Legislator Case Law & Legislation
955/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming criminal court verdict has higher evidentiary weight in civil defamation case.

Case Number 955/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a civil court ruling on defamation. The appellant argued that a prior criminal court verdict regarding the same facts should carry higher evidentiary weight, but the opposing party contended that criminal judgments do not automatically override civil evidence. The court rejected this claim, ruling that no statutory provision grants criminal court findings superior probative force in civil proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Art. 57, 59, 914, 920 of the Civil Code: A criminal court judgment does not possess enhanced evidentiary value in civil litigation, and civil courts are not bound to accept its factual findings as conclusive.

Keywords

AI generated
criminal judgment evidence civil defamation case probative force appellate review evidentiary weight

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 57 of the Civil Code
Art. 59 of the Civil Code
Art. 914 of the Civil Code
Art. 920 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 955 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Γαλανόπουλο και Ιωάννη Χαρίτο.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. συζύγου Ν. Π., το γένος Φ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκούρτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π.7/2006, Α.Π.201/2010).

Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.

το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 Α.Κ. όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη 361 παρ.1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία έχει ως πηγή την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνο όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά τη διάταξη του άρθρου 361 Π.Κ. (Α.Π. 34/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 920 Α.Κ. για τους εξής λόγους: α) διότι κακώς εξέλαβε ότι η περιεχόμενη στην από 6-11-1999 ένστασή του κατά της προσλήψεως της αναιρεσίβλητης λέξη "ανθέλλην", την οποία μάλιστα τόνισε ιδιαιτέρως στο κείμενό της, είναι "είδηση", ενώ είναι καθαρώς αξιολογική κρίση, άλλως χαρακτηρισμός που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συκοφαντικός, αφού δεν αποτελεί "γεγονός" κατά την έννοια των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., β) διότι όσα ανεγράφησαν στο κείμενο της ενστάσεώς του δεν αποδείχθηκαν ψευδή, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά αντιθέτως αποδείχθηκαν αληθή, όπως προκύπτει από την 218/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία είχε ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη μετά από έγκληση της αναιρεσιβλήτου, που παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη εκείνη και υποστήριξε την έγκλησή της, η δε αθώωσή του βασίστηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων της δίκης, όπου αποδείχθηκε ότι όσα έγραψε στην ένσταση, την οποία άσκησε από καθήκον ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και ως Μακεδών, ήταν αληθή, γ) διότι η προσβαλλόμενη απόφαση του αποδίδει αδικοπρακτική πρόθεση, ενώ με την πιο πάνω αθωωτική ποινική απόφαση (η οποία μάλιστα εκδόθηκε σε χρόνο προγενέστερο της προσβαλλομένης, όπως σε προγενέστερο χρόνο απορρίφθηκαν από τους αρμόδιους εισαγγελείς οι αιτήσεις της αναιρεσιβλήτου για ασκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως) κρίθηκε ότι δεν είχε δόλο και ότι τα αναγραφόμενα στην ένστασή του ήταν αληθή, δ) διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ζημία της αναιρεσίβλητης από τις περικοπές του κειμένου του προκειμένου να το υπαγάγει στις πιο πάνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα τις οποίες εφήρμοσε, αφού απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής τους είναι η ζημία, όμως τέτοια ζημία δεν υπήρξε στην αναιρεσίβλητη ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει κάποια συγκεκριμένη ζημία την οποία αυτή υπέστη.

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα προσελήφθη και δίδασκε κατά το χρονικό διάστημα από 1986 έως 1997 ως ωρομίσθια καθηγήτρια γερμανικής γλώσσας στην Ανωτέρα Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων Ρόδου (ΑΣΤΕΡ), επαναπροσελήφθη δε τη σχολική χρονιά 1999-2000 κατόπιν αίτησής της, μετά από τη διετία 1997-1999 κατά την οποία δεν είχε προσληφθεί στην εν λόγω σχολή.

Μετά την επαναπρόσληψη της ενάγουσας και συγκεκριμένα στις 8-11-1999 ο εναγόμενος, επίσης καθηγητής γερμανικών στην ίδια σχολή (ΑΣΤΕΡ), κατέθεσε ένσταση κατά της πρόσληψης της ενάγουσας και του καθηγητή της αγγλικής γλώσσας Μ. Κ.. Η ένσταση απευθυνόταν προς το Διοικητικό Συμβούλιο και την Επιτροπή Προσλήψεων της ΑΣΤΕΡ, μετά δε την έκθεση των λόγων σύμφωνα με τους οποίους ο εναγόμενος θεωρούσε ότι κακώς είχαν προσληφθεί οι δύο προαναφερόμενοι να διδάξουν στη σχολή, κατέληγε με την προειδοποίηση ότι σε περίπτωση κατά την οποία η ένσταση δεν θα λαμβανόταν υπόψη, ο ίδιος (εναγόμενος), θα κατέφευγε στα διοικητικά, πολιτικά και ποινικά δικαστήρια διεκδικώντας το δικαίωμα προσλήψεως συναδέλφων οι οποίοι δεν προσλήφθηκαν και την αποκατάστασή τους.

Αναφερόμενος στην περίπτωση της ενάγουσας ειδικότερα, ο εναγόμενος περιέλαβε στην ένστασή του και τις ακόλουθες φράσεις: "ένα πρόσθετο στοιχείο.... είναι ότι η κ. W. γνωστή ανθέλλην, έκανε στο παρελθόν προπαγάνδα υπέρ των Σκοπίων μέσα στην ΑΣΤΕΡ (μάρτυρες: Δρ. Θ. Α., Β. Μ., Λ. Λ.). Είναι αδιανόητο να προσλαμβάνεται η κ.

W., άτομο που δημιούργησε τόσα μεγάλα προβλήματα στην ΑΣΤΕΡ. Αυτό είναι γνωστό και στην Κεντρική Υπηρεσία", ενώ σε επόμενο σημείο του ιδίου κειμένου αναφέρει "οι διακηρύξεις των αρμοδίων Υπουργών, του Πρωθυπουργού και όλης της κυβέρνησης καθημερινά κάνουν λόγο για αξιοκρατικές επιλογές και δικαιοσύνη στις προσλήψεις.

Περιπτώσεις όμως όπως του κ. Κ. και της κ. W. αποτελούν κραυγαλέο παράδειγμα περί του αντιθέτου". Τα παραπάνω αναφερόμενα στην ένσταση του ενάγοντος (το ορθό: εναγομένου) περιστατικά, τα οποία έθιγαν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας προσβάλλοντας την προσωπικότητά της, αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή....

Ο εναγόμενος γνώριζε ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές.... Τα ψευδή δε αυτά περιστατικά ήταν ιδιαιτέρως προσβλητικά για την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα της ενάγουσας αφού παρά το γεγονός ότι ζει και εργάζεται στην Ελλάδα για χρόνια, έχοντας αναπτύξει αξιοσημείωτη κοινωνική δράση.... εμφανίζεται ως ανθέλλην και μάλιστα γνωστή, η οποία δεν διστάζει να χρησιμοποιεί τη διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας ώστε να κάνει ανθελληνική προπαγάνδα σχετικά με εθνικό ζήτημα...".

Ενόψει όλων αυτών με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κρίθηκε ως ψευδής και συκοφαντική μόνο η λέξη "ανθέλλην" (παρά το ότι η λέξη αυτή αναγράφεται με πιο έντονα στοιχεία) αλλά όλες οι ανωτέρω παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη εντός εισαγωγικών περικοπές της ενστάσεως του αναιρεσείοντος, οι οποίες συνιστούν ειδήσεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 920 Α.Κ.

και γεγονότα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όχι δε απλές αξιολογικές κρίσεις ή χαρακτηρισμούς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, απομονώνοντας μόνο τη λέξη "ανθέλλην".

Συνεπώς κατά το σκέλος του αυτό (πρώτο) ο ανωτέρω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος κατά το τέταρτο σκέλος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 920 Α.Κ. δεν προκύπτει ότι για να γεννηθεί αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του προσώπου εις βάρος του οποίου έλαβε χώρα ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών ειδήσεων, πρέπει αυτό να έχει υποστεί, εκτός της ηθικής βλάβης, και ζημία.

Αντίθετα, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.694/2009).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π. 694/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω λόγους της από 10-4-2007 εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τους οποίους παραπονούνταν κατ' αυτής:

α) διότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κακή εφαρμογή των νόμων δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσιβλήτου ενώ έπρεπε να την απορρίψει, β) διότι δέχθηκε ότι τα αναγραφέντα από αυτόν στην από 6-11-1999 ένστασή του ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει του ψεύδους, ενώ αυτά ήσαν αληθή και τα είχε πληροφορηθεί από πηγές που δεν είχαν λόγο να τον εξαπατήσουν, δεν είχε δε λόγο να γράψει ψευδή γεγονότα με μόνο σκοπό τη στείρα αντίθεση κατά της αναιρεσιβλήτου αν δεν είχε πεισθεί ότι τα γεγονότα αυτά ήσαν αληθή, γ) διότι κακώς η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι εν γνώσει του ανέφερε αναληθώς ότι η αναιρεσίβλητη ήταν γνωστή ανθελληνίς και ότι αναπτύσσει προπαγάνδα υπέρ των Σκοπίων, ενώ το αληθές είναι ότι αυτός ανέγραψε τα γεγονότα όπως του μεταφέρθηκαν από αξιόπιστα πρόσωπα για την ειλικρίνεια των οποίων δεν είχε λόγους να αμφιβάλλει, τα πρόσωπα δε αυτά ήταν διδάσκοντες και διδασκόμενοι, τα ονόματα των οποίων αποδεικνύονται από τα πρακτικά της 218/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, η οποία προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο και δεν λήφθηκε υπόψη, άλλως παρερμηνεύθηκαν οι καταθέσεις των ατόμων αυτών, δ) διότι η εκκαλουμένη παραποίησε κατά το νόημα τις καταθέσεις των μαρτύρων τους οποίους αναφέρει, ήτοι των Λ.

Λ., Β. Μ., Δ. Θ. Α. και Μ. Π., με αποτέλεσμα να αποδεχθεί γεγονότα που δεν προκύπτουν από αυτές και μάλιστα σε βάρος του, ενώ αν αξιολογούσε ορθώς τις καταθέσεις των προαναφερθέντων και δεν τις εξελάμβανε μονομερώς, τότε θα απέρριπτε την αγωγή της αναιρεσιβλήτου αντί να την δεχθεί, ε) διότι κακώς η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η από 29-11-1999 επιστολή του, αναφερόμενη στη διδασκαλία της ξένης γλώσσας, είχε ψευδές περιεχόμενο, ενώ το περιεχόμενο της επιστολής ούτε ψευδές ούτε συκοφαντικό είναι για την αναιρεσίβλητη, στ) διότι κακώς η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι τα αναγραφόμενα στην αγωγή της αναιρεσίβλητης περιστατικά, ως ψευδή, ήταν πρόσφορα να θίξουν την τιμή και την υπόληψή της και ότι αυτός από δόλο τα ανέγραψε για να επιτύχει το προαναφερθέν αποτέλεσμα, ενώ αυτός ανέγραψε γεγονότα αληθή, όπως αυτά ελέγοντο από τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν στην ποινική δίκη και οι οποίοι δεν είχαν προσωπικούς λόγους, όπως άλλωστε και αυτός, ώστε να επιδιώκουν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσιβλήτου, ο μόνος δε λόγος τον οποίο είχε για την αναγραφή των γεγονότων που επικαλέσθηκε ήταν η υποχρέωση που αισθανόταν ως Έλληνας και η επίγνωση του διδακτικού του έργου ως καθηγητή να απευθυνθεί νομίμως και να διατυπώσει ευθαρσώς τις απόψεις του προς τις αρχές, οι οποίες είχαν την υποχρέωση να τις κρίνουν, η υποχρέωσή του δε αυτή πηγάζει από το Σύνταγμα και δεν είναι δυνατόν να αποτελεί η αναφορά του αυτή προϋπόθεση για την τιμωρία του και ζ) διότι κακώς η εκκαλουμένη εξετίμησε τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την 218/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, η οποία, για τα ίδια γεγονότα που αναγράφονταν στην αγωγή, τον αθώωσε, ενώ αν έκρινε ορθώς τα έγγραφα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή αντί να την δεχθεί.

Ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικά δεν εξέτασε οποιονδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ούτε ανέφερε αυτούς, ασχολήθηκε δε ουσιαστικά μόνο με την έφεση της αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο πιο πάνω με το στοιχείο στ λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο έλαβε υπόψη τον διαλαμβανόμενο στον παραπάνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμό ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και τον απέρριψε προεχόντως μεν ως απαράδεκτο για το λόγο ότι δεν είχε προβληθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εν πάση δε περιπτώσει διότι η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ.

στην οποία αυτός θεμελιώνεται δεν έχει έδαφος εφαρμογής επί συκοφαντικής δυσφημήσεως όπως στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα στους λοιπούς λόγους εφέσεως, τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.

αλλά άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και τα οποία το εφετείο απέρριψε σιωπηρά, αφού δεν όφειλε να απαντήσει ειδικά για καθένα από αυτά. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο, όχι δε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (Α.Π.26/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι προκειμένου να υπερτονίσει την προσωπικότητα της αναιρεσιβλήτου και δια του τρόπου τούτου να αιτιολογήσει το ύψος της εις βάρος του (επιδικασθείσης) χρηματικής ικανοποιήσεώς της, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα καταφανώς μη έχοντα σχέση με την υπό κρίση διαφορά, στα οποία μάλιστα έδωσε υπερβάλλουσα αποδεικτική δύναμη, ενώ ουσιαστικά δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική ισχύ, αφού δίδονται από ιδιωτικές οργανώσεις, εν πολλοίς συντεχνιακού χαρακτήρος ή υπερχειλούς αυτοπροβολής υπό των μελών τους και ειδικότερα έλαβε υπόψη της την από 9-4-2000 βεβαίωση της Επιτροπής Διεθνούς Αμνηστείας με την οποία όπως αναγράφεται σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη) "βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα είναι ενεργό μέλος αυτής εις τον τομέα των προσφύγων" και την από 15-1-2005 βεβαίωση του Κέντρου Αποκαταστάσεως Θυμάτων Βασανιστηρίων "με την οποία πιστοποιείται ότι η ενάγουσα προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες της στο παράρτημα Ρόδου του εν λόγω ιδρύματος", πέραν δε του ότι τα έγγραφα αυτά είναι άσχετα με την υπό κρίση διαφορά, είναι και απολύτως αόριστα αφού δεν αναγράφουν ποιες συγκεκριμένες υπηρεσίες προσέφερε στις ιδιωτικές αυτές οργανώσεις η αναιρεσίβλητη ώστε να διακρίνεται κατά τέτοιο τρόπο που να αναδεικνύουν την ξεχωριστή προσωπικότητά της σε σχέση με το σύνολο των συνανθρώπων της και να αιτιολογούν την άποψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι τα αναγραφέντα από αυτόν εις βάρος της "είναι ιδιαιτέρως προσβλητικά για την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα της ενάγουσας".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εν πάση δε περιπτώσει και αν κριθεί ότι ο λόγος αυτός παραδεκτά προβάλλεται, και πάλι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δεν προσέδωσε στις από 9-4-2000 και από 15-1-2005 βεβαιώσεις αυξημένη αποδεικτική ισχύ αλλά τις συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έδωσε στα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα την οποία αποδίδει σ' αυτά ο αναιρεσείων, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 (πράγματι δε αριθ.11 περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν αξιολόγησε την 218/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της αναιρεσιβλήτου και η οποία έκρινε τα ίδια περιστατικά που αναφέρονται στην αγωγή της αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από τη διατύπωσή του και ιδίως από τη χρήση των λέξεων "δεν αξιολόγησε" προκύπτει ότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω έγγραφο αλλά ότι δεν απέδωσε σ' αυτό την αποδεικτική βαρύτητα την οποία του αποδίδει ο ίδιος και συνακόλουθα με αυτόν πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου.

Εν πάση περιπτώσει και αν κριθεί ότι ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, και πάλι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως ότι το εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, εκτός από τη γενική μνεία ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", το πιο πάνω δικαστήριο αναφέρει και ειδικά ότι μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνεται και "η με αρ.218/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου".

Τέλος με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της 218/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, την οποία αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο εφετείο και συγκεκριμένα ότι το εφετείο αναφέρθηκε στις επί μέρους περικοπές των καταθέσεων των μαρτύρων της ποινικής δίκης για να τις αντικρούσει και να τις αξιολογήσει κατά το δοκούν και τελικά να τις απορρίψει, ανασκευάζοντας με τον τρόπο αυτό τόσο το περιεχόμενό τους όσο και την αποδεικτική τους δύναμη, την οποία και ανέστρεψε για να απορρίψει την έφεσή του και να αποδεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσιβλήτου και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αντί να λάβει υπόψη της και να προσδώσει την ανώτερη αποδεικτική δύναμη την οποία εκ των πραγμάτων έχει η προαναφερθείσα ποινική απόφαση σε σχέση με τις επί μέρους μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες η ίδια στο σκεπτικό της μνημονεύει, βασίστηκε στις επί μέρους καταθέσεις της ποινικής αποφάσεως για να ανατρέψει ουσιαστικώς αυτήν και να δεχθεί τα αντίθετα, δηλαδή ότι αυτός τέλεσε εκ δόλου το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και να αποδεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσιβλήτου αντί να την απορρίψει.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από οποιαδήποτε διάταξη δεν προσδίδεται στο αποδεικτικό μέσο της ποινικής αποφάσεως αυξημένη (πλήρης) αποδεικτική δύναμη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Π.580/2001) ούτε προσδίδεται αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην επί της ουσίας κρίση του ποινικού δικαστηρίου σε σχέση με τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά της σχετικής ποινικής δίκης.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-4-2009 αίτηση για αναίρεση της 174/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ