Legislator Case Law & Legislation
951/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court properly considered all evidence.

Case Number 951/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Third Instance Court of Thrace's final judgment. The appellant argued the lower court failed to consider specific prior decisions regarding alleged misconduct by bank employees, but the court found these documents were indeed reviewed. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 577(3), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to consider evidence or documents that the parties submitted and which were relevant to the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility consideration of evidence legal costs award consumer protection tort liability procedural review unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 298 of the Civil Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 951 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 951/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Φράγκου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε." και ήδη "ATTICA BANK A.T.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 18-4-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 54/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η οποία απέρριψε την από 8-4-2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το οποίο είχε απορρίψει την από 13- 8-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε αποζημίωση, επικαλούμενος αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της σε βάρος του, καθώς και παράβαση εκ μέρους της των διατάξεων του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρί ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Συνεπώς για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ897/2012).

Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα.

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης δεν εκταμιεύτηκε το ποσό της από 9-5-2007 σύμβασης δανειοδότησής του εκ μέρους της, σύμφωνα με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο θα εγγυάτο το δάνειο αυτό κατά ποσοστό 80% και αυτή θα συναινούσε στην εξάλειψη μερικών από τις εμπράγματες ασφάλειες επί των ακινήτων ιδιοκτησίας του, που είχαν εγγραφεί προς εξασφάλισή των απαιτήσεών της από παλαιότερη μεταξύ τους σύμβαση δανείου με αλληλόχρεο λογαριασμό, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι οι άνω προστηθέντες της αναιρεσίβλητης, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, δεν προέβησαν στην υλοποίηση της σύμβασης, αλλά στις 3-7-2007 κατήγγειλαν αυτή, με αποτέλεσμα να μην εξαλειφθούν οι άνω εμπράγματες ασφάλειες επί των ακινήτων του, αυτός να μη μπορέσει να εκμεταλλευτεί αυτά, προκειμένου να εξοφλήσει τα χρέη του και επιπλέον να καταρρεύσει η επιχείρησή του, που είχε ως αντικείμενο εργασιών την περισυλλογή και επεξεργασία ανακυκλώσιμων υλικών και έτσι να υποστεί ζημία.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλλει, πέραν άλλων, το ποσό των 515.000,00€ ως αποζημίωση για διαφυγόντα ισόποσα κέρδη, που θα αποκόμιζε με βεβαιότητα από την επιχείρησή του, κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω αντισυμβατική και εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών ηθών συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών υπολογίζεται στην ένδικη αγωγή με βάση τη μελέτη βιωσιμότητας της επιχείρησής του, που υπέβαλε για την υπαγωγή του στη ρύθμιση των οφειλών του προς την αναιρεσίβλητη με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αναφέροντας, ότι, ενόψει των περιλαμβανομένων σ' αυτή παραγγελιών των πελατών του προς εκτέλεση και της υπάρχουσας πρώτης ύλης, αυτός θα ποριζόταν με τη μορφή καθαρών ταμειακών ροών για το έτος 2007 το ποσό των 120.000,006, για το έτος 2008 το ποσό των 165.00,006 και για το έτος 2009 το ποσό των 230.000,00€ και συνολικά το ποσό των 515.000,006.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών του αναιρεσείοντος κρίθηκε αόριστο και απορριπτέο. Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι στην ένδικη αγωγή "ουδόλως περιέχονται στο δικόγραφο της τα απαραίτητα ...

στοιχεία και ειδικότερα παραλείπεται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, του ενάγοντος για τα έτη 2007, 2008 και 2009 και δεν αρκεί η αναφορά για ετήσιες εισοδηματικές ροές στην επιχείρηση του ενάγοντος ανερχόμενες στο αιτούμενο αντίστοιχο για κάθε έτος κονδύλιο, ούτε και η προσάρτηση στο κρινόμενο δικόγραφο της μελέτης βιωσιμότητας της επιχείρησης του ενάγοντος".

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας κατά το αίτημά της το σχετικό με την αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη του, απαιτώντας η απόφαση για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ναι μεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή τα καθαρά ετήσια έσοδα που προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχει με βεβαιότητα κατά το επίδικο διάστημα ο αναιρεσείων από τη λειτουργία της επιχείρησης του, όμως τα έσοδα αυτά δεν εξειδικεύονται με αναφορά των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανά τα κέρδη, καθόσον η αναφορά και μόνο στην ενσωματωμένη στην αγωγή έκθεση βιωσιμότητας της επιχείρησής του, όπου περιγράφονται κατά γενικό τρόπο ο ετήσιος κύκλος εργασιών, το ετήσιο κόστος των πωληθέντων, το μικτό κέρδος και το κέρδος προ φόρων και αποσβέσεων, το οποίο και αποτελεί το αιτούμενο ετήσιο κατά την αγωγή διαφυγόν κέρδος, δεν αρκεί για τον προσδιορισμό των άνω απαιτουμένων στοιχείων για το ορισμένο των κονδυλίων του διαφυγόντος κέρδους.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα, που υποστηρίζονται με τον υπό στοιχ. (Β1) λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 495/2013).

Έτσι ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 11/2Θ11 ΑΠ 486/2012, ΑΠ 568/2013).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων διατηρούσε στη βιομηχανική περιοχή της Κομοτηνής ατομική επιχείρηση περισυλλογής, διαλογής, καθαρισμού και ανακύκλωσης γυαλιού και για τις ανάγκες χρηματοδότησής της συνήψε με την εναγομένη τραπεζική εταιρία την με αριθ. ...1999 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 11.000.000 δρχ., το οποίο αυξήθηκε στη συνέχεια, δυνάμει των αριθ. ...1/21-11-2000 και ...2/12-10- 2001 πρόσθετων συμβάσεων, σε 20.000.000 δρχ.

και 35.000.000 δρχ. και ήδη 102.714,6 ευρώ αντίστοιχα. Προς εξασφάλιση της προερχόμενης από την παραπάνω πίστωση απαίτησης η εναγομένη τραπεζική εταιρία επιβάρυνε με Α' προσημείωση υποθήκης για το συνολικό ποσό των 90.975,79 ευρώ δύο ακίνητα, συνολικής έκτασης 2.427,5 τμ, κυριότητας του ενάγοντος, δυνάμει των 242/1999 και 757/2001 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης αντίστοιχα.

Τη σύμβαση αυτή κατήγγειλε η εναγομένη στις 2.2.2004 και έκλεισε τον ανοικτό λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε κατά την ως άνω ημεροχρονολογία χρεωστικό κατάλοιπο 71.163,57 ευρώ και για το παραπάνω ποσό, εκδόθηκε μετά από σχετική αίτησή της η αριθ. 11/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης σε βάρος του ενάγοντος, δυνάμει της οποίας τράπηκαν σε υποθήκες οι ως άνω προσημειώσεις επί των ακινήτων.

Στις 5-5-2005 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα αντίγραφο από απόγραφο της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή ποσού 82.267,85 ευρώ και στη συνέχεια προέβη στην κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του, δυνάμει της αριθ. ...24-11-2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης Θ.

Κ., πλην όμως δεν διενεργήθηκε πλειστηριασμός, ενώ με την 37/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον ενάγοντα ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής. Στη συνέχεια η εναγομένη τραπεζική εταιρία προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, που είχαν στο μεταξύ αυξηθεί, ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, που τράπηκε σε υποθήκη για το ποσό των 60.000 ευρώ σε οκτώ αγρούς, καθώς και δύο αστικά ακίνητα (οικόπεδο και ποσοστό οικοπέδου) κυριότητας του ενάγοντα.

Στις 19-4- 2006 εκδόθηκε η αριθ. 2/19605/0025/19-4-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με θέμα "παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τη ρύθμιση οφειλών δανείων βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου", με την οποία δόθηκε η δυνατότητα για ρύθμιση με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου των υφιστάμενων μέχρι τις 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, που προέρχονται από δάνεια και πιστώσεις, που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης στις αναφερόμενες κατηγορίες επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και της επιχείρησης του ενάγοντος.

Στην ως άνω απόφαση ρητά αναφέρεται ότι το προϊόν της ρύθμισης αποτελεί νέο δάνειο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι τόκοι του α' εξαμήνου του έτους 2006 και το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2008 και την τελευταία την 31.12.2016, οι τόκοι δε της περιόδου χάριτος κεφαλοποιούνται την 31.12. 2007.

Κατόπιν σχετικής αίτησης του ενάγοντος το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου κατά την 11η συνεδρίασή του της 1ης-11-2006 ενέκρινε την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την υφιστάμενη στην εναγομένη οφειλή του ενάγοντος (βλ. την από 13-11-2006 απαντητική επιστολή της Προϊσταμένης της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών).

Στις 9.5.2007 οι διάδικοι στα πλαίσια της ως άνω υπουργικής απόφασης υπέγραψαν την τιτλοφορούμενη : "Πρόσθετο σύμφωνο της με αριθμό ...10-5-1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των αυξήσεων αυτής ...1/21-11-2000 και ...2/12- 10-2001 για ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών σύμφωνα με την ΑΠ 2/19605/19-4-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών".

Στον 3δ' όρο της ως άνω σύμβασης περιλήφθηκε διάταξη σύμφωνα με την οποία "Ο πιστούχος υποχρεούται να προσκομίσει πιστοποιητικό, φορολογικής ενημερότητας από σχετική ρύθμιση οφειλών του προς το Ελληνικό Δημόσιο, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος, σε αντίθετη περίπτωση η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας, του παρόντος".

Ο ανωτέρω όρος δεν αποτελεί κατάχρηση της εξουσίας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, καθόσον η προσκόμιση του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας αποτελούσε υποχρέωση, οριζόμενη από την αριθ. ΥΑ 1109793/6134-11/0016 του Υπουργού Οικονομικών, στο άρθρο 1 παρ. 2 της οποίας ορίζεται ότι "Καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για τη σύναψη και ανανέωση συμβάσεων δανείων, πιστώσεων και χρηματοδοτήσεων γενικά με τις αναγνωρισμένες στην Ελλάδα Τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, εφ' όσον χορηγούνται με την εγγύηση του Δημοσίου, εκτός από εκείνες που χορηγούνται για αποκατάσταση ζημιών που προέρχονται από έκτακτα γεγονότα".

Οι υπάλληλοι της εναγομένης, που στην προκειμένη περίπτωση είχε συμφέρον για την επιτυχή έκβαση της δανειοδοτικής σύμβασης με εγγυημένο από το Ελληνικό Δημόσιο κεφάλαιο, ενήργησαν νόμιμα στα πλαίσια των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες της εργοδότριάς τους και δεν προέκυψε αντίθεση της συμπεριφοράς τους στο γενικότερο πνεύμα δικαίου και στις επιταγές της εννόμου τάξεως, αλλά αντίθετα έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας, προκειμένου να διαφυλάξουν τη σχέση εμπιστοσύνης με το δανειολήπτη ενάγοντα, διότι, ενώ από τη ρητή διατύπωση της ως άνω Υ.Α.

καθίσταται σαφές ότι το αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας απαιτείται να προσκομίζεται πριν από τη σύναψη συμβάσεων δανείων με την εγγύηση του Δημοσίου, ωστόσο με τη σύμβαση παρείχαν στον εναγόμενο προθεσμία ενός μήνα από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, προκειμένου να προσκομίσει σχετική ρύθμιση οφειλών του προς το Ελληνικό Δημόσιο, τηρώντας το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης για την αρνητική περίπτωση μη προσκόμισής του, ώστε εύλογα δεν απέστειλαν την υπογραφείσα σύμβαση, προς έγκριση στην 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, για την υλοποίηση της δανειοδότησης.

Ακόμη, με την προσθήκη του ως άνω όρου δεν παραβιάστηκε η θεμελιούμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, καθόσον η ως άνω υποχρέωση προσκόμισης του σχετικού πιστοποιητικού έχει τεθεί για την προστασία του συμφέροντος του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυάται την πληρωμή ποσοστού 80 % της χρηματοδότησης και στην περίπτωση που δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, οι υπάλληλοι της εναγομένης θα είχαν ενεργήσει, κατά παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, παραλείποντας να απαιτήσουν τα νόμιμα προαπαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα από τον ενάγοντα και θα αποκρούονταν η έγκρισή του από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία, ενώ θα ελέγχονταν οι υπάλληλοι της εναγομένης για την παράλειψη τους, ώστε δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωσή του και τέθηκε αυτή σκόπιμα από τους προστηθέντες της εναγομένης με σκοπό βλάβης του.

Με την υπ' αριθ. 631/2009 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θράκης, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η ως άνω σύμβαση αποτελεί νέα σύμβαση δανείου με βάση την προαναφερόμενη ΚΥΑ, που θέλησε να διευκολύνει τους επιχειρηματίες, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, να λειτουργήσουν βιώσιμες επιχειρήσεις με απαλλαγή τους από τις οικονομικές υποχρεώσεις, που είχαν διαμορφωθεί με βάση τις υφιστάμενες πιστωτικές συμβάσεις με τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα και ότι ο επίμαχος όρος για την προσκόμιση του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας παρείχε δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης στην εναγομένη.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης έθεσαν τον όρο προσκόμισης του σχετικού πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας μόνον στην επίδικη σύμβαση με τον ενάγοντα, προς δυσμενή, άνιση μεταχείρισή του και με σκοπό βλάβης του, διότι στις λοιπές προσκομιζόμενες από τον τελευταίο συμβάσεις με άλλους δανειολήπτες οι τελευταίοι είχαν προσκομίσει το σχετικό πιστοποιητικό, όπως ο νόμος ορίζει, πριν από την υπογραφή των συμβάσεων με την εναγομένη.

Αλλά και ούτε προσωπική αντιδικία ή έχθρα αποδείχθηκε ότι διατηρούσε κάποιος από τους υπαλλήλους της εναγομένης με τον ενάγοντα, ενώ αντιθέτως ο ενάγων προέβη σε πλήθος μηνύσεων κατά των υπαλλήλων της, χωρίς μέχρι σήμερα να καταδικαστεί κάποιος από αυτούς για αδίκημα τελεσθέν σε βάρος του ενάγοντος σχετικό με την υπηρεσία του στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, τόσον, κατά την κατάρτιση της από 9-5-2007 σύμβασης δανείου, μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος υπό την εγγύηση του Δημοσίου, στα πλαίσια της υπ' αριθ. 2/19605/0025/19-4-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όσο και κατά την καταγγελία αυτής, δεν επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος αυτού, αλλά ότι ενήργησαν νόμιμα στα πλαίσια των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες της εργοδότριάς τους, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας για τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με το δανειολήπτη.

Ειδικότερα δέχτηκε, ότι η υποχρέωση του αναιρεσείοντος για την προσκόμιση εκ μέρους του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας για τα χρέη του προς το Δημόσιο, προκειμένου να καταρτισθεί η ένδικη σύμβαση δανείου υπό την εγγύηση του Δημοσίου, προβλεπόταν από την, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, εκδοθείσα ΥΑ με αριθ. 1109793/6134-11/0016/1999 (ΦΕΚ Β 2134/1999), που ίσχυε τότε και δεν ήταν παράνομη, αυθαίρετη και καταχρηστική απαίτηση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης με σκοπό βλάβης του, ότι αυτοί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, προκειμένου αυτός να ρυθμίσει τις οφειλές του και να προσκομίσει στη συνέχεια το άνω αποδεικτικό, του παρείχαν, με όρο της σύμβασης, τη δυνατότητα να το προσκομίσει εντός μηνός και ότι προέβησαν σε καταγγελία της σύμβασης, όπως είχαν δικαίωμα, επειδή ακριβώς δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή του αυτή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή αυτού κατά της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298,330, 914 επ. ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 , με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και πρέπει ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχ. (Α) και ο δεύτερος λόγος αυτής υπό στοιχ. (Β2) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 (και όχι 560) του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι, εξάλλου, λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Η αιτίαση δε, ότι δεν λήφθηκε υπόψη αποδεικτικό μέσο, απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχ (Γ) λόγο αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 18/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, καθώς και την υπ' αριθ. 631/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο την υπ' αριθ. 618/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την οποία ρητώς αναφέρει, όσο και την υπ' αριθ. 18/2008 απόφαση του Πρωτοδικείου Ροδόπης, την οποία, ναι μεν δεν αναφέρει ρητώς, πλην όμως τούτο προκύπτει από τη διαβεβαίωσή της, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της, δεδομένου, ότι η παραπάνω υπ' αριθ. 618/2009 απόφαση του Εφετείου, που την έλαβε υπόψη, εκδόθηκε επί έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της άνω υπ' αριθ. 18/2008 πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια με αυτή (η υπ' αριθ. 618/2009 εφετειακή απόφαση).

Κατ' ακολουθίαν, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από όλα τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

Πρέπει δε να λεχθεί, ότι η παροχή στον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθ. 121/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν.3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή ( ΑΠ 1404/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012, ΑΠ 1419/2000).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-4-2017 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 54/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ