Supreme Court dismisses appeal against conviction for moral complicity in false certification due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a criminal conviction for moral complicity in issuing a false certification. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding her intent to deceive the mayor for job benefits, while the court noted the defendant's absence from the hearing. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and that the appellant's arguments regarding lack of specific justification and erroneous application of law were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513(1)(c), 515(1), 515(2)(a) of the Code of Criminal Procedure; Article 242(1) of the Penal Code: An appeal against a criminal judgment is inadmissible if the appellant fails to appear at the Supreme Court hearing after being duly summoned, and the lower court's reasoning on intent and complicity is deemed sufficient without needing to address the principal offender's liability separately.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 953 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 953/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Α. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 11/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Mε πολιτικώς ενάγουσα την Β. Σ. του Ι., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 23 Οκτωβρίου 2015, αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1181/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ’ αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 2015 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα Μ.
Λ. του Αστυνομικού Τμήματος ..., η πολιτικώς ενάγουσα στην κρινόμενη υπόθεση Β. Σ. του Ι. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί στην αρχική δικάσιμο της 5ης Φεβρουαρίου 2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο, πλην όμως αυτή σήμερα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια, αφού εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του Π.Κ., υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικά:
α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι μόνο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί (έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου), ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
γ’ του Π.Κ.. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Π.Κ., γι’ αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, το οποίον έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη για ό,τι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του να είναι δε προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται έναντι πάντων και όχι για εσωτερική υπηρεσία και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Έννομες συνέπειες υπάρχουν όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε δηλαδή το αναφερόμενο στο έγγραφο δεν είναι αληθινό, είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό που έπρεπε να αναφερθεί εφ’ όσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και υπέπεσε στην αντίληψή του.
Ως περιστατικό νοείται το γεγονός και δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτές έχουν έννομες συνέπειες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π.
και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση (και τούτο διότι κατά το άρθρο 48 του Π.Κ. το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω ελλείψεως δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη), υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, πράγμα που δεν συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού όπως προαναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτησή του υποκειμενικά αρκεί και ενδεχόμενος δόλος του δράστη.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η ύπαρξη του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως την εν γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσο δόλο) ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τέτοια όμως πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνει ο νόμος στο έγκλημα του πλημμελήματος της ψευδούς βεβαιώσεως που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 242 παρ. 1 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος ως προς τη γνώση ότι τα είς το δημόσιο έγγραφο βεβαιωθέντα είναι ψευδή.
Περαιτέρω, για την κατά τα ανωτέρω πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κ.λ.π., με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κ.λ.π..
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα οποία καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 11/2015 αποφάσεώς του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ως προς την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση που κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ότι απεδείχθησαν, κατά λέξη, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τις απολογίες των κατηγορουμένων, την ανάγνωση της εκκαλουμένης, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την με αριθμό 1/65Μ/2008 (ΦΕΚ 143/2-4-2008) προκήρυξη του Δήμου Σουφλίου, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 2-4-2008 στο με αριθμό φύλλου 143/2-4-2008 τεύχος προκηρύξεων ΑΣΕΠ, προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση δύο συνολικά θέσεων μόνιμου προσωπικού με σειρά προτεραιότητας των κατηγοριών Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης στο Δήμο Σουφλίου.
Στο κεφάλαιο Γ’ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ (ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΟΥΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΕΩΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ) ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΑΥΤΩΝ, της προκήρυξης, ορίζεται ότι: Ο υποψήφιος με την αίτηση πρέπει να υποβάλει: 12. ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ Για τους υποψήφιους που κάνουν χρήση του πλεονεκτήματος της εντοπιότητας:
Α. ΝΟΜΟΥ α) για την απόδειξη της ιδιότητας του δημότη και μόνιμου κατοίκου Δήμου του Νομού Έβρου, βεβαίωση του Δημάρχου του οικείου Δήμου, β) για την απόδειξη της ιδιότητας του δημότη μη μόνιμου κατοίκου Δήμου του παραπάνω νομού πιστοποιητικό του οικείου Δήμου. Β. ΔΗΜΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΜΕΧΡΙ ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ για την απόδειξη της ιδιότητας του Δήμου Σουφλίου που έχει πληθυσμό μέχρι και δέκα χιλιάδες κατοίκους, για τους υποψηφίους, που κάνουν χρήση του κριτηρίου αυτού, πιστοποιητικό του Δήμου, από το οποίο να προκύπτει η ιδιότητα του δημότη του Δήμου Σουφλίου που έχει πληθυσμό μέχρι και δέκα χιλιάδες κατοίκους, για τους υποψηφίους που κάνουν χρήση του κριτηρίου αυτού, πιστοποιητικό του Δήμου, από το οποίο να προκύπτει η ιδιότητα του δημότη.
Για τις δύο ανωτέρω περιπτώσεις (Α και Β) οι υποψήφιοι που κάνουν χρήση του πλεονεκτήματος της εντοπιότητας πρέπει να συμπληρώσουν τη σχετική ένδειξη στην αίτηση συμμετοχής τους ή να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1599/1986, ότι δέχονται να υπηρετήσουν στη θέση της επιλογής τους επί μια τουλάχιστον δεκαετία.
Οι ίδιοι υποψήφιοι απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3051/2002, να αποσπαστούν, μετατεθούν, μεταταγούν ή μεταφερθούν πριν τη συμπλήρωση δεκαετίας. Επίσης στο Κεφάλαιο Δ’ ΠΡΟΤΑΞΗ ΛΟΓΩ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ορίζεται ότι: α) Δημότες και μόνιμοι κάτοικοι προτάσσονται των λοιπών υποψηφίων, που ανήκουν στον ίδιο πίνακα προσόντων, ανεξάρτητα από το σύνολο των μονάδων που συγκεντρώνουν σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του Ν. 3051/2002 και το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3536/2007 και το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 3613/2007, για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, εφόσον δηλώσουν με δήλωσή τους ότι δεσμεύονται να υπηρετήσουν στις προκηρυσσόμενες θέσεις του Δήμου Σουφλίου, επί δεκαετία τουλάχιστον οι δημότες που είναι και μόνιμοι κάτοικοι δήμων του Νομού Έβρου.
β) Δημότες μη μόνιμοι κάτοικοι δήμων του ανωτέρω νομού, εφόσον επιθυμούν το διορισμό τους στις προκηρυσσόμενες θέσεις του Δήμου Σουφλίου και δεσμεύονται με δήλωσή τους να υπηρετήσουν σε αυτή επί μια τουλάχιστον δεκαετία. Ο τρόπος απόδειξης των ανωτέρω ιδιοτήτων αναφέρεται στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ στο δε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α’ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΕ ΚΑΙ ΤΕ ορίζεται ότι:
Δ. ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ Για τους δημότες Δήμου ή Κοινότητας πληθυσμού μέχρι και δέκα χιλιάδες κατοίκους εφόσον επιθυμούν το διορισμό τους σε θέσεις του Δήμου ή της Κοινότητας του οποίου είναι δημότες ή σε θέσεις δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης ή νομικού προσώπου ή ιδρύματος τους δεσμεύονται να υπηρετήσουν σε αυτές επί μια τουλάχιστον δεκαετία:
ΜΟΝΑΔΕΣ 150. Για την πλήρωση των θέσεων της κατηγορίας ΤΕ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ, υπέβαλε η εγκαλούσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα, Β. Σ., αίτηση συμμετοχής, συνοδευόμενη από όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και τα αποδεικτικά της ιδιότητάς της, ως δημότη και μονίμου κατοίκου του Δήμου Σουφλίου.
Η πρώτη κατηγορουμένη (είναι η εδώ αναιρεσείουσα), που έλαβε μέρος στον ίδιο διαγωνισμό για την πλήρωση θέσεων κατά προτεραιότητα της ίδιας κατηγορίας, συνυπέβαλε με την από 7-5-2008 αίτησή της, την .../6-5-2008 βεβαίωση της Δημάρχου Σουφλίου, στην οποία βεβαίωνε ότι δήθεν η πρώτη κατηγορουμένη Α. Α. ήταν μόνιμος κάτοικος του Δ.Δ. ...
και εν γένει του Δήμου Σουφλίου από τον Οκτώβριο του έτους 2005, με αποτέλεσμα να της χορηγηθεί, η προβλεπόμενη, κατά τα ανωτέρω, προσαύξηση και να καταταγεί στον ΠΙΝΑΚΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ ως 1η επιτυχούσα, για την κατάληψη της μίας ως άνω προκηρυχθείσας θέσης στο Δήμο Σουφλίου, ενώ η πολιτικώς ενάγουσα να καταταγεί ως 2η επιτυχούσα στον ΠΙΝΑΚΑ αυτό, που αναρτήθηκε στις 17-6-2008.
Η τελευταία υπέβαλε την .../4-7-2008 ένσταση προς το ΑΣΕΠ, αμφισβητώντας, με την επίκληση στοιχείων, το κύρος και την αλήθεια του περιεχομένου της υποβληθείσας, κατά τα άνω, .../6-5- 2008 βεβαίωσης της Δημάρχου Σουφλίου , περί της μόνιμης κατοικίας της πρώτης κατηγορουμένης. Η Δήμαρχος Σουφλίου, στην αρμοδιότητα της οποίας υπαγόταν η χορήγηση βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας, δεν βεβαίωσε κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του εδ.
β’ του άρθρου 279 του Ν. 3463/2006, για την ύπαρξη της μόνιμης κατοικίας της εντός της εδαφικής περιφέρειας του οικείου Δήμου επί τη βάσει εγγράφων (αντιγράφων φορολογικών δηλώσεων), από τα οποία θα τεκμαίρετο η ύπαρξη μόνιμης κατοικίας αυτής. Ως εκ τούτου απαιτείτο να προβεί ο ίδιος ο Δήμος σε ενέργειες για τη διακρίβωση του πραγματικού γεγονότος της εγκατάστασης της πρώτης κατηγορουμένης σε οίκημα που είχε καταστεί κέντρο των βιοτικών της δραστηριοτήτων.
Ωστόσο η Δήμαρχος αρκέστηκε για τη χορήγηση της βεβαίωσης στην παρακάτω αναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση και στο από 11-10-2005 μισθωτήριο συμβόλαιο ως πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς περαιτέρω αιτιολόγηση της απόφασής της. Η ως άνω χορήγηση της επίμαχης βεβαίωσης μονίμου κατοικίας, δεν παρίσταται νόμιμη και επαρκής και στηρίχθηκε σε ελλειματική έρευνα της όλης υπόθεσης την οποία κλήθηκε η Δήμαρχος σε επίπεδο υπηρεσιακό να χειρισθεί.
Τούτο διότι, από τα οριζόμενα στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 279 του Ν. 3463/2006 προκύπτει ότι η ιδιότητα του μονίμου κατοίκου αποδεικνύεται κατ’ αρχήν με την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο, απόδειξης λογαριασμού ΔΕΚΟ ή αντιγράφου εκκαθαριστικού της οικείας ΔΟΥ. Μόνο δε στην περίπτωση, κατά την οποία η ως άνω ιδιότητα δεν μπορεί αιτιολογημένως να αποδειχθεί με τα προαναφερθέντα δικαιολογητικά, λαμβάνονται υπόψη άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο.
Ειδικότερα η πρώτη κατηγορουμένη, Α. Α., υπέβαλε την από 29-4-2008 ψευδή υπεύθυνη δήλωση του Α. Π., με την οποία αυτός ισχυριζόταν ότι δήθεν από τις 12-10-2005 μέχρι 29-4-2008 κατοικούσε με τη σύζυγό του (πρώτη κατηγορουμένη) μόνιμα στα .... Έτσι έπεισε, παραπλανώντας ως προς την αλήθεια του υπό βεβαίωση γεγονότος, τη Δήμαρχο Σουφλίου, Α.
Κ., να βεβαιώσει ψευδώς, με την ως άνω ιδιότητά της, στην .../6-5-2008 βεβαίωση ότι δήθεν αυτή ήταν μόνιμη κάτοικος του Δ.Δ. ... και εν γένει του Δήμου Σουφλίου από τον Οκτώβριο του έτους 2005 έως τις 6-5-2008, ενώ το αληθές ήταν ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η πρώτη κατηγορουμένη δεν κατοικούσε μόνιμα στα ....
Επομένως, εφόσον στοιχειοθετείται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά η αποδιδομένη στην πρώτη κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη για την ως άνω πράξη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα, Β. Σ., στις 24-6-2008 ζήτησε από τον τρίτο κατηγορούμενο, Α.
Π., ο οποίος υπηρετούσε πρόσκαιρα σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης και ειδικότερα ως αντιδήμαρχος του Δήμου Σουφλίου, που νομίμως αναπλήρωνε τη Δήμαρχο λόγω απουσίας της, την ανάκληση της επίμαχης βεβαίωσης του Δημάρχου Σουφλίου, υποβάλλοντας και διάφορα έγγραφα, αφού υπενθύμισε ότι η πρώτη κατηγορουμένη δεν είχε προσκομίσει λογαριασμό από οποιαδήποτε Δημόσια Επιχείρηση Κοινής Ωφελείας ούτε εκκαθαριστικό της οικείας ΔΟΥ, από τα οποία θα προέκυπτε η μόνιμη κατοικία της, αλλά μόνο ένα αθεώρητο από την οικεία ΔΟΥ ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και είχε προσκομίσει τετραπλότυπο της ΔΕΗ Σουφλίου ότι η οικία στην οποία εφέρετο ότι κατοικούσε η πρώτη κατηγορουμένη δεν κατοικούνταν, αφού η ένδειξη στο ρολόι της ΔΕΗ ήταν στάσιμη από τις 14-6-2006 και από φωτογραφία προέκυπτε ότι η οικία ήταν ακατοίκητη, ενώ υποδείκνυε και μάρτυρες, οι οποίοι θα επιβεβαίωναν ότι η πρώτη κατηγορουμένη δεν εργάστηκε σε έργο στην περιοχή ..., ούτε κατοικούσε στα ... ...
Ο ως άνω κατηγορούμενος όμως, θέλοντας να εξυπηρετήσει την πρώτη κατηγορούμενη με τη λήψη της προσαύξησης μορίων στο διαγωνισμό πρόσληψης με προτεραιότητα, δεν ανακάλεσε την ως άνω βεβαίωση, που πράγματι εκδόθηκε χωρίς η ιδιότητα της μονίμου κατοίκου να αποδεικνύεται με την υποβολή από την ενδιαφερόμενη απόδειξης λογαριασμού ΔΕΚΟ ή αντιγράφου εκκαθαριστικού της οικείας ΔΟΥ, αλλά και χωρίς την αιτιολόγηση της απόφασης, όπως ρητά απαιτεί η διάταξη 279 του Ν. 3463/2006.
Ενόψει αυτών το ΑΣΕΠ έλαβε υπόψη του την επίμαχη βεβαίωση που αποτελούσε, κατά την προκήρυξη και δεδομένου ότι δεν είχε τυχόν ανακληθεί ή άλλως πως ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, το κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο περί της μόνιμης κατοικίας της πρώτης κατηγορουμένης και απέρριψε την ένσταση. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη με την 1071/30-4-2009 απόφαση του Α’ Τμήματος του ΑΣΕΠ κρίθηκε διοριστέα...".
Στη συνέχεια, το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και αναγνωρίζοντάς της την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. της επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση επί τριετία, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 1η κατηγορουμένη ένοχη του ότι:
Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, ήτοι προκάλεσε σε υπάλληλο στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων την απόφαση να βεβαιώσει σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Συγκεκριμένα, στο Σουφλί Έβρου στις 6-5-2008 ενεργώντας με πειθώ και φορτικότητα και υποβάλλοντας την από 29-4-2008 ψευδή υπεύθυνη δήλωση του τέταρτου κατηγορούμενου Α. Π. του Δ. με την οποία αυτός ισχυρίζονταν ότι δήθεν από τις 12-10-2005 έως 29-4-2008 κατοικούσε με τη σύζυγο του (πρώτη κατηγορουμένη) μόνιμα στα ..., προκάλεσε στη δεύτερη κατηγορούμενη Α.
Κ. του Α. την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς με την ιδιότητα της ως Δήμαρχος ... στην υπ’ αριθ. πρωτ. .../6-5-2008 βεβαίωση ότι δήθεν η πρώτη κατηγορούμενη Α. Α. του Ε. ήταν μόνιμη κάτοικος του Δημοτικού Διαμερίσματος ... και εν γένει του Δήμου Σουφλίου από τον Οκτώβριο έτους 2005 έως τις 6-5-2008,ενώ το αληθές ήταν ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η πρώτη κατηγορούμενη δεν κατοικούσε στα ...".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, που καταδίκασε την αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, των αποδείξεων που το θεμελιώνουν και των συλλογισμών με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και τα μέσα τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και οι λοιπές περιστάσεις τελέσεώς της, ποίο ήταν το ψευδές περιστατικό που βεβαιώθηκε και ποιο ήταν σε αντίθεση μ’ αυτό το αληθές περιστατικό και δεν χρειαζόταν να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος της αναιρεσείουσας να προκαλέσει στη δήμαρχο του Δήμου Σουφλίου την απόφαση να τελέσει αντικειμενικά την ψευδή βεβαίωση, αφού ο δόλος της ενυπάρχει στην από μέρους της τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης και μάλιστα με παραπλάνηση της δημάρχου να εκδώσει την ψευδή βεβαίωση περί του τόπου της μόνιμης κατοικίας της για να επιτύχει αυτή περισσότερα μόρια για την πρόσληψή της σε θέση υπαλλήλου του Δήμου Σουφλίου μέσω του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, το γεγονός δε ότι η δήμαρχος Σουφλίου δεν παραπέμφθηκε και δεν καταδικάστηκε επειδή παραπλανήθηκε για να διαπράξει αντικειμενικά την ψευδή βεβαίωση και δεν είχε δόλο, δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε αποτελεί αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού όπως προαναφέρθηκε το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του Π.Κ., αλλά και περί ελλείψεως νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως της Α. Α. του Ε. και της Ε., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-10-2015, για αναίρεση της 11/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ