Legislator Case Law & Legislation
955/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata exception due to subsequent changes in labor law regulations.

Case Number 955/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding labor compensation. The appellant argued that the lower court erred by applying outdated salary regulations instead of current ones, claiming a violation of res judicata. However, the court ruled that the principle of res judicata does not apply when the legal regime governing the ongoing employment relationship has changed since the prior final decision. Consequently, the appeal was rejected because the legal basis for the previous judgment had been superseded by new legislation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply to subsequent litigation concerning the same legal relationship if the legal regime governing that relationship has undergone a change.

Keywords

AI generated
res judicata exception labor law changes employment contract salary regulations legal regime modification final judgment subsequent litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 1/1999
Supreme Court of Greece, Case 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 955 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 955/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1806/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5789/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 26/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή, αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ.9 και 16 παρ. 3 του Ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. (Ολ. Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω με την υπ΄ αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ΄ αριθ. 18.749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων νοσοκομείων κ.λ.π.

του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ΄ αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυσε από 1.7.1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν.1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν.1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ΄ αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.Α.Π.10/2002).

Στην προκείμενη περίπτω-ση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργάζεται από 4.11.1983 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, ως καθαριστής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ότι με την, καταστάσα ήδη τελεσίδικη, υπ΄ αριθ. 1.904/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του προς επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1.1.1989 έως 31.3.1993, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας αυτού διέπεται από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και μετά τη 1.7.1988, που ίσχυσε η άνω ΕΣΣΕ και του επιδικάσθηκαν έτσι μισθολογικές διαφορές για την εργασία του κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα με βάση τις ΔΑ 42/1981, 74/1982 και τις ισχύουσες κατ΄ αυτό ΕΓΣΣΕ, στις οποίες παραπέμπει ο όρος 28 της πρώτης ΔΑ.

Ακολούθως, με την ένδικη από 1.11.2000 αγωγή ζήτησε ο αναιρεσείων να του καταβάλει το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο μισθολογικές διαφορές για την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 έως 31.12.1999, που προκύπτουν από την αυτή ως άνω ιστορική και νομική αιτία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία το νομοθετικό καθεστώς, που κρίθηκε με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση ότι ρύθμιζε τις αποδοχές του αναιρεσείοντος μέχρι τις 31.3.1993, μεταβλήθηκε κατά το μεταγενέστερο ως άνω χρονικό διάστημα με βάση τις από 2.4.1996 και 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ, που ίσχυσαν από 1.1.1996 και 1.1.1998, αντίστοιχα και επικαλείται ο αναιρεσείων για τον προσδιορισμό των αποδοχών του μετά τη 1.1.1996.

Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της ΔΑ 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων, που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.

Συνεπώς, η προεκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1.1.1996 έως 31.12.1999. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση δεν απορρέει δεδικασμένο για τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος του ως άνω χρονικού διαστήματος από 1.1.1996 έως 31.12.1999, αφού η απόφαση αυτή εφάρμοσε διατάξεις του νομικού καθεστώτος που ίσχυε μέχρι τις 31.12.1993 και στο οποίο περιλαμβάνονται και εκείνες της ΔΑ 42/1981 και των ΕΓΣΣΕ, το δε νομοθετικό αυτό καθεστώς - που έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι είχε εφαρμογή για τις αποδοχές του αναιρεσείοντος μέχρι τις 31.3.1993 - μεταβλήθηκε από 1.1.1996, οπότε ίσχυσε η από 2.4.1996 και στη συνέχεια η από 18.5.199 ΕΓΣΣΕ.

Επομένως, οι σχετικοί πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερος, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρο αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος τους που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που πρότεινε νόμιμα ο αναιρεσείων για το δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του και τους απέρριψε.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981 με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2.4.1996 και 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους. Τέλος, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22.12.1988 ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ως άνω από 2.4.1996 και 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.Α.Π. 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη. Έτσι, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2004 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ'αριθ. 5789/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ