Appeal dismissed for lack of grounds; failure to prove procedural defects or admissible legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's conviction. The appellant argued for procedural violations, including the admission of unexamined documents and contradictory findings regarding intent. The court rejected these claims, stating that the appellant failed to prove procedural defects or that the lower court's assessment of evidence was legally erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 329, 331, 333, 358, 364, 369 of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate procedural violations or demonstrate that the lower court's evaluation of evidence constitutes a legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 954 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 954/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β.-Β. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Σιγάλα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.3973/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Τ. του Δ. και 2) Θ. Α. χήρα Ι. Α., ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπεντζοπούλου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν ημέρα, αίτησή της αναιρέσεως και στους από 7 Απριλίου 2015 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1172/2014.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 7-11-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και οι επ’ αυτής από 7-4-2015 (κατατεθέντες αρμοδίως στις 8-4-2015) πρόσθετοι λόγοι της Β.-Β. Α. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3973/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.
δ’ Κ.Ποιν.Δ.), από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ’ αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του, επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ’ αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Γ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ.) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο.
Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.- Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ακόλουθων τεσσάρων εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται και οι αρχές της προφορικότητας, της δημοσιότητας και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α.
δίκαιης δίκης. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων, που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνονται α) με αύξοντες αριθμούς 37 και 38 (σελίδα 14 πρακτικών) "το από 15-9-2006 σημείωμα" και "το από 12-9-2006 σημείωμα", αντίστοιχα, και β) με αύξοντα αριθμό 2 (σελίδα 15 πρακτικών), ως προσκομισθέντα έγγραφα, "δύο αγωγές".
Με την κατά τα άνω αναφορά των τεσσάρων επισημαινόμενων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, τα οποία, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, είναι τα μοναδικά τέτοιου είδους έγγραφα που αναγνώσθηκαν, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως ο εκδότης των δύο πρώτων (σημειωμάτων) ή η ημερομηνία συντάξεως των αγωγών ή άλλα στοιχεία των τελευταίων, αφού άλλα έγγραφα με τον ίδιο προσδιορισμό, δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, ούτε προκύπτει, ότι ανεγνώσθησαν με την ανάγνωση δε των κειμένων τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους εκπροσωπήσαντες στη δίκη, κατ’ άρθρ. 340 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα τρεις συνηγόρους της, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού των εν λόγω εγγράφων στα πρακτικά της δίκης, ενώ η αναιρεσείουσα, όπως επίσης προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε, δια των ανωτέρω συνηγόρων της, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση και των εγγράφων τούτων, οπότε δεν στερήθηκε του, απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., κατά τα άνω υπερασπιστικού της δικαιώματος.
Έτσι, με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των πιο πάνω αναγνωσθέντων εγγράφων, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε, επομένως, παραβίαση των αρχών της προφορικότητας, της δημοσιότητας και της δίκαιης δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Γ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 362 εδ. α’ Π.Κ., "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή", ενώ κατά το άρθρο 363 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Κατά δε το άρθρο 224 παράγρ. 2 σε συνδυασμό με την παράγρ. 1 του Π.Κ., όπως η παράγρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 παρ.1 Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση και των δύο προαναφερθέντων εγκλημάτων (της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα) απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως και τη γνώση, ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι ψευδή ή ότι ο ενόρκως καταθέσας έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει στην περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, δηλαδή η παράλειψη αναλυτικής παραθέσεως των νομικών διατάξεων, που θεμελιώνουν την κατηγορία, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ως "αιτιολογίες" νοούνται μόνον οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, αφού ο Άρειος Πάγος, στα πλαίσια του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, ερευνά μόνο την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο εκείνο, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, είναι και εκείνος, με τον οποίο γίνεται από τον κατηγορούμενο επίκληση δεδικασμένου για την πράξη, για την οποία κατηγορείται.
Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός, που προβλέπεται από το άρθρο 367 παρ1 περ. γ’ Π.Κ., κατά το οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη "οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον" και, επομένως, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού.
Όπως, όμως, συνάγεται από την παράγρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφημήσεως (άρθρ. 362 Π.Κ.) και όχι όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 του Π.Κ., δηλαδή της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι απαράδεκτος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Έτσι, η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ακόμη, για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ.1 και 3 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα), που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, που αμετακλήτως καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε η ποινική του δίωξη με την απόφαση, που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από αυτή.
Ο Άρειος Πάγος, για τον έλεγχο της παραβιάσεως του δεδικασμένου, εξετάζει και αντιπαραβάλλει τις δύο αποφάσεις, από τις οποίες απορρέει αυτό, η δε ταυτότητα της πράξεως προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες των αποφάσεων τούτων. Ο ισχυρισμός όμως, περί δεδικασμένου, επί συνδρομής του οποίου κηρύσσεται απαράδεκτη η ποινική δίωξη, είναι, όπως προεκτέθηκε, αυτοτελής και πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, διαφορετικά η προβολή του για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, είναι απαράδεκτη.
Τέλος, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ.1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δ., όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Για να επέλθει, όμως, η κατά τα άνω ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το δικαστήριο (κατά το άρθρ. 335 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.) και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ή της ελλείψεως ακροάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, κατά τα άνω, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η κατηγορούμενη, η αδελφή της Ε.
Α. και η εγκαλούσα Θ. Α., είναι τα μοναδικά ομόρρυθμα μέλη της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη και έχουσας αόριστη διάρκεια, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "..." οποία ιδρύθηκε το έτος 1981 μεταξύ του Ι. Α., που είχε και την πρωτοβουλία της ίδρυσής της και δύο άλλων φυσικών προσώπων, με σκοπό την εισαγωγή από το εξωτερικό και εμπορία ειδών υγιεινής και την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα οίκων της ημεδαπής και αλλοδαπής που παράγουν τέτοια είδη.
Πρόκειται για μια επιχείρηση με μεγάλο κύκλο εργασιών, η επιτυχής πορεία της οποίας οφείλεται στις επιχειρηματικές ικανότητες του αποβιώσαντος πλέον ιδρυτή της Ι. Α., τα λοιπά μέλη της οποίας, ήταν "τυπικά" μέλη, τα οποία εισέρχονταν και εξέρχονταν από την εταιρία, κατά τη βούληση του Ι. Α. και με τα ποσοστά που εκείνος αποφάσιζε, δίχως οι κατά καιρούς συμμετέχοντες σ’ αυτήν να καταβάλουν οποιαδήποτε εισφορά για την είσοδο τους, ή να λαμβάνουν οποιοδήποτε ποσό κατά την αποχώρησή τους από αυτήν.
Η κατηγορούμενη, που είναι θυγατέρα του Ι. Α. από τον πρώτο του γάμο, συμμετείχε στην εταιρία από το έτος 1987, αρχικά με ποσοστό 20%, το οποίο εν συνεχεία, το έτος 2000, αυξήθηκε σε 60%. Το έτος 2001 εισήλθε στην εταιρία και η Ε. Α., με ποσοστό 34%, κατόπιν νομίμως δημοσιευθείσας τροποποίησης του καταστατικού της με το από 18-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο μέχρι τότε εταίρος Α.
Α. μεταβίβασε σ’ αυτήν την εταιρική του μερίδα, ανερχομένη σε ποσοστό 20% και εξήλθε αυτής, ενώ ποσοστό 13% μεταβίβασε σ’ αυτήν και η κατηγορούμενη, η οποία με το ίδιο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε και στην εγκαλούσα ποσοστό 14% και έτσι εκείνο το έτος (2001) διαμορφώθηκαν τα ποσοστά συμμετοχής των ομορρύθμων εταίρων στην εταιρία ως ακολούθως:
α) Της κατηγορούμενης σε ποσοστό 33%, β) της αδελφής της Ε. Α. σε 33 % και γ) της εγκαλούσας Θ. Α. σε 34%. Η τελευταία, που νυμφεύτηκε με τον Ι. Α. το έτος 1989, εισήλθε στην εταιρία το έτος 2000, με ποσοστό συμμετοχής 20%, κατόπιν νομίμως επίσης δημοσιευθείσας τροποποίησης του καταστατικού της με το από 17-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Κατά την αυτή ημεροχρονολογία και με την ίδια τροποποίηση του καταστατικού αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεώς του και ο Ι. Α. (καθώς και άλλοι τρεις εταίροι) και ορίστηκαν διαχειριστές της εταιρίας η εγκαλούσα Θ. Α. και ο Ι. Α., ως διορισμένος από την εταιρία, ο οποίος από της συστάσεως αυτής και μέχρι το 2000 ήταν και ο μοναδικός διαχειριστής της.
Με το από 23-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό αποφασίστηκε η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατά 153.737,71 ευρώ δια κεφαλαιοποίησης του υπολοίπου των μη αναληφθέντων κερδών, όπως εμφανίζονται στον ισολογισμό της 31-12-2002, ώστε το εταιρικό κεφάλαιο ανήλθε από 117.388,11 ευρώ σε 271.125,82 ευρώ. Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε για να μειωθεί το εισφερθέν από αυτή κεφάλαιο.
Όμως η ίδια κανένα κεφάλαιο δεν εισέφερε, αλλά τα όποια ποσοστά συμμετοχής της, τα "έδωσε" σ’ αυτήν και τα "πήρε" από αυτήν ο πατέρας της, όπως συνήθιζε κατά τα προαναφερόμενα να πράττει ο τελευταίος, η δε αύξηση με τον πιο πάνω τρόπο του εταιρικού κεφαλαίου ήταν αληθής και έγινε από τον πατέρα της, ο οποίος αποδείχθηκε ότι, μεγάλο μέρος των κερδών τα μετέφερε "εις νέον" κάθε χρονιά, προκειμένου να έχει μεγάλη ρευστότητα η εταιρία τακτική, που ας σημειωθεί εδώ, επιχείρησε να συνεχίσει και η εγκαλούσα Θ.
Α. μετά το θάνατό του, πλην όμως εμποδίστηκε από τις δύο άλλες εταίρους, οι οποίες λαμβάνουν έκτοτε τα αναλογούντα στο μερίδιό τους κέρδη, κατόπιν εκδόσεως σχετικών δικαστικών αποφάσεων. Τέλος με το από 30-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα τροποποιήθηκε για τελευταία φορά το καταστατικό της εταιρίας και με βάση αυτό η συμμετοχή της εγκαλούσας Θ.
Α. ανήλθε σε ποσοστό 52%, κατόπιν μεταβίβασης προς αυτήν από κάθε μία από τις άλλες εταίρους (την κατηγορούμενη και την άλλη εταίρο αδελφή της) ποσοστού 9% και συνολικά ποσοστού 18%, των οποίων έτσι το ποσοστό συμμετοχής περιορίστηκε σε 24% για την κάθε μία. Με το άρθρο 10 του ίδιου αυτού συμφωνητικού που φέρει τον τίτλο "..." ορίστηκαν επί λέξει και τα ακόλουθα: "Αποκλείεται η για κάθε λόγο λύση της εταιρίας εφόσον η εταίρος Α.
Θ. συζ. Ι. Α. βρίσκεται εν ζωή. Όσο ζει η εταίρος Α. Θ. συζ. Ι. Α., η εταιρία θα συνεχίζει να υπάρχει παρά κάθε γεγονός συμβαίνον στα πρόσωπα των άλλων δύο εταίρων, που μπορεί να αποτελεί νόμιμο λόγο λύσης της εταιρίας. Σε περίπτωση θανάτου, ο μη γένοιτο, της εταίρου Α. Θ. συζ. Ι. Α., η εταιρία θα συνεχιστεί οπωσδήποτε μόνον από τις εναπομείνασες εταίρους ή τους κληρονόμους τους, αν τυχόν αυτές έχουν προαποβιώσει, ενώ άλλοι κληρονόμοι της Θ.
Α. συζ. Ι. Α. δεν θα έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν στην εταιρία κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην κληρονομιά της. Αντίθετα το ήδη υπάρχον ποσοστό της εταιρικής μερίδας, που σήμερα ανέρχεται στο 52%, θα μεταβιβαστεί αυτοδικαίως στις άλλες δύο εταίρους Α. Β. - Β. και Α. Ε., ή στους κληρονόμους τους αν τυχόν αυτές έχουν προαποβιώσει, κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην εταιρία.
Οι κληρονόμοι που δεν θα εισέρχονται στην εταιρία θα δικαιούνται να λάβουν από τις εναπομείνασες δύο εταίρους μόνο την αξία της μερίδας της θανούσας που θα τους αναλογεί κατά το ποσοστό του κληρονομικού τους δικαιώματος. Ρητά συμφωνείται ότι για τον υπολογισμό της αξίας της μερίδος της Α. Θ. συζ. Ι. Α. δεν θα λαμβάνεται υπόψη η φήμη και πελατεία της επιχείρησης".
Η ως άνω τροποποίηση του καταστατικού, που είναι και η μόνη την οποία υπέγραψε ο Ι. Α., ενώ το από 18-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης αυτού υπογράφηκε για λογαριασμό όλων των εταίρων κατ’ εντολή του (Ι. Α.) από τον εγκαλούντα Α. Τ. και το δεύτερο (23-6-2003) από άλλον υπάλληλο της εταιρίας, όπως ο πιο πάνω εγκαλών (Α.
Τ.) πρωτοδίκως κατέθεσε, συμπίπτει χρονικά με τα πρώτα προβλήματα υγείας του Ι. Α., ο οποίος ασθένησε από στεφανιαία νόσο, που εξελίχθηκε σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, εν συνεχεία από οίδημα ανά σάρκας σε έδαφος σοβαρού βαθμού καρδιακής ανεπάρκειας και τέλος και από νεφρική ανεπάρκεια, συνεπεία της οποίας την 27-10-2005 διακομίστηκε στο Διαβαλκανικό Κέντρο, όπου άρχισε να υποβάλλεται καθημερινά σε αιμοκάθαρση μέχρι την 9-1-2006 που απεβίωσε.
Η κατηγορούμενη και η αδελφή της ισχυριζόμενες ότι έλαβαν γνώση του άνω (από 30-6-2003) ιδιωτικού συμφωνητικού μετά το θάνατο του πατέρα τους, αμφισβήτησαν από το χρονικό αυτό σημείο και μετά τη γνησιότητα των υπογραφών τους επί αυτού, χωρίς αμφότερες να απευθυνθούν, μέχρι το έτος 2011 στα αστικά δικαστήρια για να επιδιώξουν την αναγνώριση της ακυρότητάς του.
Αγωγή με τέτοιο περιεχόμενο κατατέθηκε μετά την 10-1-2011 και είναι άγνωστο το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται. Η κατηγορούμενη υπέβαλε όμως την 6-12-2006 έγκληση εναντίον των εγκαλούντων Θ. Α. και του Α. Τ., που ήταν ο λογιστής της ομόρρυθμης εταιρίας, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, η πρώτη (Θ. Α.) με προτροπές και παραινέσεις της προς τον δεύτερο (εγκαλούντα-λογιστή), έπεισε αυτόν να προβεί στην πλαστογράφηση της υπογραφής της (κατηγορούμενης) στα από 18-12-2001, 23-6-2003 και 30-6-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά, προκειμένου να αποκομίσει η ίδια (εγκαλούσα) παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα, προκειμένου να αυξήσει το εταιρικό της μερίδιο, με την μεταβίβαση προς αυτήν ποσοστού αρχικώς 14% και εν συνεχεία και ποσοστού 9% από το δικό της μερίδιο και 9% από το μερίδιο της αδελφής της Ελένης.
Δηλαδή με την έγκλησή της αυτή η κατηγορούμενη, αμφισβήτησε και αυτή ακόμη την είσοδο στην εταιρία, με νόμιμο τρόπο-με το από 18-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού-της αδελφής της, για την οποία όμως δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν και αυτή ηθική αυτουργός της πλαστογραφίας. Η ως άνω έγκληση, μετά την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε, απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 2/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία α) ότι, πράγματι όλες οι τεθείσες στα ως άνω συμφωνητικά υπογραφές, δηλαδή τόσο η υπογραφή της εγκαλούσας, τότε εγκαλουμένης, Θ.
Α. όσο και των αδελφών Α., δεν τέθηκαν από τις ίδιες, αλλά τέθηκαν είτε από τον εκείνον (Ι. Α.), είτε από υπαλλήλους της εταιρίας και κατ’ εντολή του ιδίου, διότι αυτός, όντας ο αποκλειστικός διαχειριστής της εταιρίας μέχρι το θάνατό του, αποφάσισε και υλοποίησε τις τροποποιήσεις του καταστατικού με τις οποίες, εισήλθαν στην εταιρία οι θυγατέρες του και η σύζυγός του και μεταβλήθηκαν τα ποσοστά συμμετοχής τους σ’ αυτήν, έχοντας την σιωπηρή προς τούτο συναίνεσή αυτών, οι οποίες και δεν συμμετείχαν ενεργά στην εταιρία, ούτε είχαν καμία ανάμειξη στη διαχείριση αυτής και β) ότι, η τότε εγκαλούσα και ήδη κατηγορούμενη γνώριζε την ύπαρξη των πιο πάνω ιδιωτικών συμφωνητικών, γιατί λάμβανε κάθε έτος από το λογιστήριο της εταιρίας βεβαίωση για το ποσό των κερδών που αναλογούσε στο μερίδιό της, προκειμένου να τις επισυνάψει στις ετήσιες δηλώσεις εισοδήματός της, με τις οποίες δήλωνε και τη συμμετοχή της στην εταιρία και τα κέρδη που της αναλογούσαν.
Με όμοιες αιτιολογίες απορρίφθηκε, με την υπ’ αριθμ. 40/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και η προσφυγή που άσκησε η ως άνω εγκαλούσα κατά της απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν σε πλήθος αστικών δικών που ανοίχθηκαν μεταξύ των αδελφών Α. και της δεύτερης συζύγου του Ι.
Α. και εγκαλούσας, αλλά και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρες, πλην της Ό. Α. (ανεψιάς του Ι. Α.), περιέγραψαν τον Ι. Α. ως άνθρωπο (όσο ζούσε) έως και αυταρχικό, απόλυτο στις απόψεις του, που δεν τολμούσαν οι θυγατέρες του να του αντιταχθούν, που ήταν η "ψυχή" της εταιρίας, την οποία διοικούσε αποκλειστικά αυτός, ως αποκλειστικός διαχειριστής, αποφασίζοντας και δίδοντας εντολές και έγγραφες εξουσιοδοτήσεις στους υπαλλήλους του προκειμένου να ενεργήσουν όπως τους υποδείκνυε, ακόμα και όταν νοσηλευόταν στις πιο πάνω κλινικές, όπου για τον σκοπό αυτό τον επισκέπτονταν οι τελευταίοι και όλα αυτά μέχρι και την προτεραία του θανάτου του, που δεν αναμενόταν ότι θα επέλθει στις 9-1-2006.
Από τις ίδιες πιο πάνω καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. Ν., υπαλλήλου της εταιρίας από το έτος 1999, που όπως η ίδια υποστήριξε ήταν το "δεξί χέρι" του Ι. Α. και της Μ. Γ., που εργαζόταν στο λογιστήριο της εταιρίας το οποίο παρακολουθούσε και διεύθυνε ο εγκαλών Α. Τ., ως εξωτερικός συνεργάτης, αλλά και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που προαναφέρονται, αναμφίβολα προκύπτει, ότι η κατηγορούμενη εξ αρχής γνώριζε όλες τις τροποποιήσεις του καταστατικού της εταιρίας, διότι αφενός ο ίδιος ο πατέρας της την ενημέρωνε γι’ αυτές, ενόψει και του ότι, όπως η ίδια υποστηρίζει με την από 10-2-2011 αγωγή της, είχε αυτή ενεργό ανάμειξη στην εταιρία και αφού οι υπάλληλοι της γνώριζαν τις τροποποιήσεις που γινόταν και το πως γίνονταν, πόσο μάλλον τις γνώριζε και η ίδια και αφετέρου λάμβανε γνώση στο τέλος κάθε χρόνου του περιεχομένου των βεβαιώσεων που της χορηγούνταν για τη συμμετοχή της στην εταιρία και τα κέρδη που αναλογούσαν στο μερίδιό της, τις οποίες επισύναπτε στις ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματός της, με τις οποίες δήλωνε και τη συμμετοχή της στην εταιρία και τα κέρδη που της αναλογούσαν.
Γνώριζε επίσης τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο πατέρας της, ότι δηλαδή ο ίδιος αποφάσιζε και υλοποιούσε τις τροποποιήσεις του καταστατικού κατά το δοκούν, δίδοντας εντολή σε συνεργάτες και υπαλλήλους του να υπογράφουν αυτές με τη συναίνεση των τυπικά εισερχόμενων και εξερχόμενων εταίρων, όπως άλλωστε όλα αυτά κρίθηκαν και με τις προαναφερόμενες αριθμ. 2/2007 και 40/2007 εισαγγελικές διατάξεις.
Εξάλλου, ακόμη και αν προς στιγμή γινόταν δεκτό ότι η κατηγορουμένη έλαβε γνώση των ιδιωτικών συμφωνητικών μετά το θάνατο του πατέρα της-εκδοχή που εντελώς αποκλείει το παρόν
Δικαστήριο- τότε δεν θα μπορούσε παρά να διαπιστώσει, ενόψει και του μορφωτικού της επιπέδου (επικούρη καθηγήτρια πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο του Salford) ότι με το άρθρο 10 του τελευταίου από τα προαναφερόμενα ιδιωτικού συμφωνητικού, ο πατέρας της έκανε, τρόπον τινά, μια διαθήκη και γι’ αυτό είναι και το μόνο ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε ο ίδιος, αφού γίνεται αμέσως φανερό ότι, με όσα στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, θέλησε αφενός να εξασφαλίσει οικονομικά εφ’ όρου ζωής της τη δεύτερη σύζυγό του, ώστε σε περίπτωση θανάτου του (ο ίδιος ήταν ήδη ασθενής) να μη παραγκωνιστεί από την εταιρία, αλλά και να μην περιέλθει αυτή (εταιρία) σε περίπτωση θανάτου της σε τυχόν δικούς της κληρονόμους, αλλά στις θυγατέρες του και στα εγγόνια του, ενώ προέβλεψε και ότι για τον υπολογισμό της μερίδας της Α.
Θ.ς, δεν θα λαμβάνεται υπόψη η φήμη και πελατεία της επιχείρησης. Δηλαδή γίνεται φανερό ότι όλα τα ανωτέρω δεν θα διαλαμβάνονταν στο άρθρο αυτό του από 30-6-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, εάν αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) είχε συνταχθεί εν αγνοία, του πατέρα της από τον εγκαλούντα λογιστή Α. Τ. με τις προτροπές και παραινέσεις της άλλης εγκαλούσας Θ.
Α., αφού είναι όροι αντίθετοι προς τα συμφέροντά της. Για τον ίδιο λόγο, θα διαπίστωνε δεν μπορεί να είναι προϊόν πλαστογραφίας και το από 18-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού με αυτό ωφελούμενη δεν ήταν μόνο η εγκαλούσα Θ. Α., αλλά και η αδελφή της (κατηγορούμενης) Ε. Α., που τότε εισήλθε για πρώτη φορά στην εταιρία και δεν είναι λογικό να προέτρεψε η Θ.
Α. τον Α. Τ. να διαπράξει πλαστογραφία, προκειμένου εκτός από την ίδια να ωφεληθεί και η Ε. Α.. Αφού συνεπώς τα γνώριζε όλα αυτά, γνώριζε και ότι ήταν ψευδή όσα αντίθετα υποστήριξε με την προαναφερόμενη έγκληση που υπέβαλε εναντίον των εγκαλούντων, γνώριζε δηλαδή ότι ήταν ψευδές ότι η εδώ εγκαλούσα Θ. Α.) με προτροπές και παραινέσεις της προς τον επίσης εγκαλούντα-λογιστή, έπεισε αυτόν να προβεί στην πλαστογράφηση της υπογραφής της (κατηγορουμένης) στα από 18-12-2001, 23-6-2003 και 30-6-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά, προκειμένου να αποκομίσει η ίδια (εγκαλούσα) παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα, προκειμένου να αυξήσει το εταιρικό της μερίδιο, με την μεταβίβαση προς αυτήν ποσοστού αρχικώς 14% και εν συνεχεία και ποσοστού 9% από το δικό της μερίδιο και 9% από το μερίδιο της αδελφής της Ελένης.
Γνώριζε επίσης αναμφίβολα, ότι ένα τέτοιος ισχυρισμός ενώπιον τρίτων, όπως εν προκειμένω, ήταν ικανός να βλάψει την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων, που διασύρθηκαν, ως άτομα μειωμένη ηθικής, που μετέρχονται πλαστογραφίες για να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη, αφού η υποβολή της άνω εγκλήσεως και το περιεχόμενό της έγινε γνωστό, όχι μόνο στους εισαγγελείς και γραμματείς, που ασχολήθηκαν με αυτήν (έγκληση), στα πλαίσια των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, αλλά και στον επαγγελματικό περίγυρο του εγκαλούντος Α.
Τ. και στους υπαλλήλους της εταιρίας, αφού εξετάστηκαν μάρτυρες στα πλαίσια της προκαταρκτικής έρευνας της έγκλησης για τη διαπίστωση της βασιμότητάς της ή μη, μετά την οποία εκδόθηκαν οι προεκτεθείσες εισαγγελικές διατάξεις. Προέβη δε στην υποβολή της άνω εγκλήσεως η κατηγορουμένη με τη θέληση να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων σε βάρος των εγκαλούντων ψευδή γεγονότα ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή τους, ιδίως της Θ.
Α., προδήλως γιατί εξ αρχής δεν συμφωνούσε με την επιλογή του πατέρα της να δώσει στην τελευταία το προβάδισμα στην εταιρία, καθιστώντας αυτήν εταίρο με ποσοστό 52% και ορίζοντας αυτήν συνδιαχειρίστρια αρχικά και μοναδική διαχειρίστρια ακολούθως της εταιρίας, δηλαδή έπραξε αυτό που δεν τολμούσε να πράξει όσο ζούσε εκείνος και το έπραξε μέσα στα πλαίσια της σφοδρής αντιδικίας που ξεκίνησε μετά το θάνατο του πατέρα της προς ενδυνάμωση των θέσεών της και αποδυνάμωση της Θ.
Α.. Περαιτέρω δε, την 6-12-2006 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή γεγονότα, ήτοι κατά την κατάθεση της μηνύσεώς της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, εν γνώσει της βεβαίωσε ενόρκως ψευδώς ως αληθές το περιεχόμενο της μηνύσεώς της.
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στην κατηγορούμενη πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδορκίας μάρτυρα και όσα αντίθετα ισχυρίζεται αυτή είναι αβάσιμα. Πρέπει επομένως να κηρυχτεί η κατηγορούμενη ένοχη των πιο πάνω πράξεων.
Η ίδια κατηγορήθηκε και για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως, το οποίο διέπραξε, σύμφωνα με τη σχετική κατηγορία που της απαγγέλθηκε, με την υποβολή της άνω έγκλησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, την κήρυξε αθώα για την πράξη αυτή με την αιτιολογία ότι, ναι μεν ήταν ψευδή όσα με την έγκλησή της υποστήριξε και η ίδια το γνώριζε και τα υποστήριξε με πρόδηλο σκοπό να θίξει την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων, εμφανίζοντας αυτούς ως άτομα με ελαστική συνείδηση, που μετέρχονται παράνομες πράξεις με σκοπό τον πορισμό οφέλους, πλην όμως αυτή (κατηγορούμενη) με την υποβολή της έγκλησης δεν είχε ως αυτοσκοπό την καταδίωξη των εγκαλούντων αλλά, την οξεία έστω, προάσπιση των κατά την κρίση της νομίμων δικαιωμάτων της.
Έτσι με βάση την αιτιολογία αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "ελλείποντος του στοιχείου της υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης της διάταξης του άρθρου 229 ΠΚ", ήτοι του σκοπού της ποινικής καταδίωξης των εγκαλούντων, έπρεπε αυτή να κηρυχτεί αθώα. Ως προς την κατηγορία αυτή η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με έφεση του Εισαγγελέα.
Από την, με αυτή την αιτιολογία, αθώωση της κατηγορουμένης δεν δημιουργείται κανένα απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου, ως προς τον άμεσο δόλο αυτής που απαιτείται για τις πράξεις συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα, εφόσον η κατηγορούμενη αθωώθηκε, όχι γιατί έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν ήταν ψευδή όσα αυτή με την έγκλησή της ισχυρίστηκε, ή ότι δεν γνώριζε την αναλήθεια, ή ότι δεν είχε τη θέληση να υποστηρίξει αναληθή γεγονότα, απεναντίας έκρινε ότι υφίσταντο όλα αυτά τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, που συμπίπτουν κατά το σκέλος αυτό με τα αντίστοιχα των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδορκίας μάρτυρα, αλλά έκρινε ότι έλειπε ο ειδικός δόλος, ήτοι ο σκοπός της ποινικής καταδίωξης των εγκαλούντων με την υποβολή της έγκλησης, που όμως δεν είναι αυτός ο ειδικός δόλος και στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδορκίας μάρτυρα για τα οποία κηρύσσεται ένοχη".
Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη των αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό της του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη ένοχη του ότι:
Α] Στη Θεσσαλονίκη στις 6-12-2006 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α)] Ισχυρίσθηκε ηθελημένα ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή και συγκεκριμένα: Με έγκληση που υπέβαλε την 6-12-2006 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκε ενώπιον αυτού και των αρμοδίων υπαλλήλων για την εγκαλούσα Θ.
Α. και ότι με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις της προς τον Α. Τ., λογιστή, έπεισε αυτόν να προβεί στην πλαστογράφηση της υπογραφής της (κατηγορουμένης) στα από 18-12-2001, 23-6-2003 και 30-6-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά, προκειμένου να αποκομίσει εκείνη (εγκαλούσα Θ. Α.) παράνομο περιουσιακό όφελος και ότι ο τελευταίος υποκύπτοντας στις άνω προτροπές πλαστογράφησε τα άνω ιδιωτικά συμφωνητικά.
Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι, με το από 21-9-1981 ιδιωτικό συμφωνητικό που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../1981, συστάθηκε ομόρρυθμη εταιρία, μεταξύ του πατέρα της Ι. Α. και των Π. Κ. και Ρ. Κ., με την επωνυμία .... και αντικείμενο την εμπορία ειδών υγιεινής, με διαχειριστή τον Ι.
Α.. Μετά από συνεχείς τροποποιήσεις του καταστατικού εισόδους στην εταιρία και αποχωρήσεις μελών, με το από 17-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό .../2000 αποχώρησε ο Ι. Α. και στην εταιρία συμμετείχαν οι Β. Α. (εγκαλούσα) με ποσοστό 60%, Θ.
Α. (εγκαλούμενη) με ποσοστό 20% και Α. Α. με ποσοστό 20%, ενώ με το από 9-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 2100/2001, αποφασίστηκε η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρίας .... μετά από παραινέσεις και προτροπές της εγκαλούσας Θ. Α. κατάρτισε τα εξής ιδιωτικά συμφωνητικά στα οποία έθεσε κατ’ απομίμηση τις υπογραφές όλων των φερομένων ως συμβαλλομένων μερών (συνεταίρων της εταιρίας) και συγκεκριμένα: 1)Κατάρτισε το από 18-12-2001 συμφωνητικό τροποποίησης του Καταστατικού της εταιρίας το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό .../24-12-2001, με το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται ποσοστό 13% από την εταιρική μερίδα της εγκαλούσας στην αδελφή της Ε.
Α. και ποσοστό 14% στη Θ. Α. συζ. Ι. Α. (δεύτερη εγκαλούμενη). 2) Κατάρτισε το από 23-6-2003 συμφωνητικό τροποποίησης του Καταστατικού της εταιρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../24-6-2003, με το οποίο φέρεται ότι αποφασίστηκε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατά 153.737,71 ευρώ δια κεφαλαιοποίησης του υπολοίπου των μη αναληφθέντων κερδών, όπως εμφανίζονται στον ισολογισμό της 31-12-2002, ώστε το εταιρικό κεφάλαιο ανήλθε από 117.388,11 ευρώ σε 271.125,82, ευρώ με μείωση από την εγκαλούσα του εισφερθέντος κεφαλαίου. 3) Κατάρτισε το από 30-6-2003 συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../10-7-2003, με το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται ποσοστό 13% από την εταιρική μερίδα της εγκαλούσας στην αδελφή της Ε.
Α. και ποσοστό 23% στη Θ. Α. συζ. Ι. Α. και έτσι το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρία της Θ. Α. ανήλθε σε 52% και της εγκαλούσας περιορίστηκε στο 24%. Τα πλαστά αυτά ιδιωτικά συμφωνητικά παρέδωσε ο πρώτος εγκαλούμενος στη δεύτερη, η οποία έκανε χρήση αυτών προσκομίζοντας τα ενώπιον της ΣΤ’ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παριστάνοντας ψευδώς και παραπλανώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους σχετικά με το έχον έννομες συνέπειες γεγονός ότι αυτά ήταν γνήσια και είχαν υπογραφεί από όλους τους συμβαλλομένους και έτσι πέτυχε να θεωρηθούν από τις δύο πρώτες υπηρεσίες και να δημοσιευτούν από το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Με τον τρόπο δε έβλαψαν οι ανωτέρω την περιουσία της εγκαλούσας, κατά το ποσό των 16,434,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του ποσοστού 14% που φέρεται να μεταβίβασε με το πρώτο ιδιωτικό συμφωνητικό στη δεύτερη εγκαλούμενη, κατά το ποσό των 24.401,33 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία του 23% που φέρεται να μεταβίβασε με το τρίτο ιδιωτικό συμφωνητικό στη δεύτερη εγκαλούμενη.
Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και η κατηγορούμενη τα ισχυρίστηκε ηθελημένα ενώπιον τρίτων γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή της εγκαλούσας Θ. Α.. Β) Στη Θεσσαλονίκη στις 6-12-2006 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή γεγονότα, ήτοι κατά την κατάθεση της μηνύσεώς της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, εν γνώσει της βεβαίωσε ενόρκως ψευδώς ως αληθές το περιεχόμενο της μηνύσεώς της.
Γ) Ισχυρίσθηκε ηθελημένα ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή και συγκεκριμένα: Με έγκληση που υπέβαλε την 6-12-2006 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκε ενώπιον αυτού και των αρμοδίων υπαλλήλων για τον εγκαλούντα Α.
Τ., λογιστή, και ότι αυτός υποκύπτοντας στις συνεχείς προτροπές και παραινέσεις της Θ. Α., προέβη στην πλαστογράφηση της υπογραφής της κατηγορουμένης στα από 18-12-2001, 23-6-2003 και 30-6-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή της προκειμένου να αποκομίσει εκείνη (Θ. Α.) παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα ότι: 1)Κατάρτισε το από 18-12-2001 συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό .../24-12-2001, με το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται ποσοστό 13% από την εταιρική μερίδα της εγκαλούσας στην αδελφή της Ε.
Α. και ποσοστό 14% στη Θ. Α. συζ. Ι. Α. (δεύτερη εγκαλούμενη). 2) Κατάρτισε το από 23-6-2003 συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../24-6-2003, με το οποίο φέρεται ότι αποφασίστηκε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατά 153.737,71 ευρώ δια κεφαλαιοποίησης του υπολοίπου των μη αναληφθέντων κερδών, όπως εμφανίζονται στον ισολογισμό της 31-12-2002, ώστε το εταιρικό κεφάλαιο ανήλθε από 117.388,11 ευρώ σε 271.125,32 ευρώ με μείωση από την εγκαλούσα του εισφερθέντος κεφαλαίου. 3) Κατάρτισε το από 30-6-2003 συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../10-7-2003, με το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται ποσοστό 13% από την εταιρική μερίδα της εγκαλούσας στην αδελφή της Ε.
Α. και ποσοστό 23% στη Θ. Α. συζ, Ι. Α. και έτσι το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρία της Θ. Α. ανήλθε σε 52% και της εγκαλούσας περιορίστηκε στο 24%. Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και η κατηγορούμενη τα ισχυρίστηκε ηθελημένα ενώπιον τρίτων γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του εγκαλούντος Α.
Τ.". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363-362 και 224 παρ.2-1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του σκεπτικού της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το επισημαινόμενο από την αναιρεσείουσα (με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων) υπ’ αύξοντα αριθμό 43 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, που αναφέρεται στη σελίδα 15 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "με αριθμ.
πρωτ. .../22-1-2010 έγγραφο με θέμα τη μεταβίβαση του ... Ε.Ι.Χ". αυτοκινήτου. Για τη βεβαιότητα, ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, δεν αγνοήθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αρκεί, ότι τούτο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναφέρεται κατά το είδος του (ως έγγραφο) χωρίς ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού του και μνείας του τί προέκυψε από αυτό, το δε γεγονός, ότι δεν σχολιάζεται ειδικότερα δεν σημαίνει, ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και δεν συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι το έλαβε υπόψη του, αφού δεν το εξήρεσε από εκείνα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση.
Ακόμη, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως των άνω πράξεων, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και δη ότι δια της από 6-12-2006 εγκλήσεως της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης αυτή ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους ισχυρίσθηκε ενώπιον των αναφερόμενων υπαλλήλων, ότι η παθούσα (εγκαλούσα στην παρούσα υπόθεση και πολιτικώς ενάγουσα), Θ.
Α., με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις της έπεισε τον επίσης παθόντα (εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα), Α. Τ. και αυτός προέβη στην πλαστογράφηση της υπογραφής της (αναιρεσείουσας) στα αναφερόμενα από 18-12-2001, 23-6-2003 και 30-6-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά, ως και ότι δια των ισχυρισμών της αυτών μπορούσε να θιγεί η τιμή και η υπόληψη των παθόντων τούτων, επί πλέον δε ότι, κατά την κατάθεση της εγκλήσεώς της αυτής ενώπιον του ανωτέρω Εισαγγελέα, εξεταζομένη ενόρκως ως μάρτυρας, εν γνώσει της βεβαίωσε ψευδώς ως αληθές το περιεχόμενο της εν λόγω εγκλήσεώς της.
Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται ο απαιτούμενος και για τα δύο πιο πάνω εγκλήματα (της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα) άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας και δη η γνώση αυτής, ότι τα υπ’ αυτής ισχυρισθέντα ενώπιον τρίτων και βεβαιωθέντα ενόρκως εις βάρος των παθόντων γεγονότα ήσαν ψευδή, με αναφορά των περιστατικών εκείνων, που δικαιολογούν την ύπαρξη της γνώσεώς της αυτής, συγκεκριμένα δε με τις ειδικότερες παραδοχές, ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα γνώριζε, προ του θανάτου του πατέρα της, Ι.
Α. (9-1-2006) και προ της υποβολής της άνω επίμαχης εγκλήσεώς της εις βάρος των ανωτέρω παθόντων, την ύπαρξη των προαναφερθέντων τριών συμφωνητικών (καταστατικών της παραπάνω Ο.Ε.) και τις τροποποιήσεις τους, με βάση τα οποία καθοριζόταν εκάστοτε το ποσοστό συμμετοχής της στη μνημονευόμενη Ο.Ε., αφού η ίδια λάμβανε βεβαιώσεις κερδών, καθώς και τα κέρδη κατά το ποσοστό συμμετοχής της, τα οποία δήλωνε στην Εφορία, ποσοστό, το οποίο καθοριζόταν κατά τη θέληση του πατέρα της, η δε υπογραφή αυτής στα καταστατικά εκείνα ετίθετο κατ’ εντολή του πατέρα της και κατά σιωπηρή συναίνεσή της και, ως εκ τούτου, δια της ανωτέρω εγκλήσεώς της, εν γνώσει της ψευδώς έθιξε την τιμή και υπόληψη των παθόντων ενώπιον τρίτων και ψευδώς ενόρκως κατέθεσε, ότι η πρώτη τούτων (Θ.
Α.) προκάλεσε την απόφαση στον δεύτερο (Α. Τ.) και εκείνος πλαστογράφησε τα εν λόγω καταστατικά. Οι ειδικότερες αναιρετικές αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε στους επικαλούμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) περί μεταβολής της κατηγορίας από την αποδοθείσα σ’ αυτήν πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σ’ εκείνη της απλής δυσφημήσεως και β) περί συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της εν λόγω πράξεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ., αφού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η προσβολή των αναφερόμενων τριών ιδιωτικών συμφωνητικών (καταστατικών) για πλαστότητα έγινε με σκοπό την προάσπιση του εταιρικού της μεριδίου στην αναφερόμενη εταιρία, είναι αβάσιμες, διότι, αφενός μεν ο πιο πάνω υπό στοιχείο α’ ισχυρισμός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφετέρου δε, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αιτιολογημένα, κατά τα άνω, ότι αυτή (κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα) τέλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και όχι εκείνη της απλής δυσφημήσεως, δια της περί ενοχής αποφάσεώς του απάντησε απορριπτικά στον ισχυρισμό της περί του ότι η πράξη της φέρει το χαρακτήρα της απλής δυσφημήσεως, οπότε, περαιτέρω, ο παραπάνω υπό στοιχείο β’ ισχυρισμός της ιδίας, περί του ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, παρίσταται απαράδεκτος και, επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών.
Ενόψει δε της πληρότητας της κατά τα άνω αιτιολογίας, ουδόλως παραβιάσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974), περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας της αναιρεσείουσας με δίκαιη δίκη, μη επερχομένης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.
δ’ Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 11 παρ.2 Ν. 3904/2010. Κατά συνέπεια, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, ως προς τα σχετικά επί μέρους σκέλη τους, περί απόλυτης ακυρότητας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως (εκ πλαγίου παραβάσεως), από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ , Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Η επί μέρους αναιρετική αιτίαση περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω ελλείψεως μείζονος προτάσεως στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που προσάπτεται σ’ αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) με το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου του κυρίως αναιρετηρίου, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ Κ.Ποιν.Δ. και είναι απαράδεκτη, αφού, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για την πληρότητα της αιτιολογίας των ποινικών δικαστικών αποφάσεων δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη μείζονος νομικής προτάσεως, αλλά απαιτείται μόνον η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις προσήκουσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες (όπως αναφέρονται στην αρχή της παρούσας παραγράφου) ορθώς εν προκειμένω, με βάση τις προεκτεθείσες σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επίσης, η περαιτέρω αναιρετική αιτίαση περί παραβιάσεως του δεδικασμένου, που απορρέει από την πρωτόδικη υπ’ αριθ. 20364/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης -με την οποία η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αμετακλήτως αθώα για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως εις βάρος των ίδιων ως άνω παθόντων, που θεμελιωνόταν υποκειμενικά (ως προς το δόλο), κατά τους ισχυρισμούς της, στα ίδια περιστατικά με εκείνα των επίδικων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες αυτή καταδικάστηκε πρωτοδίκως με την ανωτέρω απόφαση και κατ’ έφεση με την προσβαλλόμενη απόφαση- δια της οποίας επιχειρείται να θεμελιωθεί ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
ΣΤ’ λόγος αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία, δοθέντος ότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας δεν προβλήθηκε, από τους εκπροσωπήσαντες την αναιρεσείουσα συνηγόρους αυτής, αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή δεδικασμένου.
Εξάλλου, οι συναφείς αναφορές, στο δεύτερο λόγο του κυρίως αναιρετηρίου και στον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, περί αντιφατικών παραδοχών της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου όσον αφορά το πλημμέλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, για το οποίο η ήδη αναιρεσείουσα αθωώθηκε αμετακλήτως με την απόφαση εκείνη και της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, για τις οποίες αυτή κηρύχθηκε ένοχη πρωτοδίκως με την ίδια απόφαση (αλλά και με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ έφεση), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεσή της με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς το πληγέν με την έφεση καταδικαστικό σκέλος της, το οποίο και μόνο μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (κατά το άρθρο 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.) και ήδη αποτελεί αντικείμενο έρευνας από τον Άρειο Πάγο, που δεν ελέγχει το μη μεταβιβασθέν στο Εφετείο απαλλακτικό σκέλος της κατηγορίας για ψευδή καταμήνυση.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται, τόσο στο κυρίως δικόγραφο, όσο και σε εκείνο των πρόσθετων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (ιδίως σε σχέση με τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο αυτής), μεταξύ των οποίων και των αναφερόμενων στο δεύτερο από τους πρόσθετους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως εγγράφων, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος αυτής (αναιρεσείουσας) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση της ελλείψεως ακροάσεως, ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
Β’ , Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι, να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί η ίδια (αναιρεσείουσα) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των από κοινού παραστάντων στο ακροατήριο πολιτικώς εναγόντων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και τους επ’ αυτής από 7-4-2015 (κατατεθέντες στις 8-4-2015) πρόσθετους λόγους της Β.-Β. Α. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3973/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, Θ. Α. και Α. Τ., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ