Supreme Court dismisses appeal on overtime pay, ruling lower court correctly applied substantive law and evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her overtime pay claim. The appellant argued the lower court erred in applying wage regulations and failed to consider specific evidence regarding her working hours. The court held that the appellate court correctly applied substantive law and evidence, noting that the appellant's claim was based on a false premise regarding the calculation method.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law and evidence, and the appellant's claim relies on a false premise regarding the calculation method.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 954 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974. Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως τη μη ύπαρξη δεδικασμένου. Το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Αριθμός 954/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1204/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6924/2002 μη οριστική και 8885/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 5-12-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-7-2007 αίτησης της Χ για αναίρεση της 8885/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο ε κείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ",η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 Υπουργικές αποφάσεις, μεταβλήθηκε, με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988,σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής.
Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953,που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό του, οι διατάξεις του ν.1505/1984,όπως τροποποιήθηκε με το ν.1810/1988 (άρθρο 3 παρ.1 επί ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται.
Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 3/2003).Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ., την 16-10-1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως σιδερώστρια με μηνιαίες αποδοχές που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις.
Ότι επί προηγουμένων αγωγών της, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-7-1988 μέχρι 31-5-1996, εκδόθηκαν οι 3711/1993, 1068/1996 και 1675/2002 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες έχει κριθεί τελεσίδικα ότι η αναιρεσείουσα για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα έπρεπε να αμείβεται με τις διατάξεις της 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.
Πειραιώς, σε συνδυασμό με την 74/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών και ότι εδικαιούτο τα 8/6 του κατώτατου ορίου ημερομισθίου, το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα τριετιών, το οικογενειακό επίδομα, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το ειδικό επίδομα του άρθρου 44 το ν.1193/1981 κλπ. Ότι για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 30-4-2000 η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ, και ότι από τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού πρόκειται για διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, δεδομένου ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας διέπονται από τις από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ,Ακολούθως το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί αντίθετα ότι δηλαδή απορρέει δεδικασμένο από τις ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις και ότι είναι νόμιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητεί διαφορές των αποδοχών της του επίδικου χρονικού διαστήματος, που προέκυψαν από τον μη υπολογισμό του βασικού μισθού της με βάση το προβλεπόμενο από τη ΔΑ 42/1981 του Δ.Δ.Δ.Δ.
Πειραιώς και τις από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατώτατο ημερομίσθιο (ασφαλείας) εργατοτεχνίτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με το νόμο, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις και δεν δέχθηκε πράγματα προταθέντα από την αναιρεσείουσα (ύπαρξη δεδικασμένου). Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2,7 παρ. 1,8 παρ.1, 10 παρ.1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ παραπάνω λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1, ότι το Εφετείο με τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων παραβίασε τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ναι μεν με τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, που είχαν αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο η έκπτωση, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο κηρύχθηκε η έκπτωση της αναιρεσείουσας να αμείβεται σύμφωνα με το προϊσχύον της συμβάσεως της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, καίτοι το αναιρεσίβλητο δεν είχε προτείνει τέτοιο πράγμα, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο το μοναδικό λόγο της έφεσης, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής του αιτήματος της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως διαφοράς αμοιβής μεταξύ αυτής, που έλαβε και εκείνης που εδικαιούτο να λάβει για υπερωριακή απασχόληση .Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της ότι κατά το ένδικο διάστημα α) από 1-9-1998 μέχρι 31-12-1998, β) από 1-7-1999 μέχρι 31-12-1999 και 3) από 1-1-2000 μέχρι 30-4-2000,πραγματοποίησε 128,80 και 35 ώρες, αντίστοιχα, υπερωριακής απασχόλησης, για τις οποίες εδικαιούτο να λάβει συνολικά 1.450.514 δραχμές, ενώ έλαβε μόνο 231.768 δραχμές, και ζήτησε την επιδίκαση του υπόλοιπου ποσού από 1.218.746 δραχμ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της έφεσης, προς απόδειξη του αγωγικού της ισχυρισμού ότι πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση και ότι έλαβε γι' αυτήν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, και έγγραφο του αναιρεσίβλητου από το οποίο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της, ότι πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση κατά το έτος 1998 ώρες 143 και κατά το έτος 1999, 115 ώρες, χωρίς όμως περαιτέρω να ζητήσει μεγαλύτερο ποσό από το ανωτέρω αναφερόμενο (1.218.746 δραχμ.).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι από την ανάλυση αποδοχών και κρατήσεων των μηνών Νοεμβρίου 1998, Οκτωβρίου 1999 και Ιανουαρίου 2000, που η ίδια η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι έλαβε τον Νοέμβριο 1999 το ποσό των 119.253 δραχμών, τον Οκτώβριο 1999 το ποσό των δραχμ.77.760 και τον Ιανουάριο 2000 το ποσό των δραχμών 34.755 για υπερωριακή απασχόληση 127,80 και 35 ωρών, αντίστοιχα, και ότι η διαφορά του ποσού των δραχμών 1.218.746,που ζητεί με την αγωγή της, οφείλεται στον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών της, ο οποίος έγινε με βάση την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ και του Ν. 2470/1997 και όχι με βάση τις προγενέστερες διατάξεις, που επικαλείται η ενάγουσα. Ακολούθως, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία και απέρριψε ως αβάσιμο το μοναδικό λόγο της έφεσης. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας το λόγο της έφεσης.
Η κρίση του Εφετείου περί ανεπίτρεπτης μεταβολής του αιτήματος της αγωγής που αφορά αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση 143 ωρών για το έτος 1993 και 115 ωρών για το έτος 1999 και απόρριψη κατά τούτο του αιτήματος της αγωγής ως απαραδέκτου, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αυτό δεν ήταν αίτημα της αγωγής και συνεπώς δεν επιχειρήθηκε με την έφεση μετατροπή ως προς αυτό της αγωγής.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της με αριθμό 8885/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ