Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and rejects claim of improper evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the Second Instance Court's decision regarding inheritance rights. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence and improperly assessed its probative value. The court ruled that the appeal lacked legal interest because the appellants had lost the case, and the lower court's general reference to all submitted documents was legally sufficient without requiring specific evaluation of each item.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 73, 556 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; The appeal must demonstrate personal and direct legal interest, and a claim of improper evidence assessment is inadmissible if the lower court explicitly stated it considered all documents without assigning them unequal weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 950 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 950/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο -εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Απριλίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Η. Τ. του Π., κατ. ..., 2.Τ. συζ. Π. Τ., το γένος Η. Χ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παπανδρουλάκη , ο οποίος ανακέλεσε την από 17-4-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Τ. του Α., χας Α. Τ., δικηγόρου, κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλκυόνη Πολυκράτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1825/2015 του ιδίου Δικαστηρίου και 2421/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, η έλλειψη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό (προσωπικό) και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υπέστη βλάβη από την απόφαση. Η βλάβη αυτή προκαλείται από την απώλεια της δίκης για τον παραπονούμενο διάδικο και προκύπτει από τη σύγκριση των αιτημάτων με το διατακτικό της απόφασης.
Συνεπώς, απαιτείται να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ηττηθείς δε θεωρείται ο διάδικος, όταν απορρίφθηκαν ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του, ανεξάρτητα αν η απόρριψη έγινε για ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους ή έγιναν, έστω και μερικώς, δεκτές οι αιτήσεις του αντιδίκου του (Α.Π. 288/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αναφέρουν ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε κατ' αυτών την από 20-12-2013 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί νόμιμη μεριδούχος στην κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 2-1-2012, συζύγου της Α.
Τ. και το κληρονομικό της δικαίωμα (0,227) προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της επί των υπαρχόντων κατά το χρόνο του θανάτου περιουσιακών στοιχείων, να ανατραπούν ως άστοργες κατά το μέρος που θίγουν το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της οι αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) εν ζωή δωρεές του συζύγου της προς τους εναγομένους (πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού) και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να της καταβάλουν τα αιτούμενα απ' αυτούς ποσά προς συμπλήρωση αυτής (νόμιμης μοίρας).
Επί της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1825/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από την ήδη αναιρεσίβλητη και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθμ. 2421/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Η.
Τ. και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα Τ. σύζ. Π. Τ.. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγόμενη) δεν έχει ηττηθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αντίδικής της (αναιρεσίβλητης) και συνεπώς, αφού δεν υπέστη βλάβη από το περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και πρέπει ως προς αυτήν, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1814, 1820 και 1825 Α.Κ., δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία έχουν οι γονείς και οι αδελφοί του κληρονομουμένου καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος.
Εξάλλου, με το άρθρο 1831 παρ.2 του Α.Κ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 του ν.1329/1983, ορίζεται ότι στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στη κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825 και 1836 Α.Κ., προκύπτει ότι σε μέμψη υπόκειται κάθε δωρεά σε μεριδούχο στην οποία προέβη ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και κάθε δωρεά σε μη μεριδούχο (τρίτο) την οποία έκανε ο κληρονομούμενος στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 1658/2012).
Με τα δεδομένα αυτά, όταν με αγωγή μέμψης προσβάλλεται δωρεά που έγινε προς μεριδούχο, πρέπει, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, να εκτίθεται σαφώς ότι ο κληρονομούμενος δεν άφησε διαθήκη, ότι ο ενάγων είναι μεριδούχος και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που δικαιούται με βάση την κληρονομιαία περιουσία, η αξία των αντικειμένων της κατά το θάνατο του κληρονομουμένου υπάρχουσας κληρονομίας καθώς και η αξία του αντικειμένου που δωρήθηκε, ώστε με βάση την αξία αυτού να υπολογισθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, οι δωρεές εν ζωή του κληρονομουμένου, οι οποίες προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου και εξαιτίας αυτού υπόκεινται σε προσβολή και ότι αυτές είναι άστοργες, διότι η υπάρχουσα κληρονομιαία περιουσία κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του.
Εάν ο ενάγων μεριδούχος αποσιωπήσει τα έξοδα κηδείας ή την ύπαρξη χρεών της κληρονομίας, μπορεί ο εναγόμενος να επικαλεστεί αυτά κατ' ένσταση. Εξάλλου, με το ν. 5638/1932 θεσπίστηκε ο κοινός, διαζευτικός τραπεζικός λογαριασμός, με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε Τράπεζα στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού, του οποίου μπορεί να κάνουν χρήση και να τον κινούν είτε καθένας χωριστά είτε όλοι μαζί.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, μπορεί κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού να τεθεί πρόσθετα ο όρος, με βάση τον οποίο, μετά το θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση περιέρχεται στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, ενώ με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου, δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση.
Ωστόσο, για την προστασία των δικαιωμάτων των νόμιμων μεριδούχων, με τον Αστικό Κώδικα εισήχθη η διάταξη του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέστηκε δωρεά, αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποιο τρόπο θα προστατευθούν έναντι της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτη, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί η νομική φύση της πραγματοποιούμενης, με την κοινή χρηματική κατάθεση, επίδοσης υπέρ του συγκαταθέτη της.
Έτσι, όταν κατατίθεται σε κοινό λογαριασμό, χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία, προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της κατάθεσης ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιέλευσης της ωφέλειας στον συγκαταθέτη είναι ο θάνατος του παρέχοντος, πρόκειται περί δωρεάς στη ζωή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κύρους της εν λόγω δικαιοπραξίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 496 επ.
Α.Κ., ήτοι συμφωνία των συγκαταθετών χωρίς αντάλλαγμα και συμβολαιογραφικό έγγραφο την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό από τον οποίο τα αποσύρει στη συνέχεια ο δωρεοδόχος - συγκαταθέτης (Α.Π.1828/2014, Α.Π.1393/2011). Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση αυτής, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία ισχυρίστηκε ότι ο θανών στο ..., στις 2-1-2012, χωρίς διαθήκη, σύζυγός της Α. Τ. κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ίδια, τον πρώτο εναγόμενο Η. Τ., αδελφό του, τη δεύτερη εναγόμενη Τ.
σύζ. Π. Τ., μητέρα του και το μη διάδικο Π. Α. Τ., πατέρα του. Ότι κατά το χρόνο του θανάτου του η κληρονομιαία περιουσία του αποτελούνταν από το αξίας 7.000 ευρώ ΙΧΕ αυτοκίνητό του και τα κατατεθειμένα σε κοινούς λογαριασμούς στην Τράπεζα …...' χρηματικά ποσά, ήτοι αφενός το ποσό των 74.227,17 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό ….. 026, με πρώτο δικαιούχο τον θανόντα και συνδικαιούχους αμφότερους τους εναγόμενους και αφετέρου το ποσό των 151.776,91 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό …. 026, με συνδικαιούχους τον θανόντα και τον πρώτο εναγόμενο - αδελφό του.
Ότι, οι συμβάσεις κατάθεσης, που καταρτίστηκαν για τους ως άνω κοινούς, κατά την έννοια του Ν. 5638/1932, λογαριασμούς περιλάμβαναν πρόσθετο όρο, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση θα περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες δικαιούχους. Ότι τα ποσά των παραπάνω καταθέσεων ανήκαν αποκλειστικά στον αποβιώσαντα σύζυγό της και προέρχονταν από αποταμιεύσεις μισθών, προϊόντων χρηματιστηριακών συναλλαγών αυτού, χωρίς οι εναγόμενοι συνδικαιούχοι να έχουν οποιαδήποτε συνεισφορά σ' αυτούς, παρόλα αυτά, αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της, ανέλαβαν τα παραπάνω ποσά από αμφότερους τους λογαριασμούς και τα κατέχουν αρνούμενοι το κληρονομικό της δικαίωμα επ' αυτών.
Ότι οι παραπάνω καταθέσεις αποτελούν στο σύνολό τους δωρεές εν ζωή του αποβιώσαντος συζύγου της προς τους εναγομένους, οι οποίες υπόκειται σε ανατροπή ως άστοργες, κατά το ποσό που θίγουν τη νόμιμη μοίρα της, ήτοι το 1/2 της εξ αδιαθέτου κληρονομικής της μερίδας. Ότι το ποσό της νόμιμης μοίρας της (1/2 της εξ αδιαθέτου κληρονομικής της μερίδας), με βάση μαθηματικούς υπολογισμούς (7.000 ευρώ αξία ΙΧΕ αυτοκινήτου - εξαίρετου + 226.004,08 το σύνολο των 2 καταθέσεων = 233.004,08 ευρώ πλασματική κληρονομική ομάδα Χ 1/4 = 58.251,02 ευρώ) ανέρχεται σε 58.251,02 ευρώ και μετ' αφαίρεση του εξαίρετου (των 7.000 ευρώ) απομένει ποσό 51.251,02 ευρώ, το οποίο απαιτείται προς συμπλήρωσή της (νόμιμης μοίρας της).
Ακολούθως, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί νόμιμη μεριδούχος στην κληρονομία του συζύγου της και το κληρονομικό της δικαίωμα (0,227) προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της (1/4 εξ αδιαιρέτου) επί των ως άνω υπαρχόντων κατά το χρόνο του θανάτου ενεργητικών υπολοίπων των προαναφερόμενων λογαριασμών, να ανατραπούν ως άστοργες κατά το ποσό που θίγουν τη νόμιμη μοίρα της οι εν ζωή δωρεές του συζύγου της προς τους εναγόμενους, που έγιναν με τις ως άνω χρηματικές καταθέσεις στους επίμαχους τραπεζικούς λογαριασμούς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μετά την εν λόγω ανατροπή, να της καταβάλουν τα αναλογούντα ποσά προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της νομιμοτόκως.
Από τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η οποία φέρει το χαρακτήρα αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς προς μεριδούχους, με την οποία προσβάλλονται ως άστοργες, κατά το ποσοστό που θίγουν τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, οι δωρεές εν ζωή του κληρονομούμενου συζύγου της προς τους εναγόμενους, κατά την έννοια του άρθρου 1831 Α.Κ., προκύπτει ότι η αγωγή αυτή είναι κατά νόμο (άρθρ. 216 ΚΠολΔ) ορισμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματός της περί ανατροπής των πιο πάνω δωρεών εν ζωή του κληρονομουμένου, που έγιναν με τους επίμαχους λογαριασμούς, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αναφορά των επιμέρους κινήσεων των επίμαχων λογαριασμών, ούτε από πότε ξεκίνησε να εργάζεται ο κληρονομούμενος, το ακριβές ποσό των εισοδημάτων του, αν αυτός κατά το χρόνο θανάτου του διατηρούσε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς σε τράπεζες, γιατί αυτά αποτελούν γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από τις αποδείξεις, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα έξοδα κηδείας του κληρονομουμένου και οι οφειλές αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του, τα οποία ενιστάμενος μπορεί να επικαλεσθεί ο εναγόμενος.
Επομένως, το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημά της, απορρίπτοντας την οικεία ένσταση αοριστίας που είχε προταθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο Δικαστήριο της ουσίας - πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο-, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, ή εκείνη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.Α.Π. 14/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ.15/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.
α' του ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι ''έλαβε υπόψη απαραδέκτως ως νόμω και ως ουσία βάσιμο τον έβδομο λόγο έφεσης της αντιδίκου και συνακόλουθα απαραδέκτως εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ και δέχθηκε την ένδικη αγωγή αυτής περί μέμψης άστοργης δωρεάς ως βάσιμη, ενώ το αγωγικό δικαίωμα θεμελιούτο στη διάταξη του άρθρου 2032 Α.Κ., μεταβάλλοντας τη βάση της στην κατ' έφεση δίκη''.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός περί απαραδέκτου μεταβολής της βάσης της ένδικης αγωγής στην κατ' έφεση δίκη, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο και δεν αφορά τη δημόσια τάξη, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από τον πρώτο αναιρεσείοντα με τις προτάσεις ως εφεσίβλητο.
Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, γιατί τέτοιος ισχυρισμός, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου από 2-2-2017 έγγραφες προτάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), δεν προτάθηκε σ' αυτό.-
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η από το άρθρο 559 αρ. 1 α' ΚΠολΔ ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 498, 1835 και 2032 του ΑΚ και του άρθρου 2 του ν. 5638/1932.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος, στον οποίο δεν γίνεται καμία αναφορά, έστω και συνοπτικώς, στις πραγματικές παραδοχές της απόφασης υπό τις οποίες συντελέσθηκε η ως άνω παραβίαση, ούτε και στο συγκεκριμένο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, δηλαδή τα σ' αυτόν το λόγο ρητώς μνημονευόμενα έγγραφα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (έκτο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικά πιο κάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της υπόθεσης και χωρίς η ρητή αναφορά σε ορισμένα εξ αυτών να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία για το καθένα, που είναι όμως όλα ισοδύναμα και συνεκτιμώνται άπαντα για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και τα έγγραφα αυτά, χωρίς κατά νόμο να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός εγγράφου.
Η άποψη του πρώτου αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 498/2018).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2017 αίτηση των Η. Τ. του Π. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2421/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ