Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for tort damages starting from the act, not the harm discovery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Court of Appeal's decision to dismiss a tort claim for damages. The appellants argued that the twenty-year limitation period should start from the death of the tortfeasor, who committed a continuous omission, rather than the initial act. The court held that the twenty-year period begins from the date of the wrongful act itself, regardless of whether it was an instantaneous event or a continuous omission, to ensure legal certainty.
Legislator headnote
AI generatedArticle 937, paragraphs 1, items a and b of the Civil Code; The twenty-year limitation period for tort damages begins from the date of the wrongful act, not from the discovery of the harm or the cessation of a continuous omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 951 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 951/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. ........ οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραγιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: ......... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8759/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9710/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 19-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ. α ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, κατά δε τη διάταξη της παρ.1 εδ. β του ίδιου άρθρου, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται το θέμα της έναρξης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 251ΑΚ, από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και όχι αφότου γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη.
Με τη δεύτερη θεσπίζεται μία πρόσθετη, επικουρική, παραγραφή, με σκοπό την εξυπηρέτηση της βεβαιότητας του δικαίου με τη θέσπιση ενός ανώτατου ορίου διάρκειας της εκκρεμότητας των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν ο παθών έμαθε ή όχι τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, με αφετηρία άλλο σταθερότερο, χρονικό σημείο, το χρόνο τέλεσης της πράξης που προκάλεσε τη ζημία και με χρονική διάρκεια είκοσι ετών από τον χρόνο αυτό.
Ως χρόνος τέλεσης της πράξης ,από τον οποίο αρχίζει να τρέχει η εικοσαετής αυτή παραγραφή, νοείται η παράνομη συμπεριφορά καθεαυτή του υπαιτίου(θετική ενέργεια ή παράλειψη) και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο, πέρα από την εκδήλωση της συμπεριφοράς καθεαυτήν, εκδηλώνεται και το αποτέλεσμα, δηλαδή η επέλευση της ζημίας.
Επομένως, η παραγραφή αυτή μπορεί να αρχίσει, κατ' απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 251ΑΚ,ακόμα και πριν από την εμφάνιση της ζημίας ,η οποία ενδέχεται να επέλθει μετά την τέλεση της αδικοπραξίας, όπως, κατ' ανάλογη ρύθμιση συμβαίνει και στις περιπτώσεις των άρθρων 157 εδ. β, 1380 παρ.2 εδ. β ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 21-3-2000 αγωγή τους οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι, στις 14-6-1971 απεβίωσε στην Αθήνα ο .........., ο οποίος είχε συντάξει, στις ......, δύο ιδιόγραφες διαθήκες, με τη μία των οποίων όριζε να δοθούν πεντακόσιες λίρες στον πρώτο ενάγοντα και τριακόσιες λίρες στο δεύτερο ενάγοντα.
Όμως, η σύζυγος και κληρονόμος του Γ1, που μετά τον θάνατό του βρήκε τις δύο διαθήκες, προσκόμισε στο δικαστήριο μόνο τη μία, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 994/8-6-1972 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και την άλλη διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης όριζε να δοθούν οι λίρες στους ενάγοντες, την απέκρυψε επιμελώς και επιλήψιμα μέχρι τον θάνατό της, με σκοπό να ματαιωθεί η περιέλευση των πιο πάνω λιρών στους ενάγοντες και να ιδιοποιηθεί αυτή παράνομα αυτές.
Μετά τον θάνατο αυτής, στις 15-10-1994,βρέθηκε και δημοσιεύθηκε, στις 19-9-1997,από το δεύτερο των εναγόντων, και η διαθήκη αυτή. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος, μοναδικός κληρονόμος της Γ1, να αποδώσει σε καθένα ενάγοντα το ποσό των λιρών με τα οποία τιμήθηκαν, αν αυτές σώζονται αυτούσιες, διαφορετικά την σε δραχμές ισόποση αξία τους κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εκτίμησε, ότι η αγωγή ως κύρια βάση της είχε τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ως επικουρική δε τις αντίστοιχες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, έκρινε ότι, ως προς την κύρια βάση της ,δεν έχει μεν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1εδ.αΑΚ,καθόσον, οι ενάγοντες βρήκαν και δημοσίευσαν τη διαθήκη, δηλαδή έλαβαν γνώση της ζημίας και του υπαίτιου στις 19-9-1997,οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής(21-3-2000), έχει όμως υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1 εδ.
β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, εάν ένα από τα στοιχεία ,που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ. α ΑΚ δεν είναι γνωστά ,η αξίωση παραγράφεται μετά είκοσι έτη από την τέλεση της αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά το οποίο επήλθε ή έγινε αντιληπτή η ζημία, διότι από τις 8-6-1972 που η Γ1 προέβη σε δημοσίευση της μίας από τις δύο διαθήκες, που βρήκε, είχε υποχρέωση να προβεί στη δημοσίευση και της άλλης διαθήκης οπότε εκδηλώθηκε η βούλησή της να αποκρύψει τη δεύτερη διαθήκη και να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό των 800 λιρών και συνεπώς την ημέρα αυτή τελέσθηκε η αδικοπραξία και άρχισε η εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων προς αποζημίωση, η οποία συμπληρώθηκε στις 8-6-1992.
Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή κατά την ανωτέρω κύρια βάση της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ. β ΑΚ, στην οποία δεν προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή, με το να δεχθεί ότι η εικοσαετής παραγραφή που ρυθμίζεται με την εν λόγω διάταξη αρχίζει, εφόσον η αδικοπραξία τελείται με παράλειψη, όταν αρχίζει η παράλειψη, ούτε παραβίασε αυτήν, με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, ο δε μοναδικός λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ.
β ΑΚ αναφορικώς με το χρονικό σημείο έναρξης της εικοσαετούς παραγραφής καθώς και εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση επρόκειτο για παράλειψη, όχι στιγμιαία αλλά διαρκή η οποία εξακολούθησε να υπάρχει μέχρι τον θάνατο της υπαίτιας Γ1 και, επομένως, η εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης των εναγόντων προς αποζημίωση, δεν άρχισε μέχρι τον θάνατο αυτής, στις 15-10-1994,οπότε η ίδια έπαψε να έχει αντικειμενική δυνατότητα να εμφανίσει τη διαθήκη προς δημοσίευση, οπότε και έπαψε η παράλειψη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων , ότι η αδικοπραξία της Γ1 δεν ολοκληρώθηκε ως προς την τέλεσή της όταν εκείνη, αποκρύπτοντας τη δεύτερη διαθήκη, δημοσίευσε μόνο τη μία, στις 8-6-1972 αλλά με τον θάνατό της, στις 15-10-1994, δέχθηκε ότι "..αν οι επιζήμιες συνέπειες από την αδικοπραξία παράγονται εξακολουθητικά με την πάροδο του χρόνου, η αξίωση για την αποκατάστασή τους δεν αναγεννιέται κάθε φορά που επέρχονται οι συνέπειες αυτές, αλλά γεννήθηκε μία φορά ,όταν άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες από αυτές " και έτσι παραβίασε, τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ.
β ΑΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση, από την ανωτέρω αναφερόμενη, όχι στιγμιαία αλλά διαρκή, παράλειψη της Γ1, η οποία εξακολούθησε να υπάρχει μέχρι τον θάνατό της η επιζήμια συνέπεια είναι μία και όχι περισσότερες, χρονικά και ποσοτικά διακριτές, όπως με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα υπολαμβάνεται.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι με αυτόν πλήττεται αιτιολογία της απόφασης , η οποία εκφέρθηκε εκ περισσού, καθόσον, υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία, με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως παραγραμμένη, η οποία στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης και ως προς την οποία ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, κρίθηκε απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2005 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 9710/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ