Supreme Court partially allows appeal against uncollectible check issuance, quashing conviction for specific acts due to lack of valid complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for issuing uncollectible checks, quashing the judgment regarding specific acts committed in 1997. The court found the lower court erred in applying the statute of limitations and the requirement for a formal complaint, which only applies to the latest holder of the checks. Consequently, the prosecution was declared inadmissible for those specific acts, while the statute of limitations extinguished the liability for other earlier acts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 79(1) Law 5960/1933; Art. 118(1) Penal Code: The right to complain belongs solely to the last holder presenting the check, and the prosecution is inadmissible if no such complaint exists or if the statute of limitations has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 952 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 952/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουάριου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύκαρπο Μανουσαρίδη, για αναίρεση της με αριθμό 52983/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 28/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/72), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε, ενώ, με το εδάφιο γ' αυτής, ορίστηκε ότι, για τις πράξεις έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για τις οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου (4-6-1996), έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δεν δηλώσει ότι επιθυμεί τη συνέχισή της.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφανίσεως της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποίησής του, λόγω της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη.
Η λύση αυτή συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "το δικαίωμα της έγκλησης ανήκει στον άμεσα παθόντα από την αξιόποινη πράξη, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη". Έτσι στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθείς, που δικαιούται και αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, είναι μόνο ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της - που είναι και ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος - αφού αυτός (νόμιμος κομιστής) είναι εκείνος που ζημιώνεται από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής (Ολ.ΑΠ 18/2004, 30/2003).
Αντανακλαστικές συνέπειες στην περιουσία του τρίτου από την αδικοπραξία, εξαιτίας της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεν καθιστούν αυτόν δικαιούχο, αφού αυτός ζημιώνεται εμμέσως. Εξάλλου, από την πιο πάνω διάταξη της παρ. 5 δεν προκύπτει σαφής βούληση του νομοθέτη να επεκτείνει το δικαίωμα εγκλήσεως και στον εξ αναγωγής υπόχρεο προς πληρωμή, ο οποίος έγινε κομιστής της επιταγής, αφού προηγουμένως την εξόφλησε.
Και ναι μεν η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου (από την εξόφληση της επιταγής) ανάγεται αιτιοκρατικά στην έλλειψη κεφαλαίων για την κάλυψη της επιταγής, όμως δεν είναι απότοκη, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, του πιο πάνω εγκλήματος, αλλά της εξ αναγωγής ευθύνης του, η οποία προβλέπεται ειδικά στο νόμο (Ολ.
ΑΠ 18/2004, 30/2003).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, και κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο για παράβαση του άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1932 περί επιταγής, κατ' εξακολούθηση, επέβαλε δε σ' αυτόν φυλάκιση 10 μηνών την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια και χρηματική ποινή 1500 ευρώ, καθ' όσον αφορά τον προβληθέντα, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της έγκλησης που είχε υποβάλει η εταιρεία "Ε.
Η. - ΑΦΟΙ Η. ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ Ο.Ε.", ως προς την επιταγές: 1] με αριθ. ..., ποσού 700.000 δρχ., και 2] με αριθ. ..., ποσού 800.000 δρχ., διότι τελευταίος οπισθογράφος και νόμιμος κομιστής των επιταγών αυτών κατά το χρόνο εμφάνισής τους και βεβαίωσης της μη πληρωμής τους δεν ήταν η άνω εγκαλούσα, αλλά ο Π. Μ. της πρώτης και ο Π.
Κ. της δεύτερης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 52983/04 απόφασή του, ότι η εγκαλούσα εταιρεία "είναι δικαιούχος υποβολής της εν λόγω εγκλήσεως, όσον αφορά τις προαναφερόμενες επιταγές, καθόσον εκ της μη εξοφλήσεώς τους υπέστη περιουσιακή βλάβη, που αιτιοκρατικά ανάγεται στην έλλειψη κεφαλαίων καλύψεως των επιταγών".
Περαιτέρω δε δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 31.12.1996, 31.1.1997, 31.1.1997 και 28.2.1997, εξέδωσε, αντιστοίχως τις επιταγές, με αριθ.: 1] ... ποσού 1.200.000 δρχ., 2] ... ποσού 1.100.000 δρχ., 3] ..., ποσού 700.000 δρχ., και 4] με αριθ. ..., ποσού 800.000 δρχ. εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, οι οποίες καίτοι εμφανίστηκαν εμπροθέσμως από την μηνύτρια [κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως] οι δύο πρώτες, και από τους νόμιμους κομιστές οι λοιπές, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρίσματος.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι νομίμως είχε υποβληθεί η έγκληση από την προαναφερόμενη εγκαλούσα εταιρεία, και καθ' όσον αφορά τις επιταγές με αριθ. ... και ..., αν και η τελευταία δεν ήταν οπισθογράφος και κομίστρια αυτών, και απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον άνω σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου κήρυξε αυτόν ένοχο και καθ' όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση παράβασης του άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 31.1.1997 και 28.2.1997 με την έκδοση και μη πληρωμή των δύο εν λόγω επιταγών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, και 118 παρ. 1 ΠΚ, υπερέβη δε και την εξουσία του, αφού πράγματι δεν υπήρχε νόμιμη έγκληση για τις πράξεις αυτές, και συνεπώς υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε και Η του ΚΠΔ πλημμέλειες που του αποδίδονται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης.
Επομένως, πρέπει, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τις, παραπάνω επίμαχες μερικότερες πράξεις, καθώς και ως προς την επιβληθείσα ποινή, κατ' εφαρμογή δε της διάταξης του άρθρου 517 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για τις δύο παραπάνω μερικότερες πράξεις, με βάση την άνω έγκληση.
ΙΙΙ. Εξάλλου, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ.), οι δε υπόλοιπες μερικότερες πράξεις της χαρακτηριζόμενης στο νόμο ως πλημμέλημα παράβασης του άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1932 περί επιταγής, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων φέρεται ότι τελέστηκαν στις 31.12.1996 και 31.1.1997 με την έκδοση και μη πληρωμή των με αριθ. ... και ..., αντιστοίχως, επιταγών, από το χρόνο δε τελέσεως καθεμιάς μερικότερης πράξης και μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή [άρθρ. 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ]. Επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις μερικότερες αυτές πράξεις κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 52983/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 1] ως προς τις μερικότερες πράξεις της παράβασης του άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 31.1.1997 και 28.2.1997 με την έκδοση και μη πληρωμή των ... και ... επιταγών, και 2] ως προς την επιβληθείσα ποινή.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Α. Κ., για τις παραπάνω μερικότερες πράξεις της παράβασης του άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 κατ' εξακολούθηση, όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στην αναιρούμενη απόφαση. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του πιο πάνω αναιρεσείοντος για τις υπόλοιπες μερικότερες πράξεις της ίδιας πιο πάνω παράβασης του άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 κατ' εξακολούθηση, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 31.12.1996 και 31.1.1997 με την έκδοση και μη πληρωμή των ... και ..., αντιστοίχως, επιταγών, όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στην αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ