Legislator Case Law & Legislation
954/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and merits of labor contract dispute.

Case Number 954/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Gartner KG against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the labor dispute. The appellant argued that the lower court accepted unsubstantiated claims about a Sindos branch without evidence, while the respondent maintained the court properly evaluated the presented proof. The court ruled that the appeal was inadmissible because it directly challenged the court's assessment of evidence and the merits of the case, which are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 554, 561 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the substantive evaluation of evidence and the merits of a case is inadmissible as it violates the principle of finality of judgments.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence substantive merits labor contract dispute finality of judgments appellate review limits court assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 554 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 954 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 954/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "GARTNER KG" (Γκάρτνερ ΕΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Βαλτούδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26013/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-6-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τα άρθ. 552, 553 και 554 ΚΠολΔ προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αυτεπάγγελτα εξεταζομένη, είναι, μεταξύ άλλων, η απεύθυνση αυτής κατ' απόφασης υποκειμένης σε αναίρεση. Ειδικότερα, από τα άρθ. 553 § 1 περ. β', 321, 495 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης (κατάθεσης) του ενδίκου αυτού μέσου, η απόφαση δηλ.

που δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνει όλη την δίκη κ.λπ. Εξάλλου, κατά το άρθ. 524 § 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ισχύει - ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου - μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 44 § 1 ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθ. 272 § 1 ΚΠολΔ (που τέθηκε εκ νέου με το άρθ. 30 ν. 3994/2011), η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή προσβλητή με αναίρεση είναι μόνο η μη υποκειμένη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου.

Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλομένους. Η απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρα μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση), και όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή της (άρθ. 503 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 158/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε λόγω της ερημοδικίας της (ως ανυποστήρικτη) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ετερρόρυθμης αυστριακής εταιρείας με την επωνυμία "GARTNER KG", που εδρεύει στο …, κατά της 26013/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, εκδοθείσα κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, έγινε ενμέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις από μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και την καταγγελία της.

Η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με μετάφραση αυτής στην γερμανική γλώσσα, επιδόθηκε (άρθ. 503, 134 - 136 ΚΠολΔ) την 7-3-2013, κατά την επ' αυτής σημείωση, και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 5-6-2013 (με αριθ. 130/2013 βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως), δηλ. μετά την πάροδο των 60 ημερών και εντός της προθεσμίας των 90 ημερών (άρθ. 564 § 2 ΚΠολΔ), ενώ η άσκηση αυτής εγκρίθηκε με την από 14-2-2014 "εξουσιοδότηση" του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας (με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του) προς τον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο που παραστάθηκε κατά την συζήτησή της για την αναιρεσείουσα (βλ.

αυτήν στην γερμανική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική, καθώς κα απόσπασμα από το βιβλίο εταιρειών της Αυστρίας και βεβαίωση του συμβολαιογράφου Λάμπαχ G. Roessler), τέλος δε σύμφωνα με το με αριθ. 70/2014 πιστοποιητικό της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης μέχρι την 12-2-2014 δεν είχε ασκηθεί άλλο ένδικο μέσο κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι (εμπρόθεσμη και) παραδεκτή ως στρεφομένη κατ' απόφασης υποκειμένης σε αναίρεση.

ΙΙ. (Α) Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει (εκτός από την περίπτωση, κατά την οποία τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης που κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, άρθ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και όταν δεν υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, κατά το άρθ. 3 § 1 ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες στην §2 αυτού εξαιρέσεις, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, από 1-3-2002 άρχισε να ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος "είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος - μέλος δυνάμει της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας" (άρθ. 76) και εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται κ.λπ.

μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθ. 66 σημ. 1 αυτού), αντικατέστησε δε την από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών που κυρώθηκε με το ν. 1814/1988, όπως αυτή τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε στην συνέχεια με μεταγενέστερες Συμβάσεις που κυρώθηκαν με το ν. 2004/1992. Από τις διατάξεις των άρθ. 2 σημ. 1, 3 σημ. 1, 4, 59 και 60 σημ. 1 του Κανονισμού αυτού συνάγεται ότι καθιερώνεται ως βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων ο τόπος της καταστατικής έδρας τους ή της κεντρικής διοίκησης ή της κύριας εγκατάστασης (ουσιαστικά όμοιες ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν και στην ως άνω Σύμβαση των Βρυξελλών).

Παράλληλα θεσπίζονται, κατά τρόπο περιοριστικό, και ειδικές (συντρέχουσες) δικαιοδοσίες. Έτσι, σύμφωνα με το άρθ. 5 σημ. 1α πρόσωπο που έχει την κατοικία του (και επί νομικού προσώπου την έδρα του κ.λπ.) στο έδαφος κράτους - μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος - μέλος ως προς διαφορές από σύμβαση, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (ίδια και η ρύθμιση του άρθ. 5 σημ. 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών).

Ειδικά επί διαφορών από ατομικές συμβάσεις εργασίας, με το άρθ. 19 σημ. 1 και 2 του Κανονισμού ορίζεται ότι εργοδότης που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους - μέλους μπορεί να εναχθεί (1) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους - μέλους, όπου έχει την κατοικία του ή (2) σε άλλο κράτος - μέλος (α) ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου, όπου ο εργαζόμενος συνήθως εκτελεί την εργασία του ή (β) αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί ή δεν εκτελούσε συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ενώπιον των δικαστηρίων στην περιφέρεια των οποίων είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε (έτσι και άρθ. 5 σημ. 1 της Σύμβασης του 1968). (Β) Οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθ. 4 - 33 ΑΚ καθορίζουν το στοιχείο, το οποίο δημιουργεί τον σύνδεσμο ενός προσώπου ή μίας βιοτικής σχέσης με ορισμένη πολιτεία και λόγω του συνδέσμου αυτού η σχέση ή η κατάσταση που προκύπτει υποβάλλεται στην ρύθμιση της πολιτείας αυτής.

Οι κανόνες αυτοί αποτελούν μέρος του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ως προς το δίκαιο που αρμόζει στην σύμβαση, με βάση τα γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας δεκτά ανελέγκτως συναφή πραγματικά περιστατικά, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 525/2010, 906/2004). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 2, 3 έως 6 της Διεθνούς Σύμβασης (Δ.Σ.) της Ρώμης του 1980, που κυρώθηκε με το ν. 1792/1988 και ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από 1-4-1991, έχει δε υπερνομοθετική (άρθρο 28 του Σ.) και οικουμενική ισχύ (άρθ. 1 § 1, 2, 3, 4, 8 του Κανονισμού ΕΟΚ 593/2008), η ενοχική σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη (άρθρ. 3 §§ 1 - 4).

Με την §1 του άρθρου 3 θεσπίζεται η ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου, με την οποία (επιλογή) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμoστέo δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους, συμπληρώνεται δε η αρχή αυτή από την §2 η οποία επιτρέπει την τροποποίηση και τον μετασυμβατικό καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ενώ η §3 του ίδιου άρθρου αφορά την έκταση της επιλογής.

Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν έχει επιλεγεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα (άρθρ. 4 § 1). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της άνω σύμβασης που αφορά την ατομική σύμβαση εργασίας ορίσθηκε ότι: "§1 Παρά τις διατάξεις του άρθρου 3 στη σύμβαση εργασίας η επιλογή από τους συμβαλλομένους του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου σε περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή.

§2 Παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται: α) από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ακόμη και αν έχει εγκατασταθεί προσωρινά σε άλλη χώρα ή β) αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργασία του σε μία μόνο χώρα από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε, εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης χώρας".

Η τελευταία επιφύλαξη αφορά τόσο στην περίπτωση β' όσο και στην περίπτωση α' της §2 του άρθρου 6. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας (αλλοδαπής) αυστριακής ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "GARTNER KG", που εδρεύει στην πόλη …, με αντικείμενο αξιώσεις του από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την 26013/2011 απόφασή του, που θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη 158/2013 απόφαση του (Μονομελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης λόγω της ερημοδικίας της, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη αυστριακή εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της τις διεθνείς μεταφορές στην Ευρώπη και την Ασία, τις εσωτερικές μεταφορές και τις ειδικές μεταφορές θερμών ειδών, αδρανών υλικών και μεταλλευμάτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 28-2-2005 μεταξύ των διαδίκων στο υποκατάστημα που διατηρεί η εναγομένη στην Σίνδο της Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται και η μάντρα των φορτηγών που εκτελούν δρομολόγια στην Ελλάδα, προκειμένου, κατά την συμφωνία τους, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων αυτής, ότι τα ειδικότερα καθήκοντα του ενάγοντος συνίσταντο στην φόρτωση εμπορευματοκιβωτίων από την μάντρα φορτηγών στην Σίνδο και την μετάβασή του σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, όπως η Πάτρα, η Θήβα, τα Τρίκαλα κ.λπ., στις οποίες η γερμανική εταιρεία LIDL, της οποίας η εναγομένη είναι ο βασικός μεταφορέας, διατηρεί κεντρικές αποθήκες, ενώ πολύ συχνά μετέβαινε στην Τουρκία και την Ρουμανία, ότι ανεξάρτητα από τον τόπο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, τόπος παροχής της εργασίας του ήταν κατά τους όρους της σύμβασης η Ελλάδα, με την εκτέλεση δρομολογίων κατά κύριο λόγο εντός του ελλαδικού χώρου και πολλές φορές από την Ελλάδα και ειδικότερα από την Θεσσαλονίκη προς Κωνσταντινούπολη και ενίοτε προς Ρουμανία και ως εκ τούτου τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την ένδικη διαφορά, εφαρμοστέο δε είναι το ελληνικό (ουσιαστικό) δίκαιο, δοθέντος ότι η επίμαχη εργασιακή σχέση χαρακτηρίζεται από στοιχεία συνδετικά με την Ελλάδα και όχι με την Αυστρία, ότι κατά την πρόσληψη του ενάγοντος συμφωνήθηκε να εργάζεται υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, και επί 8ωρο ημερησίως, να αμείβεται δε σύμφωνα με τις μηνιαίες αποδοχές που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες σχετικές ΣΣΕ για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας, ότι με βάση τις αναφερόμενες εκεί ΣΣΕ και ΔΑ οι νόμιμες αποδοχές του ανήλθαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2005 - Ιανουάριος 2010) στα αναλυτικά αναφερόμενα εκεί ποσά, με βάση δε τα περιστατικά αυτά και τα περαιτέρω γενόμενα δεκτά ως προς την παροχή εκ μέρους του ενάγοντος υπερωριακής εργασίας και εργασίας κατά τα Σάββατα κ.λπ., και τις λοιπές άξιώσεις του δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα.

Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας, ουδόλως υπερέβη την διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 4 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου ορθά δέχθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι εφαρμοστέο στην ένδικη διαφορά, που έχει στοιχεία αλλοδαπότητας, είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος ο συναφής 2ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου, αμφότεροι δε ως απαράδεκτοι, καθόσον μέρος τους πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 § 2 ν. 2112/1920, 5 § 1 ν. 3198/1955, 3 α.ν. 539/1945, 3 §§ 16 και 17 ν. 4504/1966, 1 § 1, 2 και 3 ΥΑ 19040/ 1981, 5 § 2 ν. 133/1975, 1 § 1 ν .435/1976, 4 § 1 ν. 2874/2000 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 συνάγεται ότι μισθό (τακτικές αποδοχές) αποτελεί κάθε παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στον μισθωτό κατά την διάρκεια της σχέσης εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της παρεχομένης εργασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλομένη ως άνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτό, με την ενσωμάτωση σ' αυτήν της προαναφερθείσας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε για την παραπάνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη αυστριακή εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της τις διεθνείς μεταφορές στην Ευρώπη και την Ασία κ.λπ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 28-2-2005 μεταξύ των διαδίκων στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Σίνδο της Θεσσαλονίκης, προκειμένου, κατά την συμφωνία τους, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων αυτής, με τα εκεί ειδικότερα καθήκοντα, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 8ωρο ημερησίως, έναντι των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές ΣΣΕ και ΔΑ μηνιαίες αποδοχές για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας, οι οποίες ανήλθαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2005 - Ιανουάριος 2010) στα αναλυτικά αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, ότι παρά τα προβλεπόμενα από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ η εναγομένη κατέβαλλε στον ενάγοντα (α) από την πρόσληψή του έως τον Μάρτιο του 2009 μηνιαίως ποσό 1.200 ευρώ και πλέον αυτού ποσό 1.000 ευρώ, το οποίο χαρακτήριζε "έξοδα διατροφής", δηλ.

κατέβαλλε τακτικά μηνιαίως συνολικά 2.200 ευρώ και (β) από τον Απρίλιο του 2009 έως την λύση της σύμβασης με καταγγελία εκ μέρους της μισθό 1.200 ευρώ και επιπλέον ως "έξοδα διατροφής" 800 ευρώ, ήτοι συνολικά μηνιαίως 2.000 ευρώ, ότι τα έξοδα αυτά διατροφής η εναγομένη κατέβαλλε σε σταθερή βάση μηνιαίως στον ενάγοντα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας, και όχι ως αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, και αποτελούν μισθό, ότι παρά τα συμφωνηθέντα ο ενάγων καθόλο το επιδικο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε υπερωριακά, καθώς και κατά τα Σάββατα κ.λπ., κατά τα λεπτομερώς εκεί οριζόμενα, και ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για τις αιτίες αυτές, καθώς και για οφειλόμενα υπόλοιπα επιδομάτων εορτών και αποζημίωση απόλυσης ανέρχονται στα παρατιθέμενα στην απόφαση ποσά, για τον καθορισμό των οποίων υπολόγισε (και ορθά) και το ποσό των ως άνω "εξόδων διατροφής".

Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ουδόλως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως ο συναφής περί του αντιθέτου 3ος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα, όχι δε όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, χωρίς να επέχουν αυτές θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού. Επομένως, οι από την διάταξη αυτή λόγοι της κρινόμενης αίτησης 4ος και 5ος, με τους οποίους αποδίδονται στην (ενσωματωθείσα στην απόφαση του Εφετείου) πρωτόδικη απόφαση, αντίστοιχα, οι πλημμέλειες ότι (α) αν και στην μείζονα σκέψη αυτής έγινε ορθά δεκτό ότι η εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, ως 6η ημέρα, είναι άκυρη και γι' αυτό ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με το διατακτικό της επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα "αποδοχές με βάση τις υψηλότατες αποδοχές που ελάμβανε κατά το αυστριακό εργατικό δίκαιο" και (β) στο σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας "εμπεριέχεται προφανής λογική αντίφαση μεταξύ των παραδοχών και του συμπεράσματος, στο οποίο κατέληξε" σχετικά με την ύπαρξη δικαιοδοσίας του για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, είναι απαράδεκτοι και γι' αυτό απορριπτέοι.

V. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και ο λόγος έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 6ο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν έλαβε υπόψη τον ενώπιον αυτού "νόμιμα και παραδεκτά με τις προτάσεις" της προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ότι κατά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί υπαγωγής της στο δίκαιο της Αυστρίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο κρίνοντας ως εφαρμοστέο στην κρινόμενη υπόθεση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε "εν τοις πράγμασι" κατ' ουσίαν.

VΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του.

Με τον 7ο λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αληθινούς τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος σχετικά με τις ώρες εργασίας του πέραν του νομίμου ωραρίου και με την απασχόλησή του τα Σάββατα χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την διαλαμβανομένη στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (που θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Εφετείου) βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του ενγένει αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας τα σχετικά και με το ζήτημα αυτό πραγματικά περιστατικά δεν δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις.

VIΙ. Με τον 8ο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, φερόμενο από τους αριθ. 10 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι "χωρίς να αποδεικνύεται από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τις δύο πλευρές ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, το Δικαστήριο δέχθηκε την απολύτως αβάσιμη θέση του αναιρεσιβαλλομένου ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας η εταιρία μας (αναιρεσείουσα εναγομένη) διατηρούσε εγκατάσταση και συγκεκριμένα υποκατάστημα στην Σίνδο.

Δέχθηκε ειδικότερα... ότι η πρόσληψη του αναιρεσιβαλλομένου και η σύναψη της σύμβασης εργασίας... έλαβε χώρα στο "υποκατάστημα" που διατηρούσε η εταιρία μας στην Σίνδο. Το πραγματικό αυτό στοιχείο που είναι απολύτως ψευδές και αβάσιμο, το επικαλείται ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, πλην όμως δεν αποδείχθηκε από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε...

Αντιθέτως αποδείχθηκε... ότι η εταιρία μας δεν είχε ούτε υποκατάστημα, ούτε άλλη εγκατάσταση στη Σίνδο... Επιπρόσθετα, σχετικά με την παραδοχή αυτή, η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι παντελώς αναιτιολόγητη διότι δεν περιέχει απολύτως κανένα πραγματικό περιστατικό που να την δικαιολογεί, αλλά γίνεται αποδεχτή η θέση του εναγομένου (το ορθόν:

του ενάγοντος) ως δεδομένη. Η παραδοχή, επομένως, του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ύπαρξη υποκαταστήματος στη Σίνδο είναι απολύτως αβάσιμη και δεν αποδεικνύεται, πλην όμως... προσέδωσε στενότερη στην σχέση εργασίας στενότερη σχέση με την Ελλάδα, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό του, υπό την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται ευθέως και αποκλειστικά η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων και η ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθ. 191 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-6-2013 αίτηση της ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "GARTNER KG" (Γκάρτνερ ΕΕ) για αναίρεση της 158/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ