Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of joint liability without new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a traffic collision. The appellant argued the pedestrian caused the accident, but the court found the lower court properly established joint liability based on existing witness testimonies and documentary evidence. The court ruled that the appellate court did not arbitrarily accept facts without proof, as its decision was grounded in the specific evidence presented during the trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 1991/1991; Articles 297, 298, 299, 330 paragraph 2 letter b, 914, and 932 of the Civil Code: In traffic accident cases, liability requires unlawful and causal conduct; negligence exists when the prudent driver fails to avoid the accident; violation of traffic codes is not per se liability but a factor weighed against the causal link; appellate courts must base findings on proven evidence and cannot accept facts without proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 951 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 951/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαρίλαου Λάδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Λάζαρου Χατζηθεμελή, αφού ανακάλεσε την από 22-3-2012 δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 13192/2008 κύρια και πλαγιαστική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 862/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1166/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 14-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ /1991, 297, 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α' και 19 του Κ.Πολ.Δ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 30 Σεπτεμβρίου 2004 και ώρα 12:00, μεσηβρινή, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε επί της Επαρχιακής Οδού Θεσ/νίκης- Ν.Μουδανιών, με κατεύθυνση τα Ν. Μουδανιά, την υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα της ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγομένη.
Όταν αυτός έφθασε σε υπάρχουσα στην περιοχή με την ονομασία Βούλγαρη αερογέφυρα, όπου η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας συνολικού πλάτους 10,50 μέτρων σε καθεμία και είναι, ευθεία με ελαφρά κλήση, αντιλήφθηκε ότι στη δεξιά από τις παραπάνω λωρίδες, σε σχέση με την πορεία του, ήταν ακινητοποιημένα δύο οχήματα.
Συγκεκριμένα, ήταν σταθμευμένα πρώτο το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που είχε οδηγήσει μέχρι εκεί ο ενάγων και δεύτερο το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο του Φ. Τ. (μάρτυρα απόδειξης). Ο λόγος που βρισκόταν αυτά στον τόπο εκείνο ήταν, ότι το δεύτερο όχημα είχε παρουσιάσει κάποιο πρόβλημα και γι' αυτό ακινητοποιήθηκε και ο ενάγων, που είναι ανηψιός του οδηγού του και ταξίδευε προς τον ίδιο προορισμό με εκείνον, είχε σταματήσει για να του παράσχει βοήθεια.
Προκειμένου να αποφύγει τα οχήματα αυτά, ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε να κάνει υπέρβαση από την αριστερή πλευρά, κινούμενος με την επιτρεπόμενη ταχύτητα, των 50 χ/ω, στο όριο της μεσαίας και της δεξιάς λωρίδας. Μόλις αυτός έφθασε σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων από το δεύτερο όχημα, ο ενάγων κινήθηκε από το χώρο που υπήρχε μεταξύ των δύο οχημάτων προς την πόρτα του οδηγού του τελευταίου αυτοκινήτου, για να μιλήσει με εκείνον από το παράθυρο.
Έτσι, όμως, αιφνιδίασε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος δεν τον είχε αντιληφθεί προηγουμένως και ο οποίος, παρότι προσπάθησε με νέο ελαφρό ελιγμό προς τ' αριστερά να τον αποφύγει, δεν πέτυχε τούτο και με το δεξί πεντάλ της μοτοσυκλέτας κτύπησε τον ενάγοντα στο ύψος της δεξιάς κνήμης του, τραυματίζοντάς τον.
Το ζημιογόνο τούτο αποτέλεσμα οφείλεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού σε υπαιτιότητα, τόσο του οδηγού της μοτοσυκλέτας, όσο και του πεζού, διότι ενήργησαν κατά παράβαση των κανόνων οδικής συμπεριφοράς. Η υπαιτιότητα του οδηγού συνίσταται, στο ότι δεν επέδειξε τη δέουσα σύνεση και κυρίως δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, ώστε να αντιληφθεί τον πεζό εγκαίρως και κατόπιν τούτου να κινηθεί, όπως είχε δυνατότητα, σε ελάχιστη απόσταση πιο αριστερά από ότι είχε ελιχθεί, χωρίς κίνδυνο του κινούμενου μπροστά του παθόντος (άρθρα 12 παρ.1 και 21 παρ.1 του ν. 2696/1999 -Κ.Ο.Κ.).
Η αμέλεια του ενάγοντος συνίσταται στο γεγονός, ότι επέδειξε συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο κατά τη χρήση της οδού να αποτελέσει εμπόδιο στην κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 12 παρ.1 του Κ.Ο.Κ.), κινούμενος σε μια οδό με σημαντική κυκλοφορία και στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταβαίνοντας από χώρο εκτός κυκλοφορίας σ' εκείνον όπου εκινούντο οχήματα και χωρίς να ελέγξει αν πλησίαζε κάποιο από αυτά και εν προκειμένω η μοτοσικλέτα του πρώτου, τον οποίο ασφαλώς αιφνιδίασε, έστω και αν αυτό συνέβη κατά ένα μέρος από υπαιτιότητα εκείνου.
Τούτο δε, γιατί αν πρόσεχε και είχε αντιληφθεί νωρίτερα τη θέση του ενάγοντος στο οδόστρωμα, θα μπορούσε, παρατηρώντας αυτόν, να διαπιστώσει και την πορεία του προς την αριστερή πλαϊνή πλευρά του δεύτερου αυτοκινήτου και να έχει μικρότερη έκταση ο αιφνιδιασμός του. Υπό τα περιστατικά αυτά ο βαθμός της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του οδηγού υπολογίζεται σε 30% και του πεζού σε 70%.
Κατά συνέπεια, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος που πρόβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως, αλλά τώρα λαμβάνεται υπόψη, επαναφερόμενη από τη δεύτερη εναγομένη με λόγο της έφεσης αυτής, είναι εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν όπως και ο λόγος αυτός. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα περί της πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του επελθόντα συνεπεία αυτού τραυματισμού του πεζού, τόσο του τελευταίου, όσο και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης αιτιολογίας.
Ειδικότερα, αποσαφηνίζεται ότι τα υπ' αρ. ... και ... ΙΧ φορτηγά αυτοκίνητα ήταν ακινητοποιημένα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της επαρχιακής οδού Θεσ/νίκης - Ν.Μουδανιών με κατεύθυνση τα Ν.Μουδανιά και ο πεζός εξήλθε από το χώρο που υπήρχε ανάμεσα από τα δύο σταθμευμένα οχήματα ενώ το ζημιογόνο όχημα (υπ' αρ.
ΙΚΤ δίκυκλη μοτοσυκλέτα) ευρίσκετο κινούμενο σε απόσταση πέντε (5) μέτρων από το ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα της οδού αυτής ως άνω φορτηγό. Περαιτέρω, προσδιορίζεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προεκτεθείσης παραβατικής συμπεριφοράς του πεζού και του επελθόντος αποτελέσματος ήτοι τον τραυματισμόν του από τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα ο οδηγός της οποίας αιφνιδιασθείς από την είσοδό του εντός του οδοστρώματος της δεξιάς λωρίδας παρά το διενεργηθέντα προς τα αριστερά ελιγμό δεν κατόρθωσε να τον αποφύγει, ενώ πρόκειται περί ζητήματος μη ουσιώδους, η απόσταση που διήνυσε μέχρι την ακινητοποίησή του το εν λόγω όχημα, ενόσω στον οδηγό δεν αποδίδεται αιτίαση αναφορικά με την ταχύτητά του.
Κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη με τους πρώτο και τρίτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Εξ άλλου και η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης περί αιφνιδιασμού του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας από την προεκτεθείσα συμπεριφορά του πεζού κατ' ουδέν αντιφάσκει προς εκείνη που σχέση έχει με τη δυνατότητά του να αντιληφθεί την πορεία του πεζού νωρίτερα.
Πρέπει επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε συνυπαιτιότητα του πεζού περί την πρόσκληση του ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού τραυματισμό του, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, συντρέχει ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς, ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύσει.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο για τη θεμελίωση της κρίσεώς του περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 70% στην πρόκληση του ατυχήματος και το επελθόντα συνεπεία αυτού τραυματισμό του χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι επήλθε από τα ακινητοποιημένα οχήματα τη τελευταία στιγμή και ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν ήταν δυνατόν να τον αντιληφθεί εγκαίρως ώστε να πραγματοποιήσει σχετικό αποφευκτικό ελιγμό.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, ρητώς βεβαιώνει ότι, τη δικανική του πεποίθηση για το πιο πάνω επίμαχο γεγονός σχημάτισε, από τα κατ' είδος μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα καθώς και την υπ' αρ. 16178/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Επειδή, με βάση τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η από 5-5-2011 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της υπ' αρ. 1166/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να μην καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας ελλείψει σχετικού αιτήματος της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2011 αίτηση αναίρεσης του Γ. Τ. για αναίρεση της υπ'αρ. 1166/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ