Legislator Case Law & Legislation
954/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that appeal reasons were vague and failed to specify factual errors.

Case Number 954/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred by considering an expert report submitted late and misapplied civil code provisions regarding co-ownership. The court dismissed these claims because the appeal reasons were too general and did not specify the exact factual assumptions or legal errors required for a valid review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 529(1)(a) CPolD; Art. 559(8) CPolD: Appeal reasons alleging procedural errors or violations of substantive law must specifically identify the factual assumptions and the nature of the error; general assertions of insufficiency or contradiction are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague appeal reasons procedural error substantive law violation factual assumptions expert report admissibility co-ownership dispute

Cited Legislation

AI generated

Cited Case Law

AI generated
OL AP 27/1998
OL AP 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 954 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 954/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευκλείδη Φαλκωνάκη.

Της αναιρεσίβλητης: .........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 665/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 519/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-4-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 15-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων. Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, και την από ...... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ....., που καταρτίστηκε με αίτηση της ενάγουσας, εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ύστερα από κοινοποίηση στον αντίδικό της του με αριθμό ..... εγγράφου του πιο πάνω Τεχνικού Επιμελητηρίου περί διορισμού πραγματογνώμονα και προσκομίστηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά, ενώπιόν του από την αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη την από ..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, που προσκομίστηκε απαραδέκτως, για πρώτη φορά, ενώπιόν του, από την ενάγουσα, εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η εν λόγω έκθεση αποτελεί αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό ....... κατακυρωτικής έκθεσης του τότε συμβολαιογράφου Αχαρνών Μιχαήλ Μπαντουβάκη, με το να δεχθεί, από εσφαλμένη ανάγνωσή της, ότι τμήμα του επίδικου ακινήτου, - συνολικού εμβαδού 8.280,83 τετρ.

μέτρων - εμβαδού 7.299,63 τετρ. μέτρων, περιλαμβάνεται στην αμέσως πιο πάνω έκθεση, με την οποία μεταβιβάστηκε στο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης η συγκυριότητα του 1/5 εξ αδιαιρέτου αγροκτήματος σαράντα (40) περίπου στρεμμάτων, στη θέση ".....", που ανήκε στον οφειλέτη και καθού η εκτέλεση ......., αδελφό του αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο της πιο πάνω κατακυρωτικής έκθεσης, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου της.

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ. ΑΠ 16/2000). Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την κτήση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένο, διακριτό τμήμα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, με την ένδικη διεκδικητική αγωγή ή με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περί του ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός της, ως εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, που περιήλθε στη συγκυριότητά του από αναγκαστικό πλειστηριασμό κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, χρησιδέσποσε αυτοτελές και διακεκριμένο τμήμα του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα του αμέσως πιο πάνω μεγαλύτερου ακινήτου, εκδηλώνοντας στους λοιπούς συγκυρίους την απόφασή του να νέμεται το εδαφικό αυτό τμήμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, με πράξεις που φανερώνουν την εν λόγω απόφασή του, έλαβαν δε γνώση της τελευταίας οι λοιποί συγκύριοι, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν, ότι ο αμέσως πιο πάνω αυτοτελής, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 984, 994 και 1113 ΑΚ, ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί του τρόπου κτήσης της συγκυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου της αντιδίκου του στο προμνημονευόμενο εδαφικό τμήμα του επίδικου ακινήτου, προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από τον ίδιο με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 878, 974, 980, 982, 994 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιό πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στο ίδιο οι απόψεις του αναιρεσείοντα σε σχέση με την έννοια των εν λόγω διατάξεων, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες ως παραβιάσεις του νόμου, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.

ΑΠ 27/1998 και 32/1996). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, συγκύριος εξ αδιαιρέτου του μεγαλύτερου στην αγωγή ακινήτου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, έγινε, στη συνέχεια, αποκλειστικός κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 5/9/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ