Legislator Case Law & Legislation
955/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for trafficking in women, rejecting procedural defects as non-fatal.

Case Number 955/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a mixed court's conviction for trafficking in women, citing Article 351 of the Penal Code. The appellant argued that the trial court failed to grant the defense counsel time to supplement arguments after the evidence phase, yet the court held this omission did not constitute absolute nullity under Article 171 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's procedural lapse did not violate fundamental rights or require absolute nullity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 351 of the Penal Code; Article 171 of the Code of Civil Procedure: A trial court's failure to grant defense counsel time to supplement arguments after the evidence phase does not constitute absolute nullity unless the defendant explicitly requests such examination and the court refuses to grant it.

Keywords

AI generated
trafficking in women absolute nullity defense counsel rights procedural defect appeal dismissal Code of Civil Procedure supplemental arguments

Cited Legislation

AI generated
Article 351 of the Penal Code
Article 171 of the Code of Civil Procedure
Article 510 of the Code of Civil Procedure
Article 368 of the Code of Civil Procedure
Article 583 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 955 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 955/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Bιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη , Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Β. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βασιλειάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 46, 47, 48/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16 Απριλίου 2014 αίτηση αναιρέσεως και στους από 24 Οκτωβρίου 2014 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/2014.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 15/4/2014 αίτηση - δήλωση του Β. Δ. που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16/4/2014 και οι επ’ αυτής από 24/10/2014 πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στις 18/11/2014, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 46-48/2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης που πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.

Στο άρθρο 351 του ΠΚ παρ. 1 και 2 ορίζονται τα εξής: 1. Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευση του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. Επίσης στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη α)... β)... γ)... δ) τελείται κατ’ επάγγελμα.

Οι παραπάνω διατάξεις προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον για πάταξη της εκμετάλλευσης της ακολασίας και αποσκοπούν να καταπολεμήσουν κάθε μορφής επιρροή που έχει ως άμεση συνέπεια τη γενετήσια εκμετάλλευση του ανθρώπινου σώματος. Παθητικό υποκείμενο του εγκλήματος της σωματεμπορίας μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα, ανεξάρτητα από το αν είναι αμέμπτων ηθών ή όχι.

Στο έγκλημα της σωματεμπορίας της παρ. 1 του άρθρου 351 ΠΚ ο όρος "προσλαμβάνει" έχει την έννοια ότι ο δράστης με εξαναγκαστικά μέσα ή με την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας πετυχαίνει και να αποδεχθεί το θύμα πρόταση του δράστη για τη γενετήσια εκμετάλλευσή του από αυτόν ή άλλον, επηρεάζοντας έτσι άμεσα και επιλήψιμα τη σχετική βούληση του τελευταίου.

Στην πρώτη περίπτωση της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου ο δράστης, με απατηλά μέσα, αποσπά τη συναίνεση του θύματος η οποία έτσι δεν είναι προϊόν ανόθευτης επιλογής δηλαδή επηρεάζει άμεσα και αποφασιστικά την ελεύθερη επιλογή αυτού να ενεργήσει πράξεις γενετήσιας εκμετάλλευσης. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο δράστης, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη (οικονομικά, νομικά, κοινωνικά κλπ.) θέση του θύματος, με την έννοια ότι αυτό δεν έχει τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού των συνθηκών εργασίας και διαβίωσής του, προβαίνει σε δελεαστικές υποσχέσεις ή παροχές ωφελημάτων με σκοπό να προκαλέσει σ’ αυτό την απόφαση να επιδοθεί σε πράξεις γενετήσιας εκμετάλλευσης του από τον δράστη ή άλλον, επηρεάζοντας (ο δράστης) μ’ αυτόν τον τρόπο άμεσα και αποφασιστικά την επιλογή του θύματος να ενεργήσει τέτοιες πράξεις.

Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις η πράξη της σωματεμπορίας είναι τετελεσμένη μόλις αποσπάστηκε η συναίνεση του θύματος να ενεργεί πράξεις γενετήσιας εκμετάλλευσης ή μόλις αυτό παρασύρθηκε (αποφάσισε να επιδίδεται) σε τέτοιες πράξεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές πραγματοποιήθηκαν. Το έγκλημα της σωματεμπορίας ανήκει στα υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα, δηλαδή σε εκείνα που τελούνται με περισσότερους εναλλασσόμενους τρόπους, τα οποία, και όταν πραγματώνονται με περισσότερους τρόπους τέλεσης σε βάρος του ίδιου προσώπου (ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά), στοιχειοθετούν μόνο μία (ενιαία) πράξη οι δε λοιπές λαμβάνονται υπ’ όψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ενώ, αν οι περισσότεροι τρόποι τέλεσης στρέφονται κατά διαφορετικών προσώπων, υπάρχει πραγματική συρροή ισαρίθμων εγκλημάτων, και όχι ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. Στα εγκλήματα δε αυτά είναι επιτρεπτή η εναλλαγή σε άλλον τρόπο τέλεσης από εκείνον για τον οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προήλθαν τα σχετικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι υπάρχει η επιβαλλόμενη αιτιολογία και σε περίπτωση που το σκεπτικό αρκείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά με τρόπο τόσο αναλυτικό και πλήρη, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν απαιτεί, καταρχήν, ιδιαίτερη αιτιολόγηση, επειδή αυτή ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει για το αξιόποινο της πράξης πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσο δόλο) ή τον σκοπό επέλευσης συγκεκριμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλή δόλο).

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Πρέπει, όμως, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί να προβάλλονταν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους.

Δεν είναι, όμως, αυτοτελής ο ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας, αλλά αρνητικός των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της σχετικής πράξης. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για την καταδικαστική κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, πάντως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Όταν εξαίρονται στην απόφαση ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη τα υπόλοιπα, ούτε είναι ανάγκη να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση για την ουσία της υπόθεσης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν αυτή παραβιάζεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 46-48/2014 απόφασή του, αφού εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης υπ αριθ. 44-48/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κατερίνης, από την ανάγνωση των προαναφερομένων εγγράφων, που βρίσκονται στη δικογραφία, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατά το μήνα Ιούλιο του 2007, στο Τμήμα Ασφαλείας ... περιήλθαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος Δ. Β. του Β., κάτοικος ... Πέλλας, στην οικία του, που βρίσκεται στο ... εξέδιδε, κατ’ επάγγελμα έναντι αμοιβής, γυναίκες, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους, με παροχή υποσχέσεων και πληρωμής. Κατόπιν τούτου, οι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας ...

έθεσαν υπό παρακολούθηση την οικία του κατηγορουμένου, ο περιβάλλων χώρος της οποίας ήταν περιφραγμένος με υψηλό μαντρότοιχο και σίδερα. Η πόρτα της εισόδου του περιβάλλοντος χώρου ήταν κλειδωμένη και την άνοιγε μόνο ο ίδιος επιτρέποντας την είσοδο αποκλειστικά σε γνωστά του πρόσωπα. Την 18/7/2007 και περί ώρα 01.45’ , ενώ αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας ..., παρακολουθούσαν την ανωτέρω οικία του κατηγορουμένου, διαπίστωσαν να εισέρχεται σ’ αυτήν ο Ε.

Ι. του Φ., κάτοικος Δ.Δ. ... Δήμου ... Πέλλας. Μετά από παραμονή είκοσι περίπου λεπτών της ώρας εντός της οικίας του κατηγορουμένου ο Ε. Ι., αποχώρησε. Οι αστυνομικοί τον σταμάτησαν προκειμένου να τον υποβάλλουν νομίμως σε έλεγχο και του γνωστοποίησαν ότι γνώριζαν για την επίσκεψη του στην οικία του Δ. Β.. Αυτός διατελώντας σε πλήρη νηφαλιότητα και ηρεμία χωρίς να δεχθεί ουδεμία μορφή πίεσης (σωματικής ή ψυχολογικής), είπε ότι μετέβη στον προαύλιο χώρο της οικίας του κατηγορουμένου, όπου συνάντησε τον ίδιο "που καθόταν μόνος του στην αυλή του".

Του ζήτησε να του δώσει μία κοπέλα για να έλθει σε συνουσία μαζί της και ο κατηγορούμενος του επέδειξε δύο γυναίκες, την Ε. και Ό. και του πρότεινε να διαλέξει μία εξ αυτών. Κατά την έρευνα που ακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι η Ε. ονομαζόταν M. I. του A. και ήταν υπήκοος ... και η Ό. ονομαζόταν I. O. του J. και ήταν υπήκοος ....

Ο Ε. Ι. διάλεξε την M. I., ο κατηγορούμενος απαίτησε να του καταβάλει το ποσό των ογδόντα (80) ευρώ για τις ερωτικές υπηρεσίες που θα του παρείχε η αλλοδαπή και ο Ε. Ι. του κατέβαλε το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό και στη συνέχεια σε ένα δωμάτιο του σπιτιού που τον οδήγησε η προαναφερόμενη, ήλθε σε συνουσία μαζί της.

Ο Ε. Ι. κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ζητούσε από τον κατηγορούμενο κοπέλα για ερωτική επαφή, γνώριζε ότι αυτός διέθετε κοπέλες για το σκοπό αυτό και ότι τα τελευταία επτά-οκτώ έτη επισκεπτόταν την οικία του κατηγορουμένου, προκειμένου να του υποδεικνύει γυναίκες, με τις οποίες ερχόταν σε συνουσία αντί χρημάτων, τελευταία δε, φορά είχε συμβεί αυτό προ τετραμήνου.

Ο Ε. Ι. συμφωνούσε στο ύψος του χρηματικού αντιτίμου που απαιτούσε κάθε φορά ο κατηγορούμενος και ανερχόταν σε εξήντα (60) ή εβδομήντα (70) ευρώ, το κατέβαλε στην εκάστοτε κοπέλα με την οποία ερχόταν σε συνουσία, την τελευταία όμως, φορά (18/7/2007) ο κατηγορούμενος απαίτησε το ποσό των ογδόντα (80) ευρώ, το οποίο ο μάρτυρας κατέβαλε στον ίδιο.

Οι αστυνομικοί στη συνέχεια διενήργησαν κατ’ οίκον έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου, όπου διαπιστώθηκε ότι αυτός φιλοξενούσε και συντηρούσε τις προαναφερόμενες αλλοδαπές, M. I. και I. O.. Κατά τη διάρκεια της έρευνας βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα σφραγισμένο κουτί, που περιείχε 12 προφυλακτικά μάρκας DUREX, ένα κουτί με επτά προφυλακτικά της ίδιας μάρκας, ένα κουτί προφυλακτικών της ίδιας μάρκας κενό περιεχομένου, τρία προφυλακτικά της ίδιας μάρκας, που βρέθηκαν κάτω από ένα δέμα με ρούχα της I.

O. και τρία σωληνάρια τα οποία περιείχαν λιπαντικό ζελέ, μάρκας Κ-Υ jelly. Σε σωματική έρευνα του κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε το χρηματικό ποσό των 525 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο. Το σπίτι είχε αρκετούς χώρους ("δωμάτιο με κρεβάτι και μπάνιο" κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός) προκειμένου να έρχονται οι "πελάτες" σε συνουσία με τις ανωτέρω γυναίκες και μάλιστα σε ένα καλάθι σκουπιδιών υπήρχαν τρία χρησιμοποιημένα προφυλακτικά.

Ακολούθως συνελήφθησαν ο κατηγορούμενος και οι δύο αλλοδαπές. Σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση της M. I., η οποία αναγνώσθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, αυτή την 12/7/2007 συναντήθηκε στην Αθήνα με έναν άγνωστο άνδρα με το όνομα "A.", ο οποίος της υποσχέθηκε ότι θα της έβρισκε δουλειά σε ένα εστιατόριο, όπου θα έπαιρνε αμοιβή 100-150 ευρώ και με το τρένο πήγαν μαζί στη Σκύδρα.

Όταν έφτασε εκεί επειδή δεν είχε καθόλου χρήματα, ο A. της πρότεινε να κάνει μία δουλειά, η οποία θα της απέφερε πολλά χρήματα και την πήγε στο σπίτι του κατηγορουμένου, όπου μαζί της εξήγησαν ότι θα εκδίδεται επί χρήμασι. Η M. I., ευρισκόμενη σε αδιέξοδο, καθόσον ήταν μακριά από τη χώρα της, διέμενε παράνομα στην Ελλάδα, αφού η προξενική θεώρηση στο διαβατήριο της είχε λήξει από την 9/6/2007 και για το λόγο αυτό προφανώς, είχε απολυθεί από τον εργοδότη της στη Ρόδο, δεν μπορούσε να βρει νόμιμη εργασία ελλείψει νομιμοποιητικών εγγράφων, δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και κυρίως βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση αφού "δεν είχε καθόλου χρήματα", αναγκάσθηκε να δεχθεί.

Ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της δυσχερούς κατάστασης που βίωνε η ανωτέρω αλλοδαπή. Την επόμενη ημέρα από το απόγευμα μέχρι ώρα 02.00’ πήγαιναν πελάτες και την έβλεπαν και την μεθεπόμενη ήλθε σε συνουσία με 6-7 πελάτες, οι οποίοι πλήρωναν στον κατηγορούμενο το ποσό των 70 ή 80 ευρώ, από το οποίο αυτός της έδινε ως αμοιβή το ποσό των 20 ευρώ για κάθε ερωτική επαφή και τα υπόλοιπα τα κρατούσε ο ίδιος.

Αυτό επαναλήφθηκε μέχρι τη σύλληψή της από τους αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας ..., την 18/7/2007. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η I. O., είχε έρθει στην Ελλάδα ενάμιση μήνα πριν από τη σύλληψή της και πήγε για να δει έναν φίλο της, που ονομάζεται "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος διέμενε στην .... Εκεί έμεινε μόνο για μία ημέρα και μετά εγκαταστάθηκε στο ..., σε ένα δωμάτιο, που της νοίκιασε ο κατηγορούμενος, αντί του ποσού των 150 ευρώ το μήνα.

Τον κατηγορούμενο τον γνώριζε από παλιότερα, γιατί είχε έρθει και πάλι πριν το 2007 και είχε νοικιάσει δωμάτιο σ’ αυτόν. Επί ενάμιση μήνα ισχυρίστηκε ότι δεν δούλεψε, έψαχνε για δουλειά, "δεν έκανε τίποτα στο σπίτι του κατηγορουμένου, έβλεπε τηλεόραση και κοιμόταν, πήγαινε και σε μία φίλη της δίπλα". Στο σπίτι του κατηγορουμένου γνώρισε και την M.

I., η οποία της πρότεινε να εκδίδεται με αμοιβή, όπως έκανε η ίδια. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν ιδίως, από την με ημερομηνία 18/7/2007 προανακριτική έκθεση εξέτασης της M. I. του A., που νομίμως αναγνώσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, και δεν αναιρέθηκαν από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν η M. I., καθόσον όπως προαναφέρθηκε βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ήταν αλλοδαπή, μακριά από τη χώρα της, διέμενε παράνομα στην Ελλάδα, αφού η προξενική θεώρηση στο διαβατήριο της είχε λήξει από την 9/6/2007, είχε ανάγκη εργασίας και δεν μπορούσε να εργασθεί νομίμως, ελλείψει των νομιμοποιητικών της εγγράφων, δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και δεν είχε την αρωγή άλλου προσώπου στην Ελλάδα, ούτε απολάμβανε της προστασίας των αρμοδίων αρχών, εκμεταλλεύθηκε ο κατηγορούμενος και παρέχοντάς της κατάλυμα και τροφή, την επηρέασε, έκαμψε τη βούληση της και την παρέσυρε να εκδίδεται αντί χρημάτων σε αόριστο αριθμό ανδρών ("πελατών- γνωστών του"), που ο ίδιος της υποδείκνυε, αφού μάλιστα πρώτα την επεδείκνυε σ’ αυτούς, υποσχόμενος σ’ αυτή μέρος από την εκάστοτε καταβαλλόμενη αμοιβή των 60-80 ευρώ ανά ερωτική συνάντηση με σκοπό να επιτύχει την γενετήσια εκμετάλλευσή της, δηλαδή την επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης, ενώ από τη διαμορφωθείσα υποδομή ήτοι την παροχή καταλύματος για τη διαμονή της, εντός του περίκλειστου και απόλυτα ελεγχόμενου από αυτόν χώρου της κατοικίας του και την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει καταφανής σκοπός του για πορισμό παρανόμου εισοδήματος, αφού αυτός παρακρατούσε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων από κάθε ερωτική συνεύρεση που είχε αυτή μετά από υπόδειξη του.

Ο κατηγορούμενος προέβαινε κατ’ επανάληψη στην τέλεση παρομοίων πράξεων, αφού αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας Ε. Ι., επί επτά ή οκτώ χρόνια έβρισκε μέσω αυτού γυναίκες, με τις οποίες ερχόταν σε σαρκική συνάφεια, πληρώνοντας στον ίδιο ή στις γυναίκες, συμφωνημένο με τον κατηγορούμενο χρηματικό ποσό 60 έως 80 ευρώ.

Μάλιστα είχε διαμορφώσει και την κατάλληλη υποδομή στην οικία του, η οποία είχε πολλούς ξεχωριστούς χώρους, κατάλληλους για να συνευρίσκονται ερωτικά οι "πελάτες" του με τις γυναίκες που τους υποδείκνυε, τους οποίους (χώρους) εκμίσθωνε έναντι ιδιαίτερα χαμηλού μισθώματος, ώστε να έχει τις "μισθώτριες" υπό τον απόλυτο έλεγχο και την εποπτεία του για να μπορεί να τις εκδίδει με τους "πελάτες" του, λάμβανε δε, ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης για να μη γίνουν αντιληπτές οι ενέργειές του από τους αστυνομικούς, καθόσον ήλεγχε αυτοπροσώπως και προσεκτικά ποιοι θα γινόταν "πελάτες" του, επιλέγοντας αποκλειστικά γνωστά του πρόσωπα.

Έτσι ο κατηγορούμενος ποριζόταν συνεχές και σπουδαίο εισόδημα, εισπράττοντας το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων, που πλήρωναν οι "πελάτες" του για να συνευρεθούν ερωτικά με τις γυναίκες που τους υποδείκνυε, παρέχοντάς τους μάλιστα και την ευχέρεια να διαλέξουν, πράγμα που είχε αναγάγει πλέον σε επάγγελμα, με το οποίο ασχολούνταν επί επτά ή οκτώ έτη.

Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της σωματεμπορίας (άρθρ. 351 παρ. 1, 2 και 4 περ. γ’ και δ’ του Π.Κ.), απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του, περί μετατροπής της κατηγορίας σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας. Πρέπει όμως να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 παρ. 2ε’ του Π.Κ., κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός μετά την τέλεση της ανωτέρω πράξης, συμπεριφέρθηκε καλά, για μεγάλο χρονικό διάστημα".

Ακολούθως, το ΜΟΕ Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι ετών για την πράξη της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, και ειδικότερα για το ότι "Στο δ.δ. ... του Δήμου ..., την 18/7/2007, παρέσυρε άλλον, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, πληρωμές και παροχή άλλων ωφελημάτων, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στην γενετήσια εκμετάλλευσή του, και δη στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης, η πράξη του δε αυτή συνδέεται με την παράνομη παραμονή του παθόντος στην χώρα και τελέστηκε κατ’ επάγγελμα.

Συγκεκριμένα, παρέσυρε την M. I. του A., υπήκοο ..., εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση της, καθόσον αφενός αυτή παρέμενε παράνομα στην Ελλάδα, αφού η προξενική θεώρηση στο διαβατήριο της είχε λήξει από την 9/6/2007 και συνεπώς, δεν ήταν δυνατό να βρει νόμιμη εργασία και αφετέρου δεν είχε καθόλου χρήματα, παρέχοντάς της κατάλυμα σε δωμάτιο της οικίας του και υποσχόμενος σ’ αυτήν ότι θα κερδίζει πολλά χρήματα, ώστε να έρχεται σε ερωτική επαφή με αόριστο αριθμό ανδρών, τους οποίους ο ίδιος θα της υποδείκνυε, λαμβάνοντας ως αμοιβή το χρηματικό ποσό των 80 ευρώ, από το οποίο αυτή θα κρατούσε το χρηματικό ποσό των 20 ευρώ και ο ίδιος το χρηματικό ποσό των 60 ευρώ, με σκοπό έτσι να πορίζεται ο ίδιος οικονομικό όφελος.

Στη συνέχεια, κάθε ημέρα του χρονικού διαστήματος από την 14 έως την 17/7/2007 υποδείκνυε στην ανωτέρω αλλοδαπή να έρχεται σε σαρκική συνάφεια με έξι-επτά άνδρες, αγνώστου ταυτότητας, τους οποίους ο ίδιος γνώριζε, σε δωμάτιο της οικίας του αντί τιμήματος 70-80 ευρώ, εκ του οποίου έδινε στην M. I. το ποσό των 20 ευρώ, κρατώντας ο ίδιος το υπόλοιπο, πράγμα που η τελευταία έπραττε και την 18/7/2007 περί ώρα 01.45’ , υπέδειξε στην πιο πάνω αλλοδαπή να έλθει σε σαρκική συνάφεια σε δωμάτιο της οικίας του με τον Ε.

Ι. του Φ., κάτοικο δ.δ. ... ..., τον οποίο γνώριζε, αντί τιμήματος 80 ευρώ, εκ του οποίου ο ίδιος θα κρατούσε το ποσό των 60 ευρώ και η M. I. το ποσό των 20 ευρώ, πράγμα που η τελευταία έπραξε. Τέλεσε δε την παραπάνω πράξη του κατ’ επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτής κατά τα προηγούμενα επτά ή οκτώ έτη, σε μη εξακριβωμένες ημερομηνίες των οποίων υποδείκνυε γυναίκες στον προαναφερόμενο Ε.

Ι. του Φ., με τις οποίες αυτός ερχόταν σε σαρκική συνάφεια αντί τιμήματος 50, 60 ή 70 ευρώ, εκ των οποίων ο ίδιος κρατούσε το μεγαλύτερο μέρος, δίνοντας το ποσό των 20 ευρώ σε κάθε γυναίκα που του υποδείκνυε, και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, "ήτοι την κατοχή οικίας η οποία διέθετε ξεχωριστά δωμάτια κατάλληλα για την ερωτική συνεύρεση παράλληλα περισσοτέρων προσώπων, στα οποία υπήρχε μεγάλος αριθμός προφυλακτικών και τα ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης που ελάμβανε για να μην γίνει αντιληπτός από αστυνομικούς, ελέγχοντας αυτοπροσώπως και προσεκτικά ποιοι θα γίνονταν "πελάτες" του και επιλέγοντας αποκλειστικά γνωστά του Πρόσωπα, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.".

Με αυτά που δέχτηκε, το ΜΟΕ Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροατηριακή διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξης της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προήλθαν τα περιστατικά που αυτό δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 13 περ.

στ’ , 26 παρ. Ια’ , 27 παρ. 1 και 351 παρ. 2- 1 και 4 περ. γ-δ’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλες οι ουσιώδεις και αναγκαίες παραδοχές για τη θεμελίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθώς και ο τρόπος, τόπος, χρόνος και οι λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της από αυτόν.

Πιο συγκεκριμένα διαλαμβάνεται και προσδιορίζεται στην απόφαση: α) Η ευάλωτη θέση της παθούσας, η οποία ήταν αλλοδαπή, άνεργη, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και χωρίς χρήματα, β) εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης της από τον κατηγορούμενο και η παράσυρσή της από αυτόν σε πράξεις γενετήσιας εκμετάλλευσης με παροχή καταλύματος διαμονής και οικονομικού ανταλλάγματος, γ) Ο σκοπός του κατηγορουμένου να προβεί ο ίδιος σε γενετήσια εκμετάλλευση της παθούσας, παρασύροντάς την σε πράξεις σαρκικής συνάφειας με διάφορους άνδρες έναντι αμοιβής.

Και δ) Ο σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος από την επανειλημμένη τέλεση της συγκεκριμένης πράξης και από τη διαμόρφωση υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της (διατήρηση περιφραγμένης οικίας με εσωτερική διαρρύθμιση κατάλληλη για αμειβόμενες ερωτικές συνευρέσεις κλπ.). Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής με αυτούς πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα και για παραβίαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση, που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, για έλλειψη ακρόασης και για απόρριψη χωρίς ειδική αιτιολογία του ισχυρισμού, ότι η ένδικη κατηγορία συνιστούσε το έγκλημα της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας ή, επικουρικά, της μαστροπείας, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής (με την προαναφερόμενη έννοια), αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο της ουσίας δεν όφειλε να απαντήσει χωριστά σ’ αυτόν, ούτε να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του, (αφού, με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ενοχής για σωματεμπορία κατ’ επάγγελμα), απάντησε απορριπτικά και σ’ αυτόν τον ισχυρισμό).

Κατά το άρθρο 365 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, λόγω θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωστεί ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη.

Επίσης, επέρχεται ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας, όταν αναγνωστεί και ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα, επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες και να ελέγχει την αξιοπιστία τους, το οποίο παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ.

δ’ της Ε.Σ.Δ.Α. (ν.δ. 53/1974) και από το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997). Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα και κρίνει την ανάγνωσή της ως εντελώς αναγκαία για την ανεύρεση της αλήθειας, καθώς και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα, εάν δεν προβλήθηκε σχετική αντίρρηση από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (με στοιχείο Β’ ) προβάλλεται η αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, επειδή λήφθηκε υπόψη η από 18-7-2007 προανακριτική κατάθεση της παθούσας, I. M. (η οποία δεν εξετάστηκε σε κανέναν βαθμό της δίκης), χωρίς η κατάθεση αυτή να αναγνωστεί κατά τη δίκη στο ΜΟΕ και χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, με συνέπεια ο αναιρεσείων να στερηθεί το δικαίωμα για υποβολή ερωτήσεων από το άρθρο 358 ΚΠ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος, καθόσον η επίμαχη προανακριτική κατάθεση ορθά και νόμιμα λήφθηκε υπόψη, αφού είχε αναγνωστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη μετά από απόρριψη σχετικής ένστασης του κατηγορουμένου (επειδή είχε κριθεί αναγκαία η ανάγνωσή της και ανέφικτη η εμφάνιση της παθούσας), της οποίας τα πρακτικά αναγνώστηκαν κατά την εφετειακή δίκη, κατά την οποία επιπλέον ήταν αναγνωστέα και αναγνώστηκε και η εν λόγω προανακριτική κατάθεση, χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 6 και 10) και από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 16, 17 και 27) Από τις διατάξεις των άρθρων 333, 340 παρ. 2, 366 παρ. 1, 357, 358, 368 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον συνήγορο υπεράσπισης (στον εισαγγελέα και στους λοιπούς διαδίκους), μετά την απολογία του κατηγορουμένου και πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, για τυχόν συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση σε ζητήματα απόδειξης (εξέταση μάρτυρα, ανάγνωση εγγράφου κλπ.), ενώ μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα οφείλει να δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου μόνο αν ζητηθεί από αυτόν.

Επίσης προκύπτει ότι ο συνήγορος, που εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο στη δίκη, δεν απολογείται για λογαριασμό του απολιπόμενου εντολέα του, καθώς η απολογία συνάπτεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο και την ιδιότητα του κατηγορουμένου, αλλά παρέχει μόνο εξηγήσεις και διευκρινίσεις για την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο.

Ούτε δίνεται, πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης για συμπληρώσεις και διευκρινίσεις στις τοποθετήσεις και τις εξηγήσεις που αυτός έδωσε για την κατηγορία, αφού η σχετική ενέργεια δεν συνιστά, ούτε ισοδυναμεί με απολογία του κατηγορουμένου ως στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας.

Εξάλλου, η παράλειψη του διευθύνοντος τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στον συνήγορο υπεράσπισης, πριν κηρύξει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, για τυχόν συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση σε ζητήματα απόδειξης δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 ΚΠΔ, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ, αφού η σχετική διάταξη (368 ΚΠΔ) δεν απαγγέλλει ρητά τέτοια ακυρότητα, ούτε παρεμποδίζεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τυχόν συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, αν το επιθυμεί, οπότε επέρχεται ακυρότητα μόνο αν το δικαστήριο αρνήθηκε την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος ή παρέλειψε να αποφανθεί γι’ αυτό.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (με στοιχείο Γ) προβάλλεται η αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και των αγορεύσεων, δεν δόθηκε ο λόγος στη συνήγορο υπεράσπισης, Α. Λ., που εκπροσώπησε στη δίκη τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα, για τυχόν συμπληρώσεις στην αγόρευσή της. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε τέτοια υποχρέωση.

Τέλος, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (με στοιχείο Δ), προβάλλεται η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας από την παράλειψη του ΜΟΕ να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση του διάταξη, η οποία να εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση. Και αυτός ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Η’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, αφού, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, η εκκαλούμενη απόφαση ατονεί και το εφετείο ερευνά εξαρχής την υπόθεση κατά το μέρος που εκκαλείται ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, χωρίς να ασκεί καμία έννομη επιρροή η τυχόν παράλειψη αυτού να διαλάβει ειδική διάταξη εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε προκαλείται απόλυτη ακυρότητα ή υπέρβαση εξουσίας από τη σχετική παράλειψη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το από 24-10-2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2014 αίτηση - δήλωση του Β. Δ. του Β., που επιδόθηκε στις 16-4-2014 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και το από 24-10-2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 18-11-2014 στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της απόφασης 46-48/2014 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ