Legislator Case Law & Legislation
951/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of substantive legal violation in land title dispute.

Case Number 951/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that corrected land registry errors to recognize the private individual's full ownership. The State argued the second-instance court violated Ottoman land laws and subsequent Greek statutes regarding property rights, but the court found no substantive legal error. Consequently, the appeal was rejected as legally unfounded, and the State was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 22 of Law 3693/1957: An appeal is inadmissible if the alleged violation of substantive law is not substantiated by the facts and legal reasoning presented in the contested decision.

Keywords

AI generated
substantive law violation land registry correction Ottoman land laws property title dispute inadmissible appeal legal costs award registry error rectification

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 951 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 951/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή -εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγνή Κανδύλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 20/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 20-4-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο από τον αρ. 1 του άνω άρθρου του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στην κατ’ αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ως εκ της παραβιάσεως των άρθρ. 1-3 και 78 του οθωμανικού νόμου περί γαιών σε συνδυασμό με άρθρ. 2 §. 3-4 ν. 147/1914, (όπως συμπληρώθηκε με άρθρ. 9ν. 262/1914, εν σχέσει προς την διατήρηση των διατάξεων του οθωμανικού δικαίου στις νέες χώρες, καθόσον αφορά στην ρύθμιση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως και την εφεξής κατάρτιση σε αυτές των δικαιοπραξιών συμφώνως προς τους ελληνικούς νόμους) και άρθρ. 7 ν.

ΔΡΑΔ/1913, (ο οποίος κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόσθηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικώς από 6-10-1912), άρθρ. 2 του Δ/τος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (που κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 και οι διατάξεις του επαναλήφθηκαν στις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρ. 49 επ. ν. 2052/1920, νομοθετήματα κατά τα οποία στους έχοντες επί δημοσίων γαιών ("αρζί μιρί") δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ") είχε παρασχεθεί επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησιακό δικαίωμα, με ιδανικό συγκύριο το Ελληνικό Δημόσιο επί του εναπομείναντος 1/5) και άρθρ. 101 - 104 του Δ/τος της 11/12.11.1929, (όπως τροποποιήθηκαν με άρθρ. 17, 18, 19 του ν. 1540/1938), κατά τα οποία στους ιδιοκτήτες, κατά τα ως άνω, των 4/5, παραχωρήθηκε και το προαναφερόμενο 1/5 και έτσι συντελέσθηκε η ολοκλήρωση της ιδιοκτησιακής κατοχυρώσεώς τους.

Το αναιρεσείον υποστηρίζει και καταλογίζει ειδικότερα, ότι, αν το Εφετείο ορθώς ερμήνευε και εφήρμοζε τις προειπωθείσες ουσιαστικές διατάξεις θα έπρεπε να δεχθεί, ότι η προσκομισθείσα από τον αναιρεσίβλητο ενώπιον αμφοτέρων των δικαστηρίων της ουσίας με ημερομηνία 4 Ιουνίου 1323 (καθ’ ημάς 1907) "Προσωρινή Απόδειξη" του Οθωμανικού Κτηματολογίου, η οποία καταχωρήθηκε στο Τουρκικό Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, στον τόμο 61, φύλλο 18, με αύξοντα ..., τον μήνα Ιούνιο στους Εγίρας 1323 (καθ’ ημάς 1907), με αιτία "παραχώρηση διά δημοπρασίας", δεν συνιστά τίτλο παραχώρησης ("τοπίο") διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ") δημόσιας γαίας κατ’ άρθρ. 3 του ΟθΝπΓ, όπως εντελώς εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εξομοιώσασα το εν λόγω έγγραφο με τίτλο παραχώρησης δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ") επί δημόσιας γαίας.

‘ Ετι ειδικότερα, η προσκομισθείσα, ως άνω, προσωρινή απόδειξη: Αφενός αναφέρεται ρητώς, όπως προκύπτει από το σώμα αυτής, σε αγορά γαίας καθαράς ιδιοκτησίας και όχι σε παραχώρηση δικαιώματος τεσσαρούφ σε δημόσια γαία κατά τα οθωμανικό δίκαιο. Αφετέρου, δεν προσδιορίζει το είδος της παραχωρούμενης χρήσεως του ακινήτου στην δικαιοπάροχο (γιαγιά) του αναιρεσιβλήτου (λόγου χάριν, αν επρόκειτο να ξηλεύεται ή αν επρόκειτο περί δημοσίας γαίας με την μορφή δάσους ή αν συνηρτάτο με καλλιέργεια, ή αν επρόκειτο περί αγρού).

Εκ τρίτου, στο σώμα αυτής μνημονεύεται ρητώς ότι, "...εδόθη η παρούσα προσωρινή απόδειξης του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου μέχρι της εκδόσεως του οριστικού τίτλου...", ώστε να μη καταλείπτεται ούτε η ελάχιστη αμφιβολία ότι η εν λόγω "Προσωρινή Απόδειξη" δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση οριστικό τίτλο παραχώρησης δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης όπως εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραβλέψασα το γεγονός ότι οριστικός τίτλος για το επίδικο γεωτεμάχιο δεν εκδόθηκε ποτέ.

ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 339 και 395 Κ.Πολ.Δ.), μερικά εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 § 2 και 457 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο με αριθμό ΚΑΕΚ ..., είναι ένα γεωτεμάχιο, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 1-2-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Γ., με τα στοιχεία ..., εκτάσεως, κατά το ανωτέρω τοπογραφικό, 2.094,90 τ.μ. και κατά το Κτηματολόγιο 2.106 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του ..., στη συνοικία "...", επί της οδού προς ..., στη θέση "..." και συνορεύει γύρωθεν με ΚΑΕΚ ..., με οικόπεδο πρώην Π. (νυν αδερφών Ζ.), με οδό που οδηγεί προς ...

και από δύο πλευρές με βουνό. Το επίδικο ακίνητο, πλέον τμήματος 300 τ.μ., που ήδη μεταβιβάστηκε από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο με σκοπό την αξιοποίησή του με το σύστημα της αντιπαροχής και αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα (στο σύνολό του) με τα στοιχεία ..., περιήλθε στην κατοχή της δικαιοπαρόχου του, Χ.

χήρας Μ. Μ., το γένος Α. Α., επί τουρκοκρατίας, δυνάμει τίτλου του Οθωμανικού Κτηματολογίου (ταπίου), που μεταγράφηκε στο τουρκικό Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, στον τόμο …, φύλλο …, με αύξοντα ..., του μηνός Ιουνίου 1323 (καθ’ ημάς 1907). Από την επισκόπηση του περιεχομένου του προσκομιζομένου σε μετάφραση εν λόγω τίτλου προκύπτει ότι η ανωτέρω δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατείχε, "...συμφώνως προς την υπό χρονολογίαν 21 Φεβρουάριου 1321 (καθ’ ημάς 1905) απόφασιν...", "γήπεδο", με έκταση "μήκος ογδοήκοντα, πλάτος τεσσαράκοντα τεκτονικοί πήχεις" (πρόκειται για μονάδα μήκους ίση με 75 εκατοστά του μέτρου) και όρια "Ανατολικώς βουνό, δυτικώς άκρα λίμνης ως και η υπεράνω τριών μέτρων του δρόμου, ο οποίος οδηγεί προς την Μονή ...

αντικειμένη πλευρά, Βορράν Κ. Π., Νότον γυμνόν γήπεδον", με αιτία κτήσης "κατά παραχώρηση δια δημοπρασίας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της Υποδιοικήσεως Καστορίας, κατόπιν υποβληθείσης προς τούτο αιτήσεως, συμφώνως προς την υπό χρονολογίαν 21 Φεβρουάριου 1321 (καθ’ ημάς 1905) απόφασιν... καταβληθέντος εις το Ταμείον του Κτηματολογίου του νομίμου τέλους εκ τετρακοσίων επτά γροσιών και είκοσι παράδων....".

Το επίδικο ακίνητο (πλέον της άνω εκτάσεως των 300 τ.μ.) ταυτίζεται με την περιγραφόμενη στον ως άνω τίτλο του Οθωμανικού κτηματολογίου εδαφική έκταση κατά τη θέση και τα όριά του, ενώ η απόκλιση κατά την ακριβή έκτασή του οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην μη λεπτομερή και ακριβή εμβαδομέτρησή του κατά την παραχώρηση της εν λόγω εκτάσεως στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, γεγονός που σαφώς προκύπτει και από την στρογγυλοποιημένη αναφορά των πλευρικών διαστάσεων του ακινήτου ("μήκος ογδοήκοντα πλάτος τεσσαράκοντα τεκτονικοί πήχεις").

Η ανωτέρω κτηματολογική εγγραφή αποτελεί τίτλο παραχώρησης (εξουσιάσεως) επί του ανωτέρω ακινήτου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι η παραχώρηση των δημοσίων γαιών σε ιδιώτη γινόταν επί Οθωμανικού Κράτους με τη χορήγηση από τον ειδικό για το κτηματολόγιο υπάλληλο ειδικού εγγράφου, ονομαζομένου "ταπίου", φέροντος το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, το οποίο φέρει και ο εν λόγω προσκομιζόμενος στο πρωτότυπο και σε ακριβή μετάφραση τίτλος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω δικαιοπάροχος του ενάγοντος νέμονταν και κατείχε το ανωτέρω ακίνητο συνεχώς μέχρι τον χρόνο του θανάτου της (12.11.1955). Όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ’ ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Συνακόλουθα, το δικαίωμα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος εξουσιάσεώς της (τεσσαρούφ) επί του ανωτέρω ακινήτου, μετατράπηκε εκ του νόμου στο τέλος του έτους 1929 σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 100% (άρθρα 101 - 104 διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2. του Ν.4226/1929) και έτσι αυτή έγινε αποκλειστική κυρία του ακινήτου.

Η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε στις 12-11-1955, αφήνοντας την από 10-07-1941 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθμ. 3187/8-5-1957 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμ. 3334/1958 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της στον εγγονό της - ενάγοντα.

Ο τελευταίος αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομία, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../18-8-1966 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Δ. Σ., που μεταγράφηκε, νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς, στον τόμο. ... και με τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ακινήτου με παράγωγο τρόπο.

Έκτοτε και ο ενάγων διενήργησε διακατοχικές πράξεις επί του ανωτέρω ακινήτου και συγκεκριμένα το έτος 1990, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../23-4-1990 συμβολαίου μεταβίβασης 346/1000 εξ αδιαιρέτου αστικού ακινήτου του συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς, στον τόμο ..., προχώρησε στη μεταβίβαση τμήματος του προπεριγραφομένου ακινήτου, έκτασης 300,00 τ.μ, με σκοπό την αξιοποίησή του με το σύστημα της αντιπαροχής, ενώ το υπόλοιπο τμήμα παρέμεινε στην αποκλειστική του κυριότητα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς με ΚΑΕΚ ... και εμβαδόν 2.106,00 τ.μ., πλην όμως στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και στις πρώτες εγγραφές αναγράφηκε ως δικαιούχος κυριότητας, κατά ποσοστό 100%, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.

Η ανωτέρω πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής, προσβάλλουσα το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος και πρέπει συνεπώς να διορθωθεί. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και δη αναγνώρισε ότι ήδη από το χρόνο έναρξης ισχύος "του Εθνικού" ‘ Κτηματολογίου στην περιοχή του ..., ήτοι την 25-02-2008, ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου και διέταξε, ακολούθως, να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ ..., να αναγραφεί ως δικαιούχος ό ενάγων, Μ.

Μ. του Λ., κατά πλήρη κυριότητα, με τίτλο κτήσης την υπ’ αριθμ. .../18- 8-1966 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Δ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καστοριάς, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία από την προεκτεθείσα.

Επομένως, μετά την αντικατάσταση στο σκεπτικό της εκκαλουμένης της πιο πάνω αιτιολογίας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη".

IV. Η επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζει αδιστάκτως την αναιρετική κρίση ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι (απορριπτέος ως) αλυσιτελής δοθέντος ότι, δεν πλήττεται επιτυχώς με αυτοτελή λόγο αναιρέσεως και ο πρωτότυπος υπό του αναιρεσιβλήτου επί του διαφιλονικουμένου ακινήτου τρόπος κτήσεως της κυριότητος, στον οποίο γίνεται αναφορά με αντίστοιχες, κατά τις ως άνω, παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως, του αναιρεσείοντος εστιάζοντος επί του προμνησθέντος εγγράφου, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή αιτήματός του, καταχωρηθέντος στα πρακτικά συνεδριάσεως (άρθρ. 176, 183, 191, §2, ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.6.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 20/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ