Legislator Case Law & Legislation
951/2020 AI generated

Supreme Court annuls first-instance judgment and dismisses lawsuit after plaintiff withdraws appeal against specific defendants.

Case Number 951/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding 15 defendants while the plaintiff withdrew appeals against 37 others. The court held that since the remaining defendants' claims were unlawful, the case should be tried and dismissed by the Supreme Court itself. Consequently, the lawsuit was rejected against these 15 parties, and they were ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a party withdraws an appeal against some defendants but not others, the Supreme Court may annul the judgment against the remaining defendants, try the case itself, and dismiss the claim if it is unlawful, without remitting it to a lower court.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal partial annulment direct trial by Supreme Court dismissal of unlawful claim legal costs allocation Code of Civil Procedure partial withdrawal

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296 and 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of the Municipalities and Communities Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 951 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 951/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Α… ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Α… " και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Δημητροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: (1- 52) , κατοίκων Αθηνών, που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 211/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 5-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου των λόγων της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από την αναίρεση της εκδοθείσης σε βάρος του αποφάσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου.

Η περί της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο της αναίρεσης σχετική δήλωση του αναιρεσείοντος γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του παραιτουμένου, οπότε ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με την από … -2017 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 211/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 436/2016 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους κατωτέρω αναιρεσιβλήτους και συγκεκριμένα 1η, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6η, 8η, 10η, 12η, 13η, 15η, 16η, 18η, 20ο, 21η, 22η, 23η, 27η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33ο, 34ο, 35ο, 37ο, 39ο, 40η, 41η, 42η, 43η, 44η, 45η, 46η, 47η, 49ο και 50ο, η ως άνω δε δήλωση παραίτησης επιδόθηκε σ' αυτούς νομίμως μετά από έγγραφη παραγγελία της δικηγόρου Αθηνών Ευγενίας Δημητροπούλου, ως πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος δυνάμει του υπ' αριθ.

… /… -2017 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Κωνσταντίνου Καρτερολιώτου, όπως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες υπ' αριθ. 1626/4-4-2017, 1623/4-4-2017, 1624/4-4-2017, 1638/4-4-2017, 1633/4-4-2017, 1644/4-4-2017, 1642/4-4-2017, 1619/4-4-2017, 1630/4-4-2017, 1657/5-4-2017, 1634/4-4-2017, 1627/4-4-2017,1648/4-4-2017, 1625/4-4-2017, 1636/4-4-2017, 1622/4-4-2017, 1656/5-4-2017, 1618/4-4-2017, 1651/4-4-2017, 1643/4-4-2017, 1620/4-4-2017, 1641/4-4-2017, 1645/4-4-2017, 1639/4-4-2017, 1635/4-4-2017, 1650/4-4-2017, 1628/4-4-2017, 1647/4-4-2017, 1640/4-4-2017, 1632/4-4-2017, 1649/4-4-2017, 1631/4-4-2017, 1637/4-4-2017, 1646/4-4-2017, 1652/4-4-2017, 1621/4-4-2017 και 1629/4-4-2017 εκθέσεις επιδόσεως, αντίστοιχα, του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Α… Χ… Επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, η αναίρεση πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 4, 576 παρ.1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν με την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1061/2010).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1 και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του τυχόν απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον για τους 7η, 9ο, 11η, 14ο, 17η, 19η, 24η, 25η, 26η, 28ο, 36η, 38ο, 48ο, 51ο και 52η, αναιρεσιβλήτους υπ' αριθ. 2712/10-7-2018, 2703/9-7-2018, 2701/9-7-2018, 2717/11-7-2018, 2711/10-7-2018, 2705/9-7-2018, 2702/9-7-2018, 2704/9-7-2018, 2719/12-7-2018, 2715/11-7-2018, 2716/11-7-2018, 2708/10-7-2018, 2707/10-7-2018 και 2720/12-7-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Α… Χ… Κ… για τους 7η, 9ο, 11η, 14ο, 17η, 24η, 25η, 26η, 28ο, 36η, 38ο, 48ο, 51ο και 52η αναιρεσίβλητους αντίστοιχα και από την υπ' αριθ. 6813Δ/12-7-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Κώ Σ… Π… για την 19η αναιρεσίβλητη, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 211/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, το οποίο προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 71 την δικάσιμο της 6-11-2018, κατά την οποία οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (άρθ. 122 - παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ.

α, 128 παρ. 1-3, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-9-2019, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία oι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι όφειλαν να παραστούν χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.

Όμως οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.

α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.

α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.

και πειθαρχικά. Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ανωτέρω 15 και ήδη απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι προσελήφθησαν από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Α… ", του οποίου το ήδη αναιρεσείον τυγχάνει καθολικός διάδοχος, με συμβάσεις έργου και συγκεκριμένα η Χ… Κ… την 16-1-2006, ο Δ… Λ… την 1-9-2006, η 'Ά… Μ… την 1-11-2007, ο Α… Χ… την 1-11-2007, η Γ… Θ… την 1-9-2006, η Ν… Π….

την 26-7-2007, η Μ… Φ… την 8-1-2004, η Γ… Σ… την 17-7-2006, η Ι… Λ… την 7-10-2008, ο Γ… Κ. την 1-11-2007, η Μ… Β… την 1-1-2005, ο Η… Σ… την 1-9-2006, ο Ε… Κ…. την 17-7-2006, ο Δ… Μ…. την 1-9-2008 και η Μ… Π… την 8-1-2004, μετά δε την λήξη των συμβάσεων αυτών, δυνάμει αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου, απασχολήθηκαν με την αναφερόμενη για τον κάθε ένα ειδικότητα στην υπηρεσία του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, μέχρι την 27-8-10, 28-10-10, 7-12-10, 27-8-10, 30-4-10, 31-8-10, 31-8-10, 31-8-10, 28-10-10, 7-12-10, 31-8-10, 28-10-10, 31-8-10, 7-10-10, 31-8-10 αντίστοιχα.

Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν εξ αρχής τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε με την αγωγή τους αυτή να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα και στην ίδια θέση που απασχολήθηκαν μέχρι τις προαναφερθείσες ημερομηνίες και να καταβάλει στον κάθε ένα τις προβλεπόμενες από το νόμο αποδοχές.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε την εν λόγω αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και αφού αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες-ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε αυτό να τους απασχολεί στις θέσεις που απασχολούντο μέχρι την λήξη της τελευταίας συμβάσεως καθενός εξ αυτών και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "...... ότι δυνάμει των ανωτέρω επίδικων συμβάσεων, οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους καθημερινά στο εναγόμενο κατά πλήρες ωράριο καθορισμένο από την υπηρεσία τους, ήτοι επί 7,5 ώρες ημερησίως, και επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, αλλά και κάποια Σάββατα ή Κυριακές.

Μετά τη λήξη των τελευταίων διαδοχικών συμβάσεων, η οποία έλαβε χώρα κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες για καθέναν από τους ενάγοντες, δεν καταρτίσθηκαν άλλες συμβάσεις μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, το δε τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτών (εναγόντων). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες για την παροχή της εργασίας τους τελούσαν σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το εναγόμενο.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του εναγομένου να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της από τους ενάγοντες και με την υποχρέωση των τελευταίων να συμμορφώνονται στις αναγκαίες εντολές και οδηγίες του. Επομένως, οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες, ονομάστηκαν "κατ' επίφαση" συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθόσον στην πραγματικότητα αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Άλλωστε, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει μια σχέση, κατά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της, ως "σχέση εξαρτημένης εργασίας" μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και, ιδίως, με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα ή το όνομα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη σχέση που τα συνδέει.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από το εναγόμενο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, πάγιας και διαρκούς προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του.

Δηλαδή οι ενάγοντες, απασχολούμενοι με τα υπηρεσιακά καθήκοντά τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων, υπό τις εντολές και οδηγίες του τελευταίου και των αρμοδίων οργάνων του, και ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται σε αυτά, δεχόμενοι τον έλεγχό τους για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας τους, και να προσέρχονται στα καθήκοντά τους καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου.

Επιπροσθέτως, το εναγόμενο αποσκοπούσε σε αυτή καθεαυτή την απασχόληση των εναγόντων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του, δεδομένου ότι το μόνιμο προσωπικό του δεν επαρκεί για την κάλυψη αυτών. Όσα, δε, ισχυρίζεται το εναγόμενο με τις προτάσεις του και καταθέτει ενόρκως η ανωτέρω μάρτυράς του στο ακροατήριο, ότι "δεν υπήρχαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες επειδή κάθε φορά οι εκδηλώσεις δεν ήταν οι ίδιες", αναιρούνται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, το Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου εκτιμώντας το είδος και τη φύση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, τα οποία ήταν συναρτημένα με τις συνήθεις και τρέχουσες ανάγκες του εναγομένου, καθόσον συνίσταντο σε εργασίες παρόμοια με αυτές που εκτελούν διοικητικοί υπάλληλοι στις διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες, στην παρακολούθηση και επίβλεψη τεχνικών έργων, στη συντήρηση και επισκευή κτιριακών εγκαταστάσεων, στη διακίνηση και αποστολή εγγράφων, στη διοργάνωση εκθέσεων στη Δημοτική Πινακοθήκη και στα Μουσεία κλπ.

Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιπρόσθετα, δεν επιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση της διάταξης του άρθρ. 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η εργασία των εναγόντων παρεχόταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, και εφόσον στην πραγματικότητα οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς, δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος για την ανανέωση των "ορισμένου χρόνου" συμβάσεων ή σχέσεών τους.

Τέτοια, δε, χωρίς αντικειμενικό λόγο, ανανέωση συνιστά κατάχρηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 5 ΠΔ 164/2004, καθόσον, εκτός του ότι συνήφθησαν πολλές διαδοχικές συμβάσεις χωρίς αντικειμενικό λόγο, η συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε τους 24 μήνες για κάθε ενάγοντα. Εφόσον, λοιπόν, δυνάμει των προαναφερομένων διατάξεων, ακόμη και κατά την έννοια του ΠΔ 164/2004, σημειώθηκε για τους ενάγοντες κατάχρηση, πρέπει αυτή να εξαλειφθεί.

Για την εξάλειψη της κατάχρησης αυτής, στην περίπτωση που αυτή λάβει χώρα παρά τις σχετικές απαγορεύσεις, δεν επαρκούν οι προβλεπόμενες στο άρθρ. 7 ΠΔ 164/2004 έννομες συνέπειες - κυρώσεις, αλλά θα πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να τύχει εφαρμογής και το άρθρ. 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, χωρίς την εφαρμογή του οποίου, ελλείψει άλλου αποτελεσματικού προς τούτο μέτρου, δεν είναι δυνατή η εν λόγω εξάλειψη.

Όσα, δε, ισχυρίζεται το εναγόμενο με τις προτάσεις του ότι σε περίπτωση που οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας οι επίδικες συμβάσεις τους θα ήταν αυτοδικαίως άκυρες και ότι δεν επιτρέπεται η μετατροπή των επίδικων συμβάσεων σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει να απορριφθούν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.....".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1994, 8 του ν.2112/1920, 281 και 671 ΑΚ, 25 παρ. 1, 3 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και τις ρήτρες 4 και 5 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Τούτο διότι, εφόσον η κατάρτιση των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα στις 16-1-2006 (για την 7η), στις 1-9-2006 (για τους 9ο, 17η, 38ο και 51ο), στις 1-11-2007 (για τους 11η, 14ο, 28ο), στις 26-7-2007 (για την 19η), στις 8-1-2004 (για την 24η), στις 17-7-2006 (για τους 25η και 48ο) στις 7-10-2008 (για την 26η), στις 1-1-2005 (για την 36η) και στις 8-1-2004 (για την 52η), έστω και αν κάλυπταν οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και συνακόλουθα ότι τα διάδικα μέρη συνδέονται με τέτοιου είδους σύμβαση.

Εξ άλλου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμπίπτουν ούτε στις μεταβιβαστικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, εφόσον αυτοί (πλην της 24ης και της 52ης) προσλήφθηκαν για πρώτη φορά μετά τη θέση σε ισχύ του π.δ. 164/2004 και οι 24η και 52η, που προσλήφθηκαν στις 8-1-2004, δεν είχαν συμπληρώσει μέχρι τις 19-7-2004 (έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004) συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης με ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.

Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να την παραπέμψει για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων αναιρεσίβλητων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να δικασθεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως θα καθορισθούν μειωμένα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν.3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναιρεσίβλητους Α… (σύνολο 37).. .

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 211/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 436/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, δηλαδή τους Χ… (σύνολο 15)…

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 6-5-2011 και με αριθμό κατάθεσης 82532/2663/2011 αγωγής αυτών.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους. Και

Καταδικάζει αυτούς στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ