Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that contested claims were merely negative assertions rejected by the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the legal representation of the deceased defendant. The appellant argued the lower court erred by accepting his wife's full legal capacity without proof, but the court found these were merely negative assertions rather than substantive facts requiring independent examination. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under the Civil Procedure Code, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8, 10, 1 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD: Appeals based on the lower court failing to consider or considering facts that are merely negative assertions of the claim rather than independent substantive facts are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 953 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 953/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ι. Κ., κατοίκου ..., προσωρινώς διαμένοντος στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. (K. W.), κατοίκου ..., ως δικαστικού συμπαραστάτη της Ε. θυγ. Ι. Κ., τέως συζ. Κ. Ό., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε στις 22-9-2008, την δίκη της οποίας συνεχίζει η μόνη εγγυτέρα συγγενής της Κ. - Α. Ό. του Κ. και Ε., πρώην συζύγου Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καρολίνα - Ζωή Ανδριακοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 159/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προκειμένη δίκη που διακόπηκε βιαίως με τον επελθόντα στις 22-9-2008 θάνατο της αναιρεσιβλήτου Ε. θυγ. Ι. Κ. τέως συζ. Κ. Ό. νόμιμα και παραδεκτά συνεχίζεται με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά από την εξ αδιαθέτου κληρονόμο αυτής ως μόνης εγγυτέρας συγγενούς κατά το χρόνο του θανάτου της Κ. - Α. Ό. του Κ. και Ε. (τέκνο).
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο τη σχετική παραδοχή του για την ιδιότητα του Κ. Β. ως δικαστικού συμπαραστάτη της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης Ε. συζ. Κ. Ό. το γένος Ι. Κ. θεμελίωσε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ. αριθ. 8/4.2005 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Σολλελούντα της Σουηδίας, με την οποία αυτή τέθηκε σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και ο προαναφερθείς ορίστηκε ως δικαστικός συμπαραστάτης της προκειμένου να διαχειρίζεται την περιουσία της και να την εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα στις υποθέσεις της και το οποίο δεδικασμένο αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα με την υπ.
αριθ. 28/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία ειδικότερα αναγνωρίστηκε ότι η υπ. αριθ. 8/4.2005 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Σολλελούντα Σουηδίας, με την οποία η ανωτέρω ετέθη σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και ο Κ. Β. ορίστηκε ως δικαστικός συμπαραστάτης αυτής, παράγει δεδικασμένο ως προς το θέμα αυτό και έχει ισχύ στην Ελλάδα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν δέχθηκε δεδικασμένο κατά παράβαση του νόμου γι' αυτό και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης ως προς το είδος της δικαστικής συμπαράστασης αφού διαλαμβάνεται σ' αυτή η παραδοχή ότι επρόκειτο για πλήρη δικαστική συμπαράσταση και ο προαναφερθείς ορίστηκε δικαστικός συμπαραστάτης προκειμένου να διαχειρίζεται την περιουσία της και να την εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα στις υποθέσεις της.
Επομένως ο δεύτερος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Κατ' ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται κατ' εκτίμηση απαράδεκτο της αγωγής διότι ασκήθηκε χωρίς προηγούμενη άδεια εποπτικού συμβουλίου είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκαν στο Εφετείο τα θεμελιούντα το λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά.
Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κήρυξε την ακυρότητα του πληρεξουσίου και του δωρητηρίου συμβολαίου, στηριζόμενο στο δεδικασμένο από την σουηδική απόφαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος καθόσον κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση αυτής ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Κατ' ακολουθίαν ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι προβληθέντες ισχυρισμοί του εναγομένου- αναιρεσείοντος περί πλήρους διανοητικής ικανότητας της ενάγουσας κατά το χρόνο παροχής προς αυτόν της πληρεξουσιότητας εκ μέρους της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος διότι δεν πρόκειται για πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά για αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, οι οποίοι και αποκρούστηκαν με τη παραδοχή της αγωγής.
Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ όπως ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) μετά τη τροποποίηση της διάταξης με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Επομένως ο όγδοος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη προκειμένη δίκη, η οποία, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, άρχισε με την από 24-5-2005 αγωγή, χωρίς να διατάξει προηγουμένως αποδείξεις με σχετική απόφαση του, αρκεσθέν στις προσκομισθείσες αποδείξεις, είναι απαράδεκτος .
Ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του προσβάλλεται η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.(Ολ.Α.Π. 1/1995.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2008 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της υπ. αριθ. 159/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της Κ. -Α. Ό. του Κ. και Ε. που συνεχίζει τη δίκη ως προς την αποβιώσασα αναιρεσίβλητη Ε. θυγ. Ι. Κ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ