Legislator Case Law & Legislation
950/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and non-appealable fact evaluation.

Case Number 950/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued procedural errors regarding evidence submission and the court's evaluation of bank transfer records, but the court found their grounds insufficiently specific and legally non-appealable. Consequently, the appeal was rejected because the contested issues involved the trial court's discretionary assessment of facts and evidence, which the Supreme Court cannot review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal violation regarding evidence evaluation, the specific factual claim proven, the assigned evidentiary weight, and the error committed, otherwise it is inadmissible as vague or non-appealable.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds evidence evaluation factual assessment Code of Civil Procedure appellate review procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
Case 31/1999
Case 1376/1996
Case 1243/1996
Case 562/1985
Case 763/1985
Case 1755/2011
Case 225/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 950 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 950/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυπριωτάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1249/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2361/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/4/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 7/3/2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 26/4/2013 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.2361/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε, κατά το όρθρο 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, για τη δικάσιμο της 19-3-2018 που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και από τις υπ' αριθ. 3542/27-9-2017 και 335.2'/26-9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών Α.

Τ. τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από το δικόγραφο αυτής πράξη ορισμού δικασίμου για την άνω δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από οικεία πρακτικά, δεν παραστάθηκαν κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες και αυτοί.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 2361/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο τις συνεκδικασθείσες εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της 1249/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού εξαφάνισε τη εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχτεί την από 15-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων εναντίον τους, και δίκασε κατά τούτο την υπόθεση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανωτέρω ένδικη αγωγή ως προς τους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πορισμό της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 355/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο πρώτος ενάγων εφεσίβλητος (εφεξής πρώτος ενάγων) Π. Κ. και ο εκκαλών - εναγόμενος (εφεξής εναγόμενος) Δ.

Π., το Νοέμβριο του έτους 2004 προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως συνεργάτες στην ίδια εταιρεία ασφαλιστικών πρακτορεύσεων και δη στην εταιρεία "AVANTI Α.Ε". Τότε κλήθηκαν και οι δύο να παρακολουθήσουν ένα σεμινάριο επιμόρφωσης ασφαλιστικών συμβούλων που διοργάνωσε η ασφαλιστική εταιρεία "ALLIANZ Α.Ε." στα γραφεία της, επί της οδού ..., το οποίο διήρκεσε από τον ανωτέρω μήνα έως το τέλος Φεβρουαρίου του 2005.

Εκεί γνωρίστηκαν καλύτερα και ανέπτυξαν και φιλική σχέση. Ο Δ. Π., ο οποίος, πλην άλλων, ήταν και σύμβουλος επενδύσεων, όπως άλλωστε και ο πρώτος ενάγων, γνωστοποίησε στον ως άνω αντίδικο του ότι γνωρίζει μια καλή ευκαιρία για επένδυση. Ειδικότερα του ανέφερε ότι η εταιρεία "Α. Ν. - Α. Λ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΝΤΙΛΑΝ ΑΒΕΤΕ".

επίσης εναγόμενη στην κρινόμενη αγωγή, προσφέρει πολύ καλές αποδόσεις των κεφαλαίων που επενδύονται σ' αυτή. Όπως δε τον διαβεβαίωσε, η εταιρεία αυτή, καθώς και η νόμιμη εκπρόσωπός της Α. Ν., που τυγχάνει κι αυτή εναγόμενη στην ίδια αγωγή, βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση κι έχουν στην ιδιοκτησία τους αρκετά ακίνητα (αντίγραφο του φορολογικού εντύπου Ε9 δεν αποδείχτηκε πάντως ότι του επέδειξε).

Τον πληροφόρησε δε ακόμη ότι η εν λόγω εταιρεία πρόκειται να αγοράσει ένα εργοστάσιο στη … που έχει υπαχθεί σε αναπτυξιακό νόμο και πρόκειται έτσι να επιδοτηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο μ' ένα σημαντικό ποσό (περί τα 2 εκατομμύρια ευρώ). Τέλος τον διαβεβαίωσε ότι έχει επενδύσει στην ίδια εταιρεία σημαντικά χρηματικά ποσά και ο ίδιος, καθώς και συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα, ως επίσης και ο συνάδελφος τους Γ.

Σ., ο οποίος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Κατόπιν των διαβεβαιώσεων αυτών, αλλά και μιας έρευνας που πραγματοποίησε ο ίδιος σε τράπεζες (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρα από την πλευρά του εναγόμενου Δ.

Π.), ο πρώτος ενάγων αποφάσισε πράγματι να επενδύσει στην προαναφερόμενη εταιρεία, έπεισε δε και το δεύτερο ενάγοντα να πράξει το ίδιο. Συγκεκριμένα στις 16-2-2005 αυτός (ο α' ενάγων) παρέδωσε στον αντίδικο του Δ. Π. χρηματικό ποσό 15.000 ευρώ και ο τελευταίος του παρέδωσε την υπ' αριθ. …-… μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Alpha Bank ποσού 19.500 ευρώ με ημερομηνία 18-4-2005, εκδόσεως της εταιρείας "Α.

Ν.- Α. Λ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με υπογραφή της νόμιμης εκπροσώπου αυτής Α. Ν., Στη συνέχεια ο δεύτερος ενάγων παρέδωσε στον ομόδικο του, ο οποίος του μετέφερε τις διαβεβαιώσεις του αντιδίκου τους Δ. Π.: α)στις 2-3-2005 δύο επιταγές και δη τις υπ' αριθ. …-… και …-… της Τράπεζας Alpha Bank, εκδόσεως του σε διαταγή του ιδίου, ποσού 15.000 ευρώ η καθεμιά και β)στις 18-3-2005 χρηματικό ποσό 20.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος Δ. Π.ς όταν παρέλαβε τις επιταγές και το χρηματικό ποσό παρέδωσε στον αντίδικο του τις πιο κάτω μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως και πάλι της ίδιας πιο πάνω εταιρεία: τις υπ' αριθ. …-… και …-… της αναφερόμενης πιο πάνω Τράπεζας ποσών 17.500€ και 17.000€ αντίστοιχα (με ημερομ. 1-6-2005 και 3-6-2005), καθώς και την υπ' αριθ.

…-… επιταγή της Τράπεζας Αττικής ποσού 21.200 και ημερομηνία 18-4-2005. Ας σημειωθεί εδώ ότι τα επιπλέον χρηματικά ποσά που περιλήφθηκαν στις επιταγές αφορούσαν, υποτίθεται, την απόδοση του επενδυόμενου κεφαλαίου. Στη συνέχεια αυτός (ο Δ. Π.ς), αφού εμφάνισε τις επιταγές που του παραδόθηκαν ως άνω, στην πληρώτρια τράπεζα και τις πληρώθηκε ως τελευταίος κομιστής, παρέδωσε το αντίτιμο τους, καθώς και το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ στην Α.

Ν.. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι επιταγές που παραδόθηκαν στους ενάγοντες από τον αντίδικο τους Δ. Π. και οι οποίες, ας σημειωθεί, είχαν δοθεί, στον τελευταίο από την Α. Ν.. δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, ούτε επιστράφηκαν μέχρι σήμερα τα ανωτέρω καταβληθέντα χρηματικά ποσά.

στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι ισχυρίζονται με την υπό κρίση αγωγή τους ότι υπαίτιοι της πρόκλησης της ζημιάς τους είναι, πλην της ως άνω εταιρείας και της Α. Ν. (που εξέδωσαν τις ακάλυπτες επιταγές), και οι εναγόμενοι Δ. Π.ς και Γ. Σ., οι οποίοι τους έπεισαν να καταβάλουν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά προς επένδυση στην αναφερόμενη πιο πάνω εταιρεία, εκθέτοντας εν γνώσει τους ψευδώς, τους αναφερόμενους πιο πάνω ισχυρισμούς και δη περί καλής ευκαιρίας επενδύσεως, καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας και της εκπροσώπου της, επικείμενης επιδότησης από το Δημόσιο κλπ.

Επί των ισχυρισμών αυτών των εναγόντων λεκτέα τα πιο κάτω: Κατ' αρχάς από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος Γ. Σ. ήρθε σε προσωπική επαφή με τους ενάγοντες και τους επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο, πριν αυτοί καταβάλουν τα αναφερόμενα πιο πάνω χρηματικά ποσά προς επένδυση στην ανωτέρω εταιρεία.

Στην αγωγή βέβαια αναφέρεται ότι ο εναγόμενος Γ. Σ., μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, σε συνάντηση που είχε μαζί με τον πρώτο ενάγοντα (δεν καθορίζεται ο χρόνος της συνάντησης αυτής), του συνέστησε να συμμετάσχει στο επενδυτικό πρόγραμμα της ως άνω εταιρείας και τον διαβεβαίωσε ότι είναι κερδοφόρο, πλην όμως το περιστατικό αυτό δεν αποδείχτηκε (τίποτε περί αυτού δεν κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο).

Όσον αφορά τώρα τις διαβεβαιώσεις που ο εναγόμενος Δ. Π. έδωσε προς τον αντίδικο του Π. Κ. ήταν μεν αβάσιμες, καθόσον, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, τόσο η εταιρεία", όσο και η εκπρόσωπος αυτής Α. Ν. δεν βρίσκονταν σε καλή οικονομική κατάσταση και ούτε είχε εγκριθεί η επιδότηση τους, πλην όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ο ως άνω εναγόμενος δεν γνώριζε την αναλήθεια των όσων διαβεβαίωνε τον αντίδικο του.

Είχε παραπλανηθεί και ο ίδιος, από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της Α. Ν., την οποία είχε συναντήσει στο γραφείο της, το Σεπτέμβριο του 2004 και του είχε παραστήσει ψευδώς ότι η ίδια ήταν εύπορη με μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι είχε μια κερδοφόρα εταιρεία. Είχε δε πειστεί στις διαβεβαιώσεις της αυτές, καθόσον μάλιστα είχε και παλιά γνωριμία με το γιο της.

Στις ψευδείς διαβεβαιώσεις αυτής είχε παλαιότερα πειστεί και ο ομόδικος του Γ. Σ. τον οποίο μάλιστα η Α. Ν. είχε παρασύρει να αποδεχτεί να γίνει τυπικός, και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Την ως άνω δικανική κρίση του το Δικαστήριο στηρίζει στα πιο κάτω αποδειχθέντα περιστατικά: α) ο Δ.

Π. έχει επενδύσει και ο ίδιος χρήματα δικά του, καθώς και συγγενικών του προσώπων (της μητέρας και του αδελφού του) στην εταιρεία της Α. Ν. και μάλιστα λίγο πριν αλλά και κατά το ίδιο διάστημα που έδωσαν τα χρήματα τους και οι ενάγοντες (βλ. φωτοαντίγραφα αποδεικτικών καταθέσεως διάφορων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Α.

Ν. στις Τράπεζες Alpha Bank και Eurobank που πραγματοποίησε ο Δ. Π.ς κατά το χρονικό διάστημα από 21-1-2005 έως 18-3- 2005 σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε από την πλευρά του τελευταίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Ας σημειωθεί ότι τόσο ο ανωτέρω εναγόμενος, όσο και η μητέρα και ο αδελφός του πήραν αξιόγραφα που εξέδωσε η Α.

Ν., προς εξασφάλιση των χρηματικών ποσών που κατέβαλαν (βλ. φωτοαντίγραφα δύο συναλλαγματικών ποσού 99.750 και 99.S25 ευρώ με ημερομηνίες λήξεως 25-4-2005 και 28-4-2005 αντίστοιχα, καθώς και της υπ' αριθ. …-… τραπεζικής επιταγής της Alpha Bank ποσού 66.000 ευρώ, β)οι εναγόμενοι Δ. Π.ς και Γ. Σ. αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν την εξαπάτηση τους από την Α.

Ν., ήτοι τον Απρίλιο του 2005, υπέβαλαν εναντίον της την από 10-4-2005 έγκληση (που κατατέθηκε στις 15-4-2005) ζητώντας την τιμωρία της για το αδίκημα της απάτης. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην έγκληση αυτή προτείνουν ως μάρτυρα και το Σ. Κ. (β' ενάγοντα). Ας σημειωθεί ότι και οι ενάγοντες υπέβαλαν έγκληση κατά των Γ.

Σ., Δ. Π. και της Α. Ν., για απάτη, τρεις περίπου μήνες, όμως, αργότερα και δη στις 7-7-2005, γ)ο εναγόμενος Σ. Κ., πλην των χρηματικών ποσών που αναφέρει στην αγωγή του, κατέθεσε απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό της Α. Ν. στην Alpha Bank τα ποσά των 21.000 και 18.000 ευρώ στις 2- 3-2005 και 16-3-2005 αντίστοιχα (βλ. φωτοαντίγραφα των σχετικών αποδεικτικών καταθέσεως).

Το περιστατικό αυτό καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες είχαν και απευθείας συνεννόηση με την Α. Ν., γεγονός που αποκρύπτουν στην αγωγή τους και, δ) όπως αναφέρεται και παραπάνω, ο ενάγων Π. Κ. δεν αρκέστηκε μόνο στις διαβεβαιώσεις του ως άνω αντιδίκου του για τη φερεγγυότητα της εταιρείας της Α. Ν., αλλά όπως κατέθεσε ακόμα και η μάρτυρας που εξετάστηκε από την πλευρά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματοποίησε και ο ίδιος έρευνα για τη φερεγγυότητα της εν λόγω εταιρείας.

Σύμφωνα με τα πιο πάνω περιστατικά, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ότι οι εναγόμενοι και νυν εκκαλούντες τέλεσαν αδικοπραξία και δη απάτη σε βάρος των εναγόντων, εκθέτοντας εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα και ότι έτσι τους ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.

Συνεπώς, αφού γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, οι πέντε πρώτοι λόγοι της υπό στοιχ. α' έφεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχ. β' εφέσεως πρέπει να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει το Δικαστήριο και τον υπό στοιχ. 6β λόγο της πρώτης έφεσης (που αφορά ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος), ενώ πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της δεύτερης έφεσης, με τον οποίο ζητείται η αναβολή της υπόθεσης μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 250 του ΚΠολΔ (δεν κρίνεται αναγκαία η εν λόγω αναβολή, καθόσον μάλιστα ενδέχεται η ποινική διαδικασία να διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα).

Στη συνέχεια δε πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εξεταστεί η από 15-1 1-2005 αγωγή, κατά το μέρος της που αφορά τους δύο εναγομένους-εκκαλούντες Γ. Σ. και Δ. Π. και μόνο ως προς την κύρια βάση της περί αδικοπραξίας (αρθρ. 914, 926, 932, 297, 298, 330, 345, 346 του ΑΚ, 70 του ΚΠολΔ).....Ακολούθως δε η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τους ως άνω εναγομένους, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω" Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή των αναίρεσε ιόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια περί αδικοπραξίας βάση της, (άρθρα 914, 926, 934, 297, 298, 330, 345, 346 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ), εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων δεν παραβίασε ευθέως κάποια από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες του άρθρου 47 Π.Κ., που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζουν τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αριστίας του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (559 αρ.1 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή τους, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτος η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, (την οποία άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με την παράθεση ενάριθμα του φερόμενου ως παραβιασθέντα κανόνα δικαίου), αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν με επάρκεια το διατακτικό της και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν αποδείχθηκε πως οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι τέλεσαν την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία και δη απάτη σε βάρος των εναγόντων, εκθέτοντας εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα και έτσι ζημιώνοντας αυτούς παράνομα και υπαίτια.

Επομένως, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. κατά τα οικεία σκέλη τους, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ.19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στη ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή των αναιρεσειόντων, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα του, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με επίκληση νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα), αξιολογώντας αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε, ως προς την αποδεικτική τους δύναμη., Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και οι από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά τα σχετικά σκέλη τους, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επιχειρούν και πλήξουν πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την ουσία της υπόθεσης, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 11, περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αφορούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια των περιοριστικώς καθοριζομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων, από την παραβολή δε των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ προϋποθέτει πως είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ενώ ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, συντρέχει, όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο, χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού (ΑΠ 702/2008).

Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικούς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.

ΑΠ 2/2008). Η νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων συναρτάται και προς τη διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς. Επί μονομελών πρωτοδικείων και επί υποθέσεων πολυμελούς, που δικάζονται, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ), λαμβάνονται υπόψη κατά κύριο λόγο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την αποδεικτική δύναμη του καθενός, συμπληρωματικά όμως, μπορεί να ληφθούν υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 (ως προς το παραδεκτό της εμμάρτυρης απόδειξης).

Έτσι, υπό τις άνω προϋποθέσεις, είναι παραδεκτά και τα άκυρα έγγραφα, όχι όμως τα πλαστά ή μη γνήσια, ενώ τεκμήρια μπορούν να ληφθούν και από έγγραφα ανεπίσημα, ή ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα ή φερόμενα ως εσφαλμένα (ΑΠ 1243/1996 ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 2034/2009). Για το παραδεκτό δε του προαναφερόμενου από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο:

α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίοι έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος, γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 702/2008, 21 12/2007) (καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις 3 περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 277, 315, 835/2008).

Περαιτέρω, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, όχι δε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, 1376/1996).

Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1243/1996), ενώ δεν ελέγχεται η κρίση για το περιεχόμενο εγγράφου, εφόσον αυτά εκτιμώνται ελεύθερα (ΑΠ 562/1985, 763/1985), εκτός αν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου. Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 466 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης ,πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο, δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 1755/201 1), καθώς και ότι έγινε η σχετική επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2009).Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους υποστηρίζουν, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Εφετείο, που δέχτηκε πως ο δεύτερος από αυτούς προσωπικά, πλην των αναφερομένων στην αγωγή του χρηματικών ποσών, κατέθεσε απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό της Α.

Ν. στην Alpha Bank τα ποσά των 21.000 και 18.000 ευρώ στις 2-3-2005 και 16-3-2005 αντίστοιχα, με βάση αποδεικτικά καταθέσεως, στα οποία αναφέρεται μόνο το όνομά του ως καταθέτης, χωρίς όμως να υπάρχει η δική του υπογραφή, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11 και 12 ΚΠολΔ, Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τα αντίστοιχα σκέλη του, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον, για τη θεμελίωσή του, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα προς τούτο από το νόμο ιστορικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, Τέλος, οι ίδιοι ως άνω πρώτος έως τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ομοίως ως απαράδεκτοι κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των 300 € που κατατέθηκε με την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24/4/2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.2361/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένοι στο δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ