Legislator Case Law & Legislation
952/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds, upholding lower court's rejection of family allowance claim against bankrupt airline.

Case Number 952/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject a family allowance claim against the bankrupt Olympic Airline. The appellant argued the claim was valid, while the lower court found the exercise of the right abusive due to the airline's insolvency and the potential for astronomical costs affecting its survival. The court agreed that the claim would cause excessive economic hardship, violating the principles of good faith and the social purpose of the right, thus confirming the lower court's ruling.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 of the Civil Code; The exercise of a right is considered an abuse of right when it causes excessive hardship to the obligee, violates good faith, and exceeds the social and economic purpose of the right, particularly in cases of insolvency where the claim threatens the entity's survival.

Keywords

AI generated
abuse of right family allowance bankruptcy proceedings good faith principle excessive hardship social purpose of right insolvency impact

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 of the Civil Code
Art. 7 § 2 of Law 1876/1990
Art. 22 § 1 ed. 2 of the Constitution
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 952 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 952/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Προκόπιο Εξαρχάκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" (πρώην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ), τελούσης ήδη υπό εκκαθάριση σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 5716/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με εκκαθαρίστρια την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1170/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1966/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 4-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομικήυπόσταση της επιχειρήσεως του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντοςδικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις,οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμησηεπαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιστάσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο τηςεπίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Tέλος, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έχουσα έντονο χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην άσκηση δικαιώματος που πηγάζει επίσης από διάταξη δημόσιας τάξης ( ΑΠ 1429/2005), όπως είναι και οι διατάξεις νόμων που προβλέπουν την καταβολή στον εργαζόμενο ως αντιπαροχή της εργασίας του νόμιμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα επιδόματα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη στις 23-10-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή αεροσκαφών.

Στις 6-11-1976 παντρεύτηκε με τη ... και από το γάμο τους αυτό απέκτησε ένα τέκνο, που γεννήθηκε στις 21-11-1978. Στις 18-7-1989 η σύζυγος του απεβίωσε και έκτοτε αυτός περιήλθε σε κατάσταση χηρείας. Στις 13-5-2000 τέλεσε νέο γάμο με την .... Παρά το γεγονός ότι η οικογενειακή του κατάσταση ήταν γνωστή στην υπηρεσία του από της προσλήψεως του, η εναγομένη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 11-12-2003 του κατάβαλε μέρος μόνο του οικογενειακού επιδόματος που δικαιούταν και συγκεκριμένα οικογενειακό επίδομα ποσοστού 5% επί των βασικών του αποδοχών.

Το ποσό του επιδόματος αυτού συμπεριλαμβανόταν αναλυτικά στις εκάστοτε εκδιδόμενες μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας, τις οποίες χορηγούσε στο προσωπικό της μαζί με τις αποδοχές τους, με τις οποίες καλούσε εγγράφως τον εργαζόμενο σε περίπτωση που έχει οποιαδήποτε αντίρρηση σχετικά με το ύψος των καταβαλλομένων σ' αυτόν αποδοχών να γνωστοποιήσει εγγράφως τις αντιρρήσεις του στην εναγομένη εντός διμήνου από της λήψεως της αποδείξεως, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν υπάρχει αντίρρηση.

Ο ενάγων καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα , κατά το οποίο ελάμβανε τις μηνιαίες αποδοχές του μαζί με την ανωτέρω απόδειξη κάθε μήνα, δεν προέβη σε καμιά διαμαρτυρία προς την εναγομένη για τη μη λήψη απ' αυτόν πλήρους του ως άνω επιδόματος. Η συμπεριφορά αυτή συνδυαζόμενη με την επί μακρόν αδράνεια του δικαιούχου ενάγοντος ( η πρώτη αγωγή του ασκήθηκε μόλις τον Ιούλιο του 2001), δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει την αξίωση του που απορρέει από την ανωτέρω αιτία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μέχρι σήμερα συγκεκριμένη κατάσταση, η αναδρομική ανατροπή της οποίας θα είναι υπέρμετρα επαχθής οικονομικά για την εναγομένη, η οποία τελεί υπό καθεστώς εξυγιάνσεως και ήδη εμφανίζει αστρονομικό έλλειμμα, δεδομένου μάλιστα ότι το ίδιο επίδομα αξιώνει ένας μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της, που έχει ήδη ασκήσει ή μέλλει να ασκήσει αντίστοιχες αγωγές, με συνέπεια την καταδίκη της ενάγουσας εν συνόλω ποσού τουλάχιστον 3.307.000 ευρώ κατά προσέγγιση.

Η άνω οικονομική επιβάρυνση της εναγομένης θα έχει ως άμεση συνέπεια την χρεοκοπία της και την αδυναμία άσκησης του αερομεταφορικού της έργου. Ενόψει των ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και καθίσταται καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμο σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο αυτή παραπονιούνταν για απόρριψη της ενστάσεως της για κατάχρηση δικαιώματος, στη συνέχεια δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση αυτή και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως απέρριψε την ένδικη αγωγή που είχε ως αντικείμενο την καταβολή διαφοράς οικογενειακού επιδόματος, κατά παραδοχή της άνω ένστασης.

Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τα όσα δέχτηκε και αναφέρονται παραπάνω, η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής θα μπορούσε να προκαλέσει τις προαναφερόμενες δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της και ως εκ τούτου η άσκηση με την ένδικη αγωγή το δικαιώματος του αναιρεσείοντος, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσίβλητη συνέπειες, να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της ανωτέρω διάταξης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ν. 1876/1990, και της αρχής της ισότητας για τις εργασιακές σχέσεις, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 22 § 1 εδ.2 του Συντάγματος, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος είναι καταχρηστική στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής κατά παραδοχή της σχετικής από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1966/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ