Supreme Court partially allows appeal against drug trafficking conviction for lack of specific reasoning on prior good conduct mitigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal of defendant X2 but partially allowed the appeal of defendant X1 regarding the rejection of a mitigation claim based on prior good conduct. The lower court rejected both defendants' arguments without specific reasoning for X1's claim, violating procedural requirements, while X2's vague arguments were insufficient. Consequently, the court overturned the lower court's decision on X1's specific ground and remitted the case for retrial with a new panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d) and 519 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must provide specific and detailed reasoning when rejecting a mitigation claim based on prior good conduct, and must remit the case for retrial with a new panel if such reasoning is lacking.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 951 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 951/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Χ1 , κρατούμενου στις Φυλακές Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βασιλειάδη και 2. Χ2 κρατούμενου στις Φυλακές Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα, περί αναιρέσεως της Α328-329, 341, 365, 368/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Ιουλίου 2004 και 5 Ιουλίου 2004 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1348/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α΄ και ζ΄ του ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/26-7-93, τιμωρείται, με τις προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, εισάγει στην επικράτεια ή κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα ως άνω διακεκριμένα και αυτοτελή εγκλήματα πραγματώνονται α) η εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική επικράτεια, με τη διακίνηση των ουσιών αυτών από το εξωτερικό στη χώρα και θεωρείται τελειωμένο το έγκλημα με την είσοδο αυτών στο ελληνικό έδαφος, ανεξάρτητα εάν η διακίνηση έγινε δια της τελωνειακής υπηρεσίας ή από μη νόμιμη διασυνοριακή γραμμή, β) η κατοχή με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, και γ) η μεταφορά με τη μετακίνηση εντός της Ελλάδος των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 10.000.000 μέχρι 200.000.000 δρχ. τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7, αν (μεταξύ άλλων προβλεπομένων περιπτώσεων), ενεργεί κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ΄ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ΄ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εντεύθεν εισόδημα.
Κατ΄ επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά έχει διαπραχθεί η πράξη, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 328-329, 341, 365, 368/2004 απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Στην Υπηρεσία Διώξεως Ναρκωτικών της Υποδ/νσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, της οποίας στελέχη είναι οι ήδη εξετασθέντες ως μάρτυρες αστυνομικοί Ζ3, Ζ1 και Ζ2, κατά μήνα Μάιο του 2001, είχαν περιέλθει βάσιμες πληροφορίες ότι κύκλωμα Αλβανών υπηκόων εισάγει μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα με αλβανικά φορτηγά αυτοκίνητα.
Τις πληροφορίες αυτές παρέσχε στην Υπηρεσία Διώξεως ο διωκόμενος επίσης για διακίνηση ναρκωτικών Ψ1 (αυτός είχε ήδη συλληφθεί προ 20ημέρου με άλλα τρία άτομα για κατοχή και απόπειρα πώλήσης ναρκωτικών ουσιών) και ο οποίος προσφέρθηκε αυτοβούλως να συνδράμει στην εξάρθρωση μεγάλου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών, κάνοντας χρήση υπέρ αυτού των ευεργετικών διατάξεων του νόμου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων της αλβανικής εταιρίας μεταφορών με την επωνυμία «..... » που ανήκε στον αλβανό υπήκοο Ψ2 ( που φέρεται επίσης ως μεγαλέμπορος ναρκωτικών), υπό την κάλυψη μεταφοράς εμπορευμάτων, εισάγουν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Συγκεκριμένα έγινε γνωστό στην Υπηρεσία ότι αλβανός υπήκοος ονόματι Ψ3, συνεργάτης του ως άνω Ψ2 διακινεί στην Ελλάδα ποσότητες ναρκωτικών κάθε είδους και ακολούθως, με υπόδειξη και μεσολάβηση του Ψ1 , οι αστυνομικοί Ζ1 και Ζ4, εμφανισθέντες ως αγοραστές μεγάλων ποσοτήτων, ήρθαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον προαναφερθέντα Ψ3 , ο δε Ζ1 στις 25-5-2001 συναντήθηκε μαζί του στην Κρυσταλλοπηγή (Ελληνοαλβανική Μεθόριο) προς παραλαβή της προς αγορά ποσότητας 50 χιλιογράμμων επεξεργασμένης
ινδικής κάνναβης αντί του συμφωνηθέντος ποσού των 80.000 δραχμών κατά χιλιόγραμμο. Ο πωλητής τον διαβεβαίωσε ότι τα ναρκωτικά τα είχαν «δικοί του άνθρωποι» στην Ελλάδα, συγχρόνως συμφώνησαν ότι και η καταβολή του αντιτίμου θα γίνει εις αυτόν στην Κρυσταλλοπηγή, αφού προηγουμένως παραδοθεί η ποσότητα (των ναρκωτικών) στον άλλο «αγοραστή» Ζ4 (που στην πραγματικότητα ήταν ο Προϊστάμενός στην Υπηρεσία) και έδωσε εις αυτόν τον αριθμό τηλεφώνου του πωλητή Ψ3 .
Έτσι, οι τελευταίοι συνομίλησαν μεταξύ τους και κανόνισαν τον τρόπο και τόπο παραδόσεως του «εμπορεύματος» από τους ανθρώπους του πωλητή. Εν τω μεταξύ κατά τον αυτό χρόνο (25-5-2001) είχαν ήδη εισέλθει στο ελληνικό έδαφος τα υπ' αριθμ. κυκλ. ... και .... φορτηγά αυτοκίνητα της ως άνω μεταφορικής εταιρείας «..... » με οδηγούς τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων αντιστοίχως.
Τα εν λόγω οχήματα που ήταν κενά φορτίου, κινήθηκαν με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη και κατέληξαν στο χώρο του εργοστασίου της .... που βρίσκεται ανατολικά της Θεσσαλονίκης στην περιοχή ..... . Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω οχήματα καθ' όλη τη διαδρομή τους τελούσαν υπό συνεχή παρακολούθηση. Οι δε δύο κατηγορούμενοι οδηγοί ήταν οι έμπιστοι άνθρωποι του αλβανού Ψ3 .
Ο τελευταίος έδωσε (τηλεφωνικώς) στους κατηγορουμένους τον αριθμό τηλεφώνου του Ζ4 και τις οδηγίες πώς να έλθουν μαζί του σε επαφή για την παράδοση της ποσότητας. Πράγματι οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν με τον φερόμενο αγοραστή αστυνομικό Ζ4 στο Καφέ .... επί της οδού ..... παρουσία της μάρτυρος Ζ2 (αστυνομικού επίσης της άνω υπηρεσίας).
Σύμφωνα με την εξετασθείσα μάρτυρα Ζ2 (βλ. κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος ενώπιον του δικαστηρίου τούτου) αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μιλούσαν σε ικανοποιητικό βαθμό την ελληνική γλώσσα. Οι κατηγορούμενοι είπαν στον Ζ4 ότι θα άφηνανδύο τροχούς φορτηγού σε κάποιο σημείο της οδού προς Χαλκιδική και για να τους παραλάβει.
Εν τω μεταξύ άλλο κλιμάκιο αστυνομικών είχε υπό παρακολούθηση τα δύο φορτηγά των κατηγορουμένων που ήταν σταθμευμένα στο χώρο του ως άνω εργοστασίου .... και μάλιστα τοποθετημένα επίτηδες σε σχήμα γωνίας, με ενωμένες τις καμπίνες τους, ώστε να καθίστανται αθέατη από τρίτους η εσωτερική πλευρά κάθε οχήματος και με οποιαδήποτε τυχόν ανθρώπινη κίνηση ή άλλης φύσεως επέμβαση στον διαμορφούμενο μεταξύ των οχημάτων εσωτερικό χώρο.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μετά την συνάντησή τους με τους (αγοραστές) αστυνομικούς Ζ4 και Ζ2 επέστρεψαν στο ως άνω χώρο των οχημάτων τους και άρχισαν την εκτέλεση του σχεδίου εξαγωγής των δύο τροχών (ενός τροχού από το πίσω μέρος κάθε φορτηγού), ώστε κατόπιν να μεταφέρουν και εγκαταλείψουν αυτούς σε κάποιο σημείο της οδού προς Χαλκιδική για να τους παραλάβει ο «αγοραστής» Ζ4, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και τις εντολές που είχαν λάβει από τον Ψ3.
Όμως, κατά το ως άνω χρονικό σημείο οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τους κατηγορουμένους και το χώρο των αυτοκινήτων, αντιληφθέντες τις παραπάνω κινήσεις των κατηγορουμένων, επενέβησαν (κατόπιν εντολής τηλεφωνικής του Προϊσταμένου Ζ4) αιφνιδίως και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους τη στιγμή που ήδη αυτοί είχαν αφαιρέσει τον ένα τροχό από τον πρώτο άξονα (τον λεγόμενο «τεμπέλη») του ενός φορτηγού και προσπαθούσαν να αφαιρέσουν τον αντίστοιχο τροχό από το άλλο φορτηγό.
Στους τροχούς που αφαιρέθηκαν και ανοίχθηκαν από τους αστυνομικούς βρέθηκαν στον μεν τροχό του φορτηγού που οδηγούσε ο α' κατηγορούμενος Χ1 50 δέματα που περιείχαν ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 48,5 κιλά, ενώ στον τροχό του φορτηγού που οδηγούσε ο β' κατηγορούμενος Χ2 βρέθηκαν 53 δέματα που περιείχαν ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 53 κιλών.
Οι τροχοί εντός των οποίων είχαν τοποθετηθεί τα ως άνω δέματα δεν είχαν εσωτερικό αεροθάλαμο («σαμπρέλα») και τα δέματα (συσκευασμένα) των ναρκωτικών ήταν περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίσθηκαν κατά σύλληψή τους ότι δεν γνώριζαν τίποτα για την ύπαρξη των ναρκωτικών μέσα στους τροχούς και ήταν εντελώς αρνητικοί, όπως κατέθεσε ο αστυνομικός μάρτυς Ζ3.
Τα ίδια ισχυρίσθηκαν και κατά την απολογία τους τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν δικαστήριο, όμως ο ισχυρισμός τους αυτός είναι ψευδής. Πράγματι,
από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα από το γεγονός ότι είχε ήδη προηγηθεί, προ ολίγου μόλις χρόνου, η συνάντηση των κατηγορουμένων με τον φερόμενο ως αγοραστή αστυνομικό Ζ4, ο οποίος γνώριζε ήδη ότι η παράδοση των ναρκωτικών θα γινόταν με τον προεκτεθέντα τρόπο δηλ. την εγκατάλειψη του τροχού σε αγροτική περιοχή της οδού προς Χαλκιδική από τους κατηγορουμένους, είναι αδύνατο, βάσει των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, οι τελευταίοι (κατηγορούμενοι), έστω και αν εκτελούσαν εντολές άλλων (ήτοι του Ψ3...), να αγνοούσαν την ύπαρξη της ως άνω ποσότητας ναρκωτικών εντός των τροχών, τους οποίους τροχούς οι ίδιοι θα εγκατέλειπαν κάπου για να τους παραλάβει ο ως άνω αγοραστής (Ζ4), με τον οποίο αυτοί μόλις προ ολίγου είχαν συνεννοηθεί σχετικά ως προς τις λεπτομέρειες της σοβαρής αυτής συναλλαγής και μάλιστα μεγάλης οικονομικής αξίας.
Το δικαστήριο δέχεται με απόλυτη βεβαιότητα ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν πλήρως την ύπαρξη των ναρκωτικών εντός των δύο τροχών, αφού είχαν ενημερωθεί με λεπτομέρεια από τον Ψ3 επί του καταρτισθέντος σχεδίου παραδόσεως των ναρκωτικών στον Ζ4. Ήταν δε της απόλυτης εμπιστοσύνης του παραπάνω μεσολαβητή Ψ3 , ο οποίος, όπως και αυτοί (οι κατηγορούμενοι), αποτελούσαν μέλη του κυκλώματος του μεγαλεμπόρου Ψ2.
Ο τελευταίος άλλωστε εντελώς προσχηματικά είχε συστήσει την παραπάνω μεταφορική εταιρία, προς μεταφορά δήθεν εμπορευμάτων από Ελλάδα στην Αλβανία και αντίστροφα, ενώ πραγματικός σκοπός του ήταν η μεταφορά με τον τρόπο αυτό μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών. Είναι δε χαρακτηριστική επί του σημείου τούτου η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Ζ3 (που συμπίπτει άλλωστε και με την κατάθεση των λοιπών μαρτύρων - συναδέλφων του) ότι «...
Προσχηματικά αγόραζαν τούβλα από την αλλά ο σκοπός τους ήταν η μεταφορά ναρκωτικών. Ο Ζ1 είχε συμφωνήσει να δώσει 4.000.000 δρχ. στον Αλβανό για τα 50 κιλά χασίς. Τα μέλη του κυκλώματος Ψ2 είναι βασικά και όλα έμπειρα. Ο καθένας είχε τον τομέα του, άλλος είναι οδηγός, άλλος μεσολαβητής κλπ, Ο μισθός των κατηγορουμένων ήταν 130.000 δρχ.
το μήνα (ο μάρτυρας υπονοεί προφανώς ότι οι κατηγορούμενοι λόγω του χαμηλού τους μισθού ως οδηγών, δέχονται εν γνώσει τους να συμμετέχουν στην διακίνηση και μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών για την εξασφάλιση και τη συμμετοχή τους στα εκ της εμπορίας των ναρκωτικών αποκομιζόμενα τεράστια κέρδη).
Ο Ψ2 δεν προσλαμβάνει ένα τυχαίο άτομο στην ομάδα του, δεδομένου ότι διακινεί τεράστιες ποσότητες ναρκωτικών, η αξία των οποίων είναι μεγάλη. Την άλλη φορά ο Ψ2 φερόταν προσχηματικά ότι μετέφερε με τα φορτηγά ψάρια και βρέθηκε μέσα σ' αυτό μεγάλη ποσότητα χασίς. Η Υπηρεσία μας δεν γνώριζε από πριν τους παρόντες κατηγορουμένους.
Οι πληροφορίες μας μιλούσαν αόριστα για τους οδηγούς της εταιρίας ..... ότι εισάγουν και μεταφέρουν ναρκωτικά στην Ελλάδα». (βλ. κατάθεση του ως άνω μάρτυρα). Ας σημειωθεί ότι η ύπαρξη και εν γένει δράση του κυκλώματος ναρκωτικών του Ψ2 με το παραπάνω προσχηματικό τρόπο της μεταφοράς εμπορευμάτων επιβεβαιώνεται πλέον των άλλων και με την υπ' αριθμ. 322/17-3-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού, με την οποία άλλα μέλη του ιδίου κυκλώματος (μεταξύ των οποίων και ο .... , ο αδελφός του Ψ2) καταδικάσθηκαν σε ποινές πολυετούς κάθειρξης για επίσης μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών (βλ.
την αναγνωσθείσα ως άνω απόφαση). Κατ' ακολουθίαν των ως άνω πραγματικών περιστατικών, τα οποία επιβεβαιώνονται απόλυτα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, σε συνδυασμό και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων απεδείχθη κατά τρόπο βέβαιο ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες εις αυτούς με το κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις της εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς των ως άνω ναρκωτικών ουσιών (που αφορούν όμως την αυτή ποσότητα), κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι, λόγω και της ιδιότητάς τους ως οδηγών των φορτηγών της ως άνω μεταφορικής εταιρίας που προσχηματικά και μόνο εκτελούσε μεταφορές εμπορευμάτων ενώ κύριο έργο της ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η κατά τον τρόπο αυτό μεταφορά και εισαγωγή στην Ελλάδα μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, οι ίδιοι προέβησαν στην επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών με άμεσο σκοπό την συμμετοχή τους στα επιδιωκόμενα από τη διακίνηση των ναρκωτικών μεγάλα οικονομικά κέρδη.
Γεγονός από το οποίο εν σχέσει και με την επανειλημμένη είσοδό τους στην Ελλάδα (ως οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων) βάσιμα προκύπτει ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι απέκτησαν σταθερή ροπή για την διάπραξη των εγκλημάτων τούτων. Επομένως πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν.1729/87, απορριπτομένων των αντιθέτων αυτοτελών
ισχυρισμών των κατηγορουμένων ως αβασίμων, μη συντρεχούσης υπέρ αυτών και της αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων λόγω του ειδικού βάρους των τελεσθεισών υπ' αυτών ως άνω εγκλημάτων.
3. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ.
α΄ και ζ΄ και 8 του ν. 1729/87, όπως ισχύει, και 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό, συνάγεται ότι το σκεπτικό με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφέρεται στα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, χωρίς να αποτελεί το σκεπτικό πιστή αντιγραφή του διατακτικού, όπως αβάσιμα αιτιάται την απόφαση ο αναιρεσείων Χ1 , ενώ δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού από το γεγονός ότι στο σκεπτικό διηγηματικά αναφέρεται και περιγράφεται ότι οι ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που οι αναιρεσείοντες εισήγαγαν, κατείχαν και μετέφεραν επρόκειτο τελικώς να πωληθούν σε τρίτους, ούτε από την αναφορά αυτή συνάγεται το συμπέρασμα ότι στο σκεπτικό περιγράφονται μόνο τα στοιχεία της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για την οποία και έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ίδιος αναιρεσείων.
Περαιτέρω η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα Χ2 ειδικότερη αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε το σύνολο των αποδείξεων και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα, την απολογία του εν λόγω αναιρεσείοντος και τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., .... και .....
και Ζ3 , αλλά ορισμένες μόνον από αυτές, είναι επίσης αβάσιμη, αφού βεβαιώνεται στην απόφαση το αντίθετο, ότι δηλαδή λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, η απολογία του κατηγορουμένου και όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Το γεγονός ότι εξαίρεται η αποδεικτική αξία ορισμένων από τα αποδεικτικά στοιχεία και θεωρούνται ότι έχουν μειωμένη αποδεικτική αξία άλλα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα.
Τέλος, αναφορικά με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 και συγκεκριμένα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι τα αυτοκίνητα που αυτοί οδηγούσαν και ανήκαν στην μεταφορική εταιρεία του ομοεθνούς τους Ψ2 ουσιαστικά χρησιμοποιούνταν για την εισαγωγή στην Ελλάδα ναρκωτικών ουσιών και αυτοί είχαν προσληφθεί ως οδηγοί των αυτοκινήτων αυτών, συμμετέχοντες έτσι με τη διαμορφωθείσα υποδομή στην διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και στα κέρδη από αυτή τη δραστηριότητά τους, ενώ με την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχαν συλληφθεί και καταδικασθεί, απόκτησαν σταθερή ροπή προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγος και των δύο αιτήσεων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι με τους οποίους, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης σε πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. 4.
Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να εξετασθούν και άλλοι μάρτυρες, οι οποίοι δεν κλήθηκαν ή δεν προσήλθαν.
Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ΄ του ΚΠΔ. Όμως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή την ρητή απόρριψή του, όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος Χ1 υπέβαλε, αρχικά κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και στη συνέχεια όταν του δόθηκε ο λόγος μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, το αίτημα να αναβληθεί η δίκη για να κληθεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας ο .... .
Το Δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, προέβη, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τους κατηγορουμένους, στην ανάγνωση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα. Στη συνέχεια δε, όταν προβλήθηκε εκ νέου το ίδιο αίτημα, το Δικαστήριο το απέρριψε με την αιτιολογία ότι νομίμως αναγνώσθηκε η κατάθεση του μάρτυρα αυτού και έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του.
Όμως, ενόψει του ότι το αίτημα αναβολής δεν ήταν ορισμένο, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αναφέρεται ο λόγος που καθιστούσε αναγκαία την εμφάνιση και εξέταση του μάρτυρα στο ακροατήριο, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, η απόφαση για την απόρριψη του προβληθέντος με τον τρόπο αυτό αιτήματος αναβολής έχει την αιτιολογία που προαναφέρθηκε, η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ.
Επομένως ο αντίθετος σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ1 είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων Χ1 ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν τα άρθρο 6 και 7 της ΕΣΔΑ που προβλέπουν το πρώτο την αρχή της δίκαιης δίκης και το δεύτερο την αρχή της μη επιβολής ποινής χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης, και συγκεκριμένα ότι η εκδίκαση της έφεσής του ορίσθηκε με υπερβολική καθυστέρηση, δηλαδή δύο έτη μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ότι η σε βάρος του κατηγορία κατασκευάσθηκε από ορισμένους αστυνομικούς με τη βοήθεια του ως μάρτυρος εξετασθέντος Ψ1 , χωρίς αυτός να γνωρίζει για τη μεταφορά των ναρκωτικών, ότι δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά προηγούμενης αναβλητικής απόφασης, ότι αξιοποιήθηκαν ειδικότερα ορισμένοι μάρτυρες σε σχέση με καταθέσεις άλλων, ότι εξετάσθηκαν οι μάρτυρες Ζ1 και Ζ2 , οι οποίο δεν του είχαν γνωστοποιηθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 326 και 353 εδ.
α΄ ΚΠΔ. Η παραβίαση όμως των αρχών που καθιερώνονται στα άρθρα 6 και 7 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 464/1992), εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους ως άνω λόγους.
Ο αναιρεσείων, χωρίς με όσα εκθέτει στην αίτηση αναίρεση σχετικά με το λόγο αυτό να συγκεκριμενοποιεί κάποιον από τους λόγους αναίρεσης, αναλίσκεται κυρίως στην εξιστόρηση της σύλληψης του, στην αξιολόγηση από το Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων και στις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης. Επομένως, ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, σχετικά με την αιτίαση ότι το Εφετείο εξέτασε μάρτυρες που δεν είχαν γνωστοποιηθεί, πρέπει να λεχθεί ότι οι μάρτυρες αυτοί, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ήταν παρόντες στο ακροατήριο και το Δικαστήριο τους εξέτασε, εφαρμόζοντας με παρεμπίπτουσα απόφασή του, τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ.
δεύτερο ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο στην κατ΄ έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν.
Ενώ αναφορικά με την αιτίαση ότι δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά προηγούμενης αναβλητικής δίκης, ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 2 ΚΠΔ, διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, πλην όμως η μη ανάγνωση των αναφερομένων στο άρθρο 364 του ΚΠΔ εγγράφων, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για τον σκοπό αυτό, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' του ΚΠΔ. Τέτοιο αίτημα όμως δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε. 5. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης.
Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή του κατά τρόπον σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης.
Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αύτη γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίον ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του.
6. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Χ1 , δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, υπέβαλε, για την περίπτωση που θα κηρυχθεί ένοχος, αίτημα με υπόμνημα που κατέθεσε και ενσωματώθηκε στα πρακτικά, το οποίο κατά τα ουσιώδη στοιχεία ανέπτυξε και προφορικά, να του αναγνωρισθούν, τα ελαφρυντικά των περ.
α΄, β΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε αναφορικά 1) με την περ. α΄ ότι δεν υπάρχει σε βάρος του ποινική δίωξη ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Αλβανία, ότι δεν έχει καμία νομική εκκρεμότητα με τις αστυνομικές αρχές της πατρίδας του, έχει σγκροτημένη οικογένεια, αφού είναι έγγαμος και έχει ένα τέκνο, το οποίο είναι μαθητής σε ειδικό σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ότι προστατεύει και την μητέρα του, ότι έχει εργασθεί ως οδηγός σε εταιρείες της πατρίδας του, τις οποίες κατονομάζει, εκτελώντας μεταφορικό έργο εκεί, άλλα και στην Ελλάδα, προσπαθώντας να συγκεντρώσει χρήματα για να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ανάγκες της οικογένειάς του και ειδικότερα του τέκνου του, 2) με την περίπτ.
β΄ ότι ωθήθηκε στην πράξη του όχι από ταπεινά αίτια, αλλά διατελώντας υπό την επίδραση και την επιβολή προσώπου, μετά του οποίου βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης, 3) με την περίπτ. δ΄ ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά την τέλεση της πράξης και 4) με περίπτ. ε΄ ότι κατά την κράτησή του στις φυλακές επέδειξε καλή διαγωγή, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και πραγματοποίησε μέσα στη φυλακή 224 ημερομίσθια.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων Χ2 υπέβαλε, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, το αίτημα «της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α΄ και ε΄ του ΠΚ στο πρόσωπο του πελάτη του». Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε στο σύνολό τους ως αβάσιμους τους εν λόγω ισχυρισμούς των αναιρεσεόντων με την αιτιολογία «μη συντρεχούσης υπέρ αυτών και της αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων λόγω του ειδικού βάρους των τελεσθέντων υπ' αυτών εγκλημάτων».
Όμως, ως προς τα λοιπά, πλην της περ. α΄ για τον πρώτο αναιρεσείοντα, ελαφρυντικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί και των δύο αναιρεσειόντων είναι αόριστοι, ειδικότερα δε ως προς την περ. ε΄ η εν γένει καλή διαγωγή του αναιρεσείοντος Χ1 μέσα στη φυλακή δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της περίπτωσης αυτής.
Η ίδια όμως πιο πάνω αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, ο οποίος προβλήθηκε κατά τρόπο απολύτως σαφή και ορισμένο, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης του εν λόγω αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ΄ ΚΠΔ, κατά το σκέλος που αναφέρεται στην πλημμέλεια της απόρριψης χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου είναι βάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος και των δύο αιτήσεων αναίρεσης κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος.
7. Μετά από αυτά πρέπει 1) να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2 και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και 2) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό για την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου και συνακόλουθα και ως προς την περί ποινής διάταξή της για τον εν λόγω ααναιρεσίοντα, αφού αυτή εξαρτάται από την τύχη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως ( αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 10/5-7-2004 αίτηση του Χ2 , για αναίρεση της υπ' αριθμόν 328-329, 341, 365, 368/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον εν λόγω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Αναιρεί την ανωτέρω υπ' αριθμ. 328-329, 341, 365, 368/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς αυτόν, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ