Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of reasoning grounds regarding evidence and sentencing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by defendants X and Z against a five-member court of Larissa. The appellants argued that the lower court failed to provide specific reasoning regarding the exclusion of evidence and the valuation of stolen goods. The court rejected these claims, stating that the lower court's reasoning was sufficient and that the appellants' arguments regarding evidence evaluation constituted an unreviewable exercise of judicial discretion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 177(2) KPD; Art. 370A(2) PC: Evidence obtained through criminal acts or technical means is inadmissible unless a specific court decision is made for crimes punishable by life imprisonment, and appeals regarding the evaluation of evidence or sentencing are inadmissible as they concern the unreviewable discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 954 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 954/2006ΤοΔικαστήριο του Αρείου ΠάγουΕ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο και 2) Ζ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πλεύρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγων το «ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ...» που εδρεύει στη... και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαϊου 2005, δύο, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 793/2005, ως και στους από 17 Ιανουαρίου 29/2006 πρόσθετους λόγους του δευτέρου των αναιρεσειόντων Ζ.
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 177 του Κ.Π.Δ., η οποία προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή της ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας καθείρξεως και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 370Α παρ. 2 του Π.Κ. όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η οποία θεσπίσθηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος, για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της με τεχνικά μέσα μαγνητοσκοπήσεως αθεμίτως, αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων, που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους.
Δεν περιλαμβάνει δε και τις πράξεις ή εκδηλώσεις τούτων, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον τόπο και το χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ' αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ του τρόπου πραγματοποιήσεώς της και της φύσεως και του είδους των εκπληρούμενων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσια έλεγχο και κριτική.
Τέτοια μη δημόσια κατά την ως άνω έννοια πράξη, η μαγνητοσκόπηση της οποίας δεν στοιχειοθετεί αξιόποινη πράξη και ως εκ τούτου η χρήση της σχετικής ταινίας ως αποδεικτικού μέσου είναι επιτρεπτή, αποτελεί η εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων των μελών της διοικήσεως ενός ιδρύματος ή ενός ιερού προσκυνήματος, ως νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η είσπραξη και καταμέτρηση των από τρίτους προς αυτά γενόμενων κάθε είδους προσφορών, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τόπου, στους οποίους αυτά επιτελούνται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, που την εξέδωσε, προκειμένου να θεμελιώσει την καταδικαστική του κρίση για το έγκλημα της υπεξαιρέσεως σε βάρος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως μελών της διοικούσας επιτροπής του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ιερό Προσκύνημα ...» έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τρεις βιντεοκασσέττες, που λήφθηκαν από βιντεοκάμερα, τοποθετημένη κρυφά, στον προσιτό και σε τρίτους χώρο του γραφείου του «προσκυνήματος», όπου γίνονταν οι καταμετρήσεις των προσφερόμενων από τους πιστούς χρημάτων και τιμαλφών αντικειμένων, προς καταγραφή της αξιόποινης δραστηριότητας των αναιρεσειόντων με την ως άνω ιδιότητά τους, ήτοι την παράνομη από αυτούς ιδιοποίηση μέρους των χρημάτων και τιμαλφών αντικειμένων, κατά την εκτέλεση των διαχειριστικών τους καθηκόντων.
Η από τους αναιρεσείοντες καταμέτρηση των παραπάνω κινητών πραγμάτων και η κατ' αυτή παράνομη ιδιοποίηση μέρους τούτων δεν αποτελούν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα μη δημόσιες πράξεις αυτών, ως αναγόμενες στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής τους ζωής και ως εκ τούτου η μαγνητοσκόπηση αυτών δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη.
Συνακόλουθα οι πιο πάνω βιντεοκασσέττες, τις οποίες έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το Εφετείο δεν αποτελούν απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Χ και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και πρώτος και δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως του Ζ, με τους οποίους προβάλλεται κατ' εκτίμηση η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του Κ.Π.Δ. ελεγχόμενη πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, με την έννοια ότι η χρήση και αξιοποίηση παρανόμως αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου, σε βάρος του κατηγορουμένου παρουσιάζει το δικαίωμά του για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ και έτσι προσβλήθηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως των αναιρεσειόντων ως κατηγορουμένων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν το πόρισμα της αποφάσεως, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 61/1975 Κανονιστική Διάταξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΦΕΚ 144/8-7-1975), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 παρ. 7 του ν.δ. 126/1969, ορίστηκε ότι «Ο Ιερός Ναός ...», αποτελεί «Ιερό Προσκύνημα» και καθορίστηκε ο τρόπος της διοικήσεως και διαχειρίσεως αυτού.
Μετά την ισχύ του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Ελλάδος» το «Ιερό Προσκύνημα της ...» είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ως εκκλησιαστικό καθίδρυμα. Με την Κανονιστική Διάταξη το Ιερό Προσκύνημα ..., όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμό 648/1990 απόφαση του Μητροπολίτη Λαρίσης και Τιρνάβου (ΦΕΚ 477/24-7-1990) διοικείται από εννεαμελή επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον Μητροπολίτη Λαρίσης και Τιρνάβου και από ευϋπόληπτους κατοίκους της Μητροπολιτικής Περιφερείας Λαρίσης και Τιρνάβου, που διορίζονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τιρνάβου, με πρόταση του Μητροπολίτη.
Με την υπ' αριθμ. 23/1996 πράξη του ως άνω Μητροπολιτικού Συμβουλίου, όλοι οι κατηγορούμενοι διορίστηκαν μέλη της εννεαμελούς επιτροπής του Ιερού Προσκυνήματος ..., με Αντιπρόεδρο τον τρίτο κατηγορούμενο Ιερέα ... Με την ιδιότητα αυτή, όλοι οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν, με τα λοιπά μέλη, τη διοίκηση και τη διαχείριση του Ιερού Προσκυνήματος και τις άσκησαν ολόκληρο το χρονικό διάστημα, που αφορά η κατηγορία, από 24-7-1996 έως 28-7-1997.
Η διαχείριση περιελάμβανε υλικές, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του Ιερού Προσκυνήματος και αναλήψεως πρωτοβουλίας, εντός των πλαισίων της προαναφερόμενης Κανονιστικής Διατάξεως. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, από κοινού, με τα άλλα μέλη της εννεαμελούς επιτροπής του Ιερού Προσκυνήματος, εκτός από την καταμέτρηση και την καταχώριση των χρημάτων των παγκαριών και των ταμάτων στα επίσημα πρακτικά, προέβαιναν και στη σύναψη συμβάσεων με δημιουργία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τις ανάγκες λειτουργίας του Ιερού Προσκυνήματος (προμήθειες κεριών, οικοδομικών υλικών, απορρυπαντικών κλπ., σύναπταν συμβάσεις για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο Ιερό Προσκύνημα (συντήρηση, επισκευή, διαμόρφωση εξωτερικών χώρων), τραπεζικές συναλλαγές για την αξιοποίηση των χρημάτων του, πρόσληψη και απόλυση εργατικού προσωπικού, εκμίσθωση κυλικείου και χώρων του).
Η καταμέτρηση γινόταν σε γραφείο, παραπλεύρως του Ιερού Προσκυνήματος. Με την ιδιότητα αυτή του διαχειριστή, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, υπεξαίρεσαν παρανόμως χρήματα και τιμαλφή του Ιερού Προσκυνήματος, που, είχαν περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή τους. Ειδικότερα: Ο πρώτος κατηγορούμενοςΖ, καθώς καταμετρούσε τα χρήματα, υπεξαιρούσε κυρίως τα μεγάλα χαρτονομίσματα (πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα), τα οποία, με επιτήδειες γρήγορες κινήσεις, άλλα τοποθετούσε μέσα στο πουκάμισό του με το δεξί χέρι του, και άλλα μέσα στις κάλτσες του, με τα δύο χέρια του.
Η βιντεοκάμερα, που τοποθέτησε ο μάρτυρας ..., σε μπουρί της σόμπας, αποτύπωσε, στην βιντεοκασέτα (αριθμός λήψεως 1 μία σκηνή (19-6-1997), κατά την οποία, ο πρώτος κατηγορούμενος, υπεξαίρεσε χρήματα, με τέτοιο έντεχνο τρόπο, 250.000 δραχμών. Έτσι, ακριβώς, υπεξαιρούσε χρήματα, (250.000 δραχμές), σε καθεμία, από τις τριάντα (30) καταμετρήσεις.
Σημειωτέον ότι, ο μάρτυρας ..., μια φορά που παραβρέθηκε σε καταμέτρηση, με την επιτροπή αυτή (πριν το επίδικο διάστημα), αντιλήφτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο να έχει κρύψει χαρτονομίσματα μέσα στο πουκάμισό του, τράβηξε βιαίως το πουκάμισο του πρώτου κατηγορουμένου και έπεσαν από αυτό στο έδαφος 12 πεντοχίλιαρα και 4 δεκαχίλιαρα, που τα είχε κρύψει μέσα σε αυτό, υπεξαιρώντας τα.
Μάλιστα δε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την καταμέτρηση εξερχόταν από το γραφείο της καταμετρήσεως προφασιζόμενος σωματική ανάγκη, στην πραγματικότητα, όμως, για να κρύψει τα χρήματα, που υπεξαιρούσε. Ο δεύτερος κατηγορούμενοςΧ, πάνω στο τραπέζι, που η επιτροπή καταμετρούσε τα χρήματα, άδειαζε, πάντοτε ο ίδιος, τα σακιά με τα χρήματα (νομίσματα και χαρτονομίσματα) από τα παγκάρια του Ιερού Προσκυνήματος και κατά τη διαδικασία αυτή, σε κάθε καταμέτρηση, αφαιρούσε χρήματα, με τέχνασμα.
Επίσης, σε κάθε καταμέτρηση αφαιρούσε και τιμαλφή (τάματα). Στη βιντεοκασέτα (αριθμός λήψεως 2) της 19-6-1997, από βιντεοκάμερα παρακολουθήσεως, που τοποθέτησε ο μάρτυρας ... εμφανίζεται ο κατηγορούμενος να πράττει τα εξής: Καθώς άδειαζε κάθε σακί με τα χαρτονομίσματα (μόνος αυτός το άδειαζε), πάνω στον πάγκο, τεχνηέντως, έβαζε το χέρι του μέσα σε αυτό (προσποιούμενος ότι ξεχώριζε τα χαρτονομίσματα από τα νομίσματα) και έσπρωχνε προς τις άκρες του σακιού χαρτονομίσματα, αρκετά από τα οποία ήταν πεντοχίλιαρα και δεκαχίλιαρα.
Με τα χέρια του, συγκρατούσε, στις δύο άκρες του σακιού, τα χαρτονομίσματα, που φρόντιζε να παραμένουν μέσα στο σακί, το οποίο, δήθεν, σαν άδειο, το τοποθετούσε στην άκρη. Το σακί δεν το άδειασε εντελώς, ούτε το τίναξε καθόλου, ούτε το κρατούσε σε κατακόρυφη θέση, για να μην πέσουν κάτω όλα τα χαρτονομίσματα.
Μετά την καταμέτρηση αποχώρησαν όλα τα μέλη της επιτροπής και κλείδωσαν την πόρτα, όπως γινόταν πάντοτε. Στη βιντεοκασέτα της 27-6-1997, εμφανίζεται, αυτός, που είχε δεύτερα κλειδιά, να επανέρχεται στο γραφείο το απόγευμα, ξεκλείδωσε την πόρτα, μπήκε μέσα, πήγε κατευθείαν στα σακιά, βέβαιος για τα χαρτονομίσματα, τα έβγαλε από τα σακιά, τα καταμέτρησε και τα έβαλε στην τσάντα του.
Μετά πήρε από τη θέση του το σφραγισμένο σακουλάκι με τα τιμαλφή (τάματα), το παραβίασε, διότι ήταν συρραμμένο, άδειασε τα τιμαλφή πάνω στο τραπέζι, διάλεξε επιμελώς αυτά που είχαν αξία, τα οποία αφαίρεσε και τα έβαλε στην τσάντα του, στη συνέχεια σφράγισε πάλι το σακουλάκι, με συρραπτικό μηχάνημα βάζοντας μέσα μόνο τιμαλφή, που φαίνονταν φτηνής κατασκευής και ακολούθως το τοποθέτησε πάλι στη θέση του.
Αφού τελείωσε, κλείδωσε την πόρτα και έφυγε από εκείνο, συναποκομίζοντας, τα χαρτονομίσματα και τα τιμαλφή, που αφαίρεσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, (υπεξαίρεσε). Αφαίρεσε 220.000 δραχμές σε χαρτονομίσματα και 30.000 δραχμές σε τιμαλφή. Δηλαδή, υπεξαίρεσε, χαρτονομίσματα και τιμαλφή, συνολικής αξίας, 250.000 δραχμών.
Παρόμοια, μια άλλη, φορά, από μια χαραμάδα, ο μάρτυρας τον είδε ο ίδιος, να μπαίνει στο απόγευμα μέσα στο γραφείο αυτό και να παίρνει χρήματα από τα σακιά και τάματα, με τον ίδιο τρόπο που κατέγραψε η κάμερα. Σημειωτέον ότι, η κάμερα δεν αποτύπωσε άλλες περιπτώσεις, διότι, λόγω κακής εγκαταστάσεως, δεν ήταν επιτυχής πάντοτε η λήψη εικόνας.
Ενήργησε υπεξαιρέσεις σε όλες τις καταμετρήσεις τριάντα (30), συνολικά (μια την εβδομάδα, περίπου), κατά τις οποίες, έτυχε να υπεξαιρεί το ίδιο ποσό, 250.000 δραχμών, σε χαρτονομίσματα και τα τιμαλφή. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, από κοινού, υπεξαιρούσαν το ποσό των 500.000 δραχμών, σε κάθε καταμέτρηση. Όχι, όμως, μεγαλύτερα ποσά, όπως αυθαίρετα κατέθεσε ο μάρτυρας ..., διότι απλώς διατυπώνει υπόνοιες, χωρίς να διαθέτει στοιχεία.
Οι απολογισμοί των άλλων ετών, πριν και μετά την πράξη, δεν δικαιολογούν την άποψη του μάρτυρα (το έτος 1993 σημειώθηκαν έσοδα 44.611.315 δραχμών, το έτος 1994 έσοδα 49.494.479 δραχμών, το έτος 1995 έσοδα 53.891.410 δραχμών, το έτος 1996 έσοδα 62.360.325 δραχμών, το έτος 1997 έσοδα 77.890.100 δραχμών, το έτος 1998 έσοδα 82.625.389 δραχμών).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι παρόντες κατηγορούμενοι τέλεσαν το κακούργημα της υπεξαιρέσεως, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, για τα ποσά αυτά, κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική του υπόσταση, όπως προέκυψε από συγκλίνουσες και καθοριστικές αποδείξεις, σύμφωνα και με την αρχή της ηθικής αποδείξεως 9άρθρο 177 ΚΠΔ), διότι:
α) ιδιοποιήθηκαν παράνομα, κατά τον ως άνω τρόπο, τα ως άνω (ολικά) ξένα κινητά πράγματα (χαρτονομίσματα, τιμαλφή), του παθόντος Ιερού Προσκυνήματος, που, με την ιδιότητα αυτή, κατά την καταμέτρηση των χρημάτων των παγκαριών και των ταμάτων, είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώθηκε με τις ενέργειές τους αυτές, που εμφανίζουν εξωτερίκευση της θελήσεώς τους να τα ενσωματώσουν στην περιουσία τους (αντί να καταμετρήσουν σωστά τα χρήματα και τα τιμαλφή και να τα καταχωρίσουν σωστά τα οικεία πρακτικά, μετά από κάθε καταμέτρηση), αυτοί παρανόμως αφαιρούσαν αυτά και τα ιδιοποιούνταν παράνομα, με συνέπεια να μην καταχωρούνται στα οικεία πρακτικά καταμετρήσεως, β) ενεργούσαν με κοινό δόλο, δηλαδή καθένας από αυτούς, λόγω της στενής φιλικής τους σχέσεως, με συνεννόηση, ήθελε και αποδεχόταν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκήματος, γνωρίζοντας ότι και ο συγκατηγορούμενός του συμμέτοχος πράττει με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, ενεργώντας με ταυτόχρονες, αλλά και διαδοχικές ενέργειες, δηλαδή καθένας από αυτούς, κατά την καταμέτρηση (ταυτοχρόνως ή διαδοχικώς) υπεξαιρούσε με τον ως άνω τρόπο τα ως άνω ποσά και ακολούθως το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιερχόταν στη συγκατοχή τους οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στην περίπτωση συνθηκών, γ) διέπραξαν την υπεξαίρεση, με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, όπως απαιτείται για το χαρακτηρισμό της υπεξαιρέσεως, ως κακουργηματικής και δ) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ανέρχεται στο ποσό των 500.000 δραχμών, για κάθε μερικότερη πράξη υπεξαιρέσεως, που λαμβάνεται υπόψη, γιατί οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999, που άρχισε να ισχύει ο ν. 2721/1999, δηλαδή είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που δικαιολογεί το χαρακτηρισμό της, ως κακουργήματος, κατά την ουσιαστική δικαστική εκτίμηση του δικαστηρίου, με βάση τις συνθήκες της αγοράς, που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, αλλά και τη μέτρια οικονομική τους κατάσταση (συνταξιούχος αξιωματικός ο πρώτος, τεχνίτης ΟΣΕ ο δεύτερος).
Σημειωτέον δε ότι ακόμη και αν δεν υπήρχε συναυτουργία, με κριτήρια την τότε αξία των αγαθών και τη δική τους μέτρια οικονομική κατάσταση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι και το ποσό των 250.000 δραχμών, που αφαιρούσε καθένας από αυτούς. Παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, υπέρ της εκδοχής του κοινού δόλου συνηγορεί το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ουδόλως, αντέδρασε, όπως έκαναν άλλοι, μέλη της επιτροπής, όταν έβλεπε τον πρώτο κατηγορούμενο να αφαιρεί χρήματα, με τον ως άνω τρόπο, αλλά και το γεγονός ότι προέβησαν διανομή των υπεξαιρεθέντων και δη στις 19-6-1997, μετά την αποχώρηση όλων των μελών της επιτροπής και το κλείδωμα της πόρτας του γραφείου, αυτοί επανήλθαν στο γραφείο, ξεκλείδωσαν την πόρτα, μπήκαν μέσα στο γραφείο, έλεγξαν από το παράθυρο μήπως είναι κανείς έξω και αφού βεβαιώθηκαν ότι είναι ασφαλείς, μοίρασαν τα υπεξαιρεθέντα (βλ.
βιντεοκασέτα αριθμός λήψεως 2 της 19-6-1997). Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της υπεξαιρέσεως (κακουργήματος), από κοινού και κατ' εξακολούθηση, για τα ως άνω ποσά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί σ' αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τη συμμετοχή των αναιρεσειόντων, υπό τη μορφή της συναυτουργίας, δηλαδή τη με κοινό δόλο άμεση και αυτοπρόσωπη σύμπραξή τους στην τέλεση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Η αναφορά εξειδικευμένης δραστηριότητας των αναιρεσειόντων στην παραδοχή της από κοινού πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, δεν ήταν αναγκαία ούτε για τον προαναφερόμενο αναιρετικό έλεγχο ούτε για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Περαιτέρω δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ του ότι το δικαστήριο της ουσίας προσδιορίζει ότι η αξία των επί μέρους υπεξαιρεθέντων χρημάτων και τιμαλφών αντικειμένων, που ανέρχεται σε 500.000 δραχμές κάθε φορά από τις τριάντα συνολικά διενεργηθείσες καταμετρήσεις, είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αφού τούτο κρίνει ανελέγκτως περί του αντικειμένου της πράξεως, κατά το προσδιοριζόμενο ποσό και την εκτίμηση αυτού ως ιδιαίτερα μεγάλου.
Ακόμη περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν χρειάζεται να αιτιολογεί με βάση ποια αποδεικτικά μέσα και με ποια πραγματικά περιστατικά κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων υπερασπίσεως. Τέλος η επικαλούμενη αντίφαση μεταξύ αφενός μεν των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με το ποσό των υπεξαιρεθέντων από τους αναιρεσείοντες χρημάτων και τιμαλφών αντικειμένων, αφετέρου δε της προτάσεως της πολιτικής αγωγής και της μειοψηφούσης γνώμης του δικαστηρίου αλλά και της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας, δεν στερεί την απόφαση αυτή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού αντίφαση, επιφέρουσα τέτοια έλλειψη, νοείται εκείνη που υπάρχει στις παραδοχές της αποφάσεως και αναφέρεται στα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και όχι εκείνη μεταξύ των παραδοχών της αποφάσεως και των προτάσεων της πολιτικής αγωγής ή του περιεχομένου αποδεικτικού μέσου ή ακόμη και της γνώμης της μειοψηφίας, η οποία δεν αποτελεί την απόφαση, αλλ' αντίθετα την τελευταία αποτελεί η γνώμη της πλειοψηφίας, οι παραδοχές της οποίας μόνον ελέγχονται.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Χ και δεύτερος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ζ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου οι υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ως αναγόμενες στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των Χ και Ζ και οι από 17-1-2006 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του τελευταίου, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 5 Μαϊου 2005 αιτήσεις των Χ και Ζ καθώς και τους από 17 Ιανουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους του δεύτερου απ' αυτούς, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 26 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ