Legislator Case Law & Legislation
950/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed judgment was not final and no default judgment occurred.

Case Number 950/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed judgment from the Single Member Court of Appeal was not final. The court reasoned that the lower court had not issued a definitive ruling on all levels of the lawsuit, thereby retaining jurisdiction over the matter. Additionally, the appeal against the anonymous company was rejected due to the absence of a default judgment scenario.

Legislator headnote

AI generated

ΚΠολΔ 577 αρ. 1 και 2; Η αιτήση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι οριστική και δεν έχει εκδοθεί ερημώδη.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal non-final judgment default judgment retained jurisdiction appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 577 αρ. 1 και 2
άρθρο 25 παρ. 1 του Ν.3588/2007 (Πτωχευτικός κώδικας)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 950 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 950/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Α. Ε. του Ε., κατοίκου …, 2. Α.Α.του Β., κατοίκου …,3.Β. Σ. του Ι., κατοίκου …, 4.Β. Α. του Α., κατοίκου …, 5.Γ.Ι. του Γ., κατοίκου …, 6.Γ. Δ. του Χ., κατοίκου …, 7.Γ. Σ. του Χ., κατοίκου …, 8.Γ. Ε. του Ε., κατοίκου …, 9.Δ.Θ. του Σ., κατοίκου …, 10.Δ.Μ. του Γ., κατοίκου …, 11.Ζ.Κ. του Π., κατοίκου …, 12. Η. Ζ.του Κ., κατοίκου …, 13.Θ. Β. του Γ., κατοίκου …, 14.Κ.Α.του Σ., κατοίκου …, 15. Κ. Κ. του Ι., κατοίκου …, 16.Κ.Π. του Ε., κατοίκου …, 17.Κ.Α. του Ν., κατοίκου …, 18.Κ. Σ. του Ν., κατοίκου …, 19.Λ. Μ. του Α., κατοίκου …, 20.Λ.Χ. του Κ., κατοίκου …, 21.Μ.Π. του Χ., κατοίκου …, 22.

Μ.Ν. του Χ., κατοίκου …, 23.Μ.Χ. του Ν., κατοίκου …, 24.Μ. Π. του Π., κατοίκου …, 25.Μ. Α. του Σ., κατοίκου …, 26.Μ. Σ. του Β., κατοίκου …, 27.Ν.Ε. του Δ., κατοίκου …, 28.Ν.Ζ. του Σ., κατοίκου …, 29.

Ν.Τ. του Α., κατοίκου …, 30.Ο.Ά. του Μ., κατοίκου …, 31.Π.A. του Α., κατοίκου …, 32.Π.Α.του Ν., κατοίκου …, 33. Π.Β. του Κ., κατοίκου …, 34. Ρ.Σ. του Γ., κατοίκου …, 35.Σ.Κ. του Κ., κατοίκου …, 36.Σ.Γ. του Σ., κατοίκου …, 37.Σ. Μ. του Ι., κατοίκου …, 38.

Σ.Γ. του Ι., κατοίκου …, 39.Σ. Μ. του Β., κατοίκου …, 40.Τ.Ε. του Ν., κατοίκου …, 41.Τ. Σ. του Ν., κατοίκου …, 42.Τ. Ν. του Γ., κατοίκου …, 43.

Τ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 44.Τ. Λ. του Ρ., κατοίκου …, 45.Φ.Ι. του Ε., κατοίκου …, 46.Χ.Α. του Ι., κατοίκου …, 47.G. K. του K., κατοίκου…, 48.Z.M. του V., κατοίκου …, εκ των οποίων δεν παραστάθηκαν οι με α/α: 1η , 9ος, 13η, 16η, 18η , 19η , 20η , 21ος, 25ος, 27η , 32η, 33η, 36ος, 42ος, 44η , 45η ,46η, 48η, των αναιρεσειόντων. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τζουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1)Της ανώνυμης εμπορικής βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "…", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, 2) Μ.Ι. του Π., κατοίκου …, 3) Μ.Ι. του Ι., κατοίκου ομοίως ως άνω, 4) Σ. Ν. του Γ., κατοίκου …, 5) Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1751/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2654/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-01-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 .Υπόκειται προς κρίση η από 24-1-2018 αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων (συν.48) κατά της 2654/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε παραστάθηκαν οι εκ των αναιρεσειόντων Α.Ε. του Ε., (1η), Δ.Θ. του Σ. (9ος), Θ.Β. του Γ. (13η), Κ.Π. του Ε. (16η), Κ. Σ. του Ν. (18η), Λ. Μ.του Α. (19η) Λ.Χ. του Κ. (20η),Μ. Π. του Χ. (21ος), Μ.Α. του Σ. (25ος), Ν. Ε. του Δ. (27η), Π.Α. του Ν. (32η), Π.Β. του Κ.(33η) Σ.Γ. του Σ. (36ος)Τ. Ν. του Γ. (42ος ) Τ.Λ. του Ρ. (44η),Φ. Ι. του Ε. (45η), Χ. Α. του Ι.(46η), Z. M. του V. (48η ), καθώς και οι αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς, κατά το άρθρο 260 αρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 573 αρ.1 ΚολΔ στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, η συζήτησης της υπόθεσης μεταξύ των διαδίκων αυτών πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες …,…,…,…. Και… εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Ν., ακριβές αντίγραφο της από 24-1-2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών , προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-10-2018, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17-9- 2019), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους.

Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή, δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν παρόντες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την προκείμενη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς. (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ.

α', γ' και δ', 568 παρ.4, 576 παρ.2).

3. Στο άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α)... β) οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, καθώς και ότι αν η απόφαση είναι ως προς ένα μέρος οριστική, αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.

Οριστικές δε αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως και απεκδύουσες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (Ολ. ΑΠ 230/1983). Δεν είναι οριστική και δεν δημιουργεί δεδικασμένο η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς, όπως η απόφαση που διατάσσει αποδείξεις.

Κατά το άρθρο 309 ΚΠολΔ ,οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση..

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 12, 522, 525 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται , πως αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι, και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται σε αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Παρέπεται ότι η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης αλλ' αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζητήσει τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικονομικής αξιώσεως για την παροχή της προστασίας αυτής με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστικά κρίση.

Η οριστικότητα δε της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με τη δικονομική αυτή αξίωση και όχι με το αίτημα του εφετηρίου εγγράφου για παραδοχή της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 12/1989). Επομένως, η απόφαση με την οποία το Εφετείο, δεχόμενο τυπικά αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών, αναστέλλει την εκδίκαση αυτών (εφέσεων) κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.3588/2007 λόγω αναστολής των ατομικών διώξεων από την κήρυξη της πτώχευσης των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων, δεν είναι οριστική, καθόσον με αυτήν το Εφετείο δεν εκφέρει διάγνωση επί της αγωγής ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως απεκδύοντας έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι το αίτημα περί αποφάνσεως του δικαστηρίου επί του αγωγικού αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας. (ΑΠ449/2010).

4.Στη προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ561 παρ.2), προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες, εδώ αναιρεσείοντες (συνολικά 48) με την από 21-8-2012 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, εδώ πρώτη αναιρεσίβλητη, την 22-5-2012 κατήγγειλε ακύρως τις μεταξύ τους συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης και ότι οι λοιποί εναγόμενοι, εδώ λοιποί αναιρεσίβλητοι ,μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής, παραβίασαν την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης, προέβησαν σε παράνομη μείωση της περιουσίας της εταιρείας προς όφελος της ατομικής περιουσίας τους, σύμφωνα με τα ειδικότερα ιστορούμενα στην αγωγή, με σκοπό την αποφυγή των προς τους ενάγοντες υποχρεώσεων της εργοδότριας από τις συμβάσεις εργασίας τους.

Ζήτησαν, ως εκ τούτου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας τους, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα σ' αυτή ποσά ως μισθούς υπερημερίας για το από 22-5-2012 έως 22.12.2012 χρονικό διάστημα, άλλως τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση απολύσεως, δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές αδείας .επιδόματα αδείας και αναλογία δώρου Χριστουγέννων, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις .Τα ανωτέρω ποσά οι ενάγοντες παραδεκτά μετέτρεψαν σε αναγνωριστικά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 1751/2013 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη για τους εναγόμενους φυσικά πρόσωπα,ενώ δέχθηκε αυτή για την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και την υποχρέωση της εναγομένης εταιρείας να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας και δεδουλευμένες αποδοχές, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις .Ύστερα από άσκηση εφέσεων εκ μέρους των αντιδίκων μερών, εναγόντων και πρώτης εναγομένης εταιρείας, εκδόθηκε η 2654/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του συνεκδίκασε τις από 10-9-2013 και 19-3-2013 αντίθετες εφέσεις των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας αντίστοιχα, ερήμην της τελευταίας ως εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης (των εναγόντων) - και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων (η εναγομένη εταιρεία ως εκκαλούσα εκπροσωπήθηκε από το σύνδικο της πτώχευσης), έκρινε αυτές παραδεκτές και ανέστειλε την εκδίκασή τους, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν.3588/2007.Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεχόμενο, ότι μετά την άσκηση των ανωτέρω εφέσεων των εναγόντων-εργαζομένων και της πρώτης εναγομένης εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" ,η τελευταία, πρώτη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 1290/18-12-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 20-12-2011, ανέστειλε την εκδίκαση των εφέσεων, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν.3588/2007 (Πτωχευτικού κώδικα), λόγω αναστολής των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά της πτωχεύσασας εταιρείας προς ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεων τους.

Σε σχέση με την έφεση των εναγόντων το δικαστήριο ανέστειλε την εκδίκαση αυτής χωρίς διάκριση και ως προς τους εφεσίβλητους, φυσικά πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εφεσίβλητης (τα οποία δεν είχαν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και ως εκ τούτου γι' αυτά δεν συνέτρεχε περίπτωση αναστολής κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του πτωχευτικού κώδικα....

Η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκδίκασης των από 10-9-2013 και 19-3-2013 εφέσεων των εναγόντων (συν.48) και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας .αντιστοίχως, δεν είναι οριστική. Τούτο διότι με αυτήν το Εφετείο δεν εξέφερε διάγνωση επί της αγωγής ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως απεκδύοντας έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι το αίτημα περί αποφάνσεως του δικαστηρίου επί του αγωγικού αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας κατά των εναγομένων σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται ανωτέρω ,με αρ.3 της παρούσας απόφασης.

Συνεπώς αυτή δεν είναι προσβλητή με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει (κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577αρ. 1 και 2). Εξάλλου, η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας είναι απαράδεκτη και επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδοθείσα ερήμην της εφεσίβλητης εταιρείας εδώ πρώτης αναιρεσίβλητης δεν υπόκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης ώστε να κριθεί ότι παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται σχετική επίδοση στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως η ένδικη αίτηση, αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη για τους εδώ παριστάμενους αναιρεσείοντες. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος ως εκ της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 24-1-2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2654/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μεταξύ των αναιρεσειόντων: Α.Ε. του Ε., (1ης), Δ. Θ. του Σ. (9ου), Θ. Β. του Γ. (13ης), Κ. Π. του Ε.(16ης), Κ. Σ. του Ν.(18ης), Λ.Μ. του Α. (19ης) Λ. Χ. του Κ. (20ης), Μ. Π. του Χ. (21ου), Μ. Α. του Σ. (25ου), Ν. Ε. του Δ. (27ης), Π. Α. του Ν.( 32ης), Π. Β. του Κ. (33ης) Σ.Γ. του Σ. (36ου)Τ. Ν. του Γ. (42ου ) Τ. Λ. του Ρ. (44ης),Φ. Ι. του Ε. (45ης), Χ. Α. του Ι. (46ης), Z. M. του V. (48ης ) και των αναιρεσιβλήτων. Και

Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ