριστή του σωλήνα και του πιστολιού, καθόσον το διερχόμενο διαμέσου του σωλήνα μίγμα εκτινασσόταν βιαίως και δη με ιδιαιτέρως υψηλή πίεση προς την οριζόμενη από το χειριστή κατεύθυνση, με άμεση αντίδραση την εκτίναξη υλικού προς κάθε κατεύθυνση και ως εκ τούτου ήταν άκρως αναγκαία η χρήση των ανωτέρω ομματοϋαλίων με ή άνευ προσωπίδας (άρθρα 102 και 104 π.δ. 1073/1981, 32 στοιχ.

Α αρ. 1 ν. 1586/1985). Αμέσως μετά την αποχώρηση του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων διαπίστωσε ότι ο αυξομειωτής ροής του πιστολιού εκτόξευσης του υλικού δεν περιστρεφόταν, οπότε, πιθανολογώντας ότι θα προλάβει να αφαιρέσει τυχόν κατάλοιπα που εμπόδιζαν την περιστροφή προ της κατάληξης του υλικού στο ακροφύσιο του σωλήνα, αποσύνδεσε το πιστόλι από το σωλήνα και προσπάθησε να καθαρίσει το σωλήνα, προκειμένου να διευκολυνθεί η ροή, έχοντας στρέψει το σωλήνα πλησίον και έμπροσθεν του προσώπου του, χωρίς όμως να φορέσει τα προαναφερθέντα ομματοϋάλια και χωρίς περαιτέρω να ειδοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο δεν ευρίσκονταν σε οπτική επαφή, για την αιφνίδια αυτή ενέργειά του, με αποτέλεσμα ο πρώτος εναγόμενος, διόλου υποψιασμένος περί της ανωτέρω ενέργειας του ενάγοντα, να θέσει σε λειτουργία το μηχάνημα και να εκτοξευτεί το υλικό του ασβεστοκονιάματος (σοβά) στον αριστερό οφθαλμό του ενάγοντος, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί βαρύ χημικό έγκαυμα αριστερού οφθαλμού...

Με τα δεδομένα αυτά... συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 50% έκαστος. Η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι, ενώ ήταν εργοδότης του ενάγοντος, εργολάβος οικοδομικών εργασιών και είχε αναθέσει στον ενάγοντα την ως άνω εργασία, που γνώριζε ότι ήταν επικίνδυνη και μπορούσε να προκαλέσει βλάβες των οφθαλμών του, από αμέλεια του:

α) παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 Α.Κ., 102, 104, 111 του π.δ. 1073/1971, 5 του ν. 1396/1983 και συγκεκριμένα παρέλειψε να υποδείξει στον ενάγοντα-παθόντα να φορέσει τα ειδικά προστατευτικά ομματοϋάλια, ήτοι να του δώσει την ειδική εντολή να τα φορέσει, επισημαίνοντάς του τον κίνδυνο που ενέχει για τη σωματική του υγεία η μη χρήση αυτών και β) ενώ γνώριζε ότι ο ενάγων δεν φορούσε τα ειδικά γυαλιά, αποχώρησε από το σημείο εργασίας του ενάγοντος και μετέβη σε άλλο σημείο, από το οποίο δεν είχε οπτική επαφή με τον ενάγοντα και έθεσε σε λειτουργία το ως άνω μηχάνημα.

Η ως άνω αμελής συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων συνδέεται αιτιωδώς προς το επελθόν αποτέλεσμα, αφού η πρόκληση του ως άνω εργατικού ατυχήματος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν αυτός είχε δώσει εντολή στον ενάγοντα να φορέσει τα ειδικά γυαλιά και δεν έθετε σε λειτουργία το μηχάνημα προτού βεβαιωθεί ότι ο ενάγων τα φορούσε πράγματι.

Ο πρώτος εναγόμενος όφειλε και μπορούσε με την καταβολή της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού και επιμελούς εργολάβου οικοδομικών εργασιών να προβλέψει ότι μη χρήση των ειδικών προστατευτικών γυαλιών από τον ενάγοντα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη βλάβη των οφθαλμών του κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας που του είχε αναθέσει.

Στην επέλευση όμως του ατυχήματος συνέτρεξε και ίδιο πταίσμα του παθόντος ενάγοντος και ειδικότερα αμέλεια του, διότι: α) αν και είχε υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 32 στοιχ. Β του ν. 1568/1985, άρθρο 13 παρ. 1 του π.δ. 17/1996, να χρησιμοποιήσει τον διατιθέμενο από τον εργοδότη του εξοπλισμό εργασίας, ήτοι τα ειδικά ομματοϋάλια, καθώς είχε εμπειρία στην ανωτέρω εργασία και έτσι μπορούσε να αντιληφθεί ότι η συγκεκριμένη εργασία ήταν επικίνδυνη δίχως τη χρήση αυτών (ομματοϋαλίων) και β) ενώ ο πρώτος εναγόμενος είχε αποχωρήσει από το σημείο εργασίας του με σκοπό, όπως είχε γνωστοποιήσει, να θέσει σε λειτουργία την πρέσα, αυτός (ενάγων), πιστεύοντας εσφαλμένα ότι θα προλάβει να καθαρίσει το σημείο απόληξης του σωλήνα προτού το ασβεστοκονίαμα καταλήξει σε αυτό, προέβη στην αφαίρεση της λαβής (πιστολιού) για να καθαρίσει εσωτερικώς το σωλήνα από τυχόν υπολείμματα εκ του αμέσως προηγηθέντος καθαρισμού, χωρίς προηγουμένως να ειδοποιήσει για την ενέργειά του αυτή τον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο δεν βρισκόταν σε οπτική επαφή, ώστε να μη θέσει ο τελευταίος σε λειτουργία τον κινητήρα της πρέσας.

Η ως άνω αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος ευρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα. Με τα δεδομένα αυτά ο ισχυρισμός του πρώτου των εναγομένων ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα ήταν ο ίδιος ο παθών, καθώς και ο αντίστοιχος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο πρώτος εναγόμενος, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Πρέπει όμως να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, που πρόβαλε ο πρώτος των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρει με την έφεσή του, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό του 50%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων, συνοδευόμενος από τον πρώτο των εναγομένων, μετέβη στο ιδιωτικό ιατρείο του χειρουργού οφθαλμιάτρου Α.

Π. στην Κέρκυρα, όπου διαπιστώθηκε τραυματισμός του αριστερού κερατοειδούς (θόλωση) του αριστερού οφθαλμού και οπτική οξύτης αντίληψη φωτός. Στις 19-12-2007 ο ενάγων εισήχθη στην οφθαλμολογική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου διαγνώστηκε ότι είχε υποστεί έγκαυμα αριστερού οφθαλμού με καθολική απόπτωση του επιθηλίου κερατοειδούς και επιπεφυκότος, ισχαιμία του σκληροκερατοειδούς ορίου κατά 360ο και υπερτονία και νοσηλεύθηκε από την 19-12-2007 μέχρι την 26-12-2007 και εν συνεχεία από την 27-12-2007 μέχρι την 14-1-2008.

Κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του υπεβλήθη σε πλήρη θεραπευτική αγωγή (τοπική φαρμακευτική αγωγή, αυθαιμοθεραπεία, θεραπεία με ομόλογο ορό), διαπιστώθηκε ότι αναπτύσσεται ινοαγγειώδης ιστός στον κερατοειδή που θα έχει ως συνέπεια τη θόλωση και συνακόλουθα τη μείωση της όρασης και ενδεχόμενα την ανάπτυξη δευτερογενούς γλαυκώματος και ότι η πρόγνωση για το ως άνω έγκαυμα θεωρείται εξαρχής κακή και η πορεία αμφίβολη.

Κατά την έξοδό του δε από το ως άνω νοσοκομείο, του συνεστήθη τακτική παρακολούθηση, θεωρούμενος ως μονόφθαλμος. Εν συνεχεία νοσηλεύθηκε εκ νέου από την 19-7-2009 μέχρι την 28-7-2009 στο ανωτέρω νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση μεταμόσχευσης κερατοειδούς αριστερού οφθαλμού, λόγω δε επιπλοκής του μοσχεύματος έγινε εκ νέου συρραφή.

Η ανωτέρω κατάσταση σαφώς επέδρασε αρνητικά και κατέστησε δυσχερή την άσκηση του επαγγέλματος του τεχνίτη ή του ανειδίκευτου εργάτη σε οικοδομικές ή παρεμφερείς εργασίες, προς τούτο δε επιδοτήθηκε από το τμήμα παροχών-ασθενείας του τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Κέρκυρας προς 77 ημέρες το έτος 2008, προς 166 ημέρες το έτος 2009, προς 365 ημέρες το έτος 2010 και προς 100 ημέρες το έτος 2011.

Περαιτέρω το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα που περιγράφηκαν παραπάνω, το βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγομένου, το βαθμό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, το είδος και την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος και των επιγενομένων συνεπειών της στην προσωπική και κοινωνική ζωή του, το μέγεθος της ψυχικής ταλαιπωρίας του λόγω των ιατρικών επεμβάσεων και εν γένει των προσπαθειών στις οποίες προέβη, ελπίζοντας στην πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, η οποία τελικά δεν επετεύχθη, την ηλικία του (32 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αφενός του πρώτου εναγομένου (εργολάβου οικοδομών και τεχνίτη) και αφετέρου του παθόντος ενάγοντος (εργάτη, οικονομικού μετανάστη από την Αλβανία), κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντος, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, πέραν του ποσού των 30 ευρώ, που ο ενάγων επιφυλάχθηκε να διεκδικήσει ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, και το ποσό των 20.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό κρίνεται, με βάση τα προεκτεθέντα, εύλογο". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του πρώτου εναγομένου και δέχθηκε κατά ένα μέρος της την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο και είχε υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 11.970 ευρώ), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τον πρώτο εναγόμενο και κατά το κεφάλαιο και τις διατάξεις της που αφορούσαν τη χρηματική ικανοποίηση και τη δικαστική δαπάνη, αφού δε κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και τον υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη και ιδίως εκείνες των άρθρων 662, 914 Α.Κ., 102, 104, 111 π.δ. 1073/1981 και 5 παρ. 1 ν. 1396/1983 ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας (αμελείας) του πρώτου εναγομένου εργοδότη για τον τραυματισμό του ενάγοντος εργαζομένου αλλά και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.

Δεν διεκόπη δε ο αιτιώδης σύνδεσμος από μόνο το δεκτό γενόμενο ότι ο ενάγων ήταν συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 50%, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος.

Συνεπώς και οι δύο λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθεί όμως ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, διότι ο τελευταίος ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2016 αίτηση για αναίρεση της 137/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ