Legislator Case Law & Legislation
950/2017 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to specify legal error and facts under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 950/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision regarding a property sale contract. The appellant argued the lower court violated substantive law and ignored evidence proving the contract's fictitious nature, but the appeal was rejected. The court ruled the appeal inadmissible because it failed to clearly identify the specific legal error and the factual basis required by the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1), 559(11)(c), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and the facts upon which it is based to be admissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code appeal admissibility legal error specification factual basis requirement inadmissible appeal substantive law violation evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 496(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 32/1996
Supreme Court 27/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 950 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 950 /2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μαραγκού.

Του αναιρεσίβλητου: F. R. του Ν., κατοίκου ..., φερόμενου ως νόμιμου κληρονόμου της αποβιωσάσης την 17-12-2013 Ε. Μ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σκιαδόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 245/2013 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 24-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται, εκτός των άλλων, η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το σε σχέση μ' αυτήν σφάλμα του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 32/1996 και 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α.Κ., πλην δεν καθορίζεται συγκεκριμένο σφάλμα αυτού περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου τούτου.

Δεν αποτελεί σφάλμα του δικαστηρίου ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου αυτού η άντληση επιχειρημάτων περί της υπάρξεως της εικονικότητας της εικονικής συμβάσεως, ως αναφερόμενου στη δικονομική διαπίστωση της υπάρξεως της εικονικότητας και μη αφορώντος την έννοιά της.

Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του τούτο, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Κατά το άρθρο 505 Α.Κ., ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή.

Κατά δε το άρθρο 507 Α.Κ., ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανάκλησης της δωρεάς δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας ή την παράβαση του τρόπου είναι παρακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος.

Επομένως, προκειμένου για αθέτηση της υποχρέωσης του δωρεοδόχου για διατροφή και περιποίηση του δωρητή, είτε ως λόγου αχαριστίας είτε ως παράβασης τρόπου, η ανωτέρω ετήσια αποκλειστική προθεσμία δεν αρχίζει εφόσον εξακολουθεί η παράβαση από το δωρεοδόχο της υποχρέωσής του για διατροφή και περιποίηση του δωρητή (Α.Π. 248/2009, ΑΠ. 648/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π.11/1996). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' και 10 ΚΠολΔ. πλημμέλειες, ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του Α.Κ. προβληθείσα απ' αυτήν, σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η σύμβαση πωλήσεως που έγινε με το αναφερόμενο συμβόλαιο είναι άκυρη ως εικονική και αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταδεικνύουσας την αχαριστία συμπεριφοράς και εν γένει διαγωγής αυτής (αναιρεσείουσας-εναγομένης), ένσταση περί αποσβέσεως του δικαιώματος της ενάγουσας δωρήτριας ανακλήσεως της δωρεάς, λόγω παρόδου έτους, αφότου η τελευταία πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτό τον ισχυρισμό "περί δήθεν υποκρυπτόμενης δωρεάς, αναφέροντας μάλιστα ότι δήθεν υπήρξαν εξακολουθητικά περιστατικά, που συνιστούν λόγους αχαριστίας, χωρίς να τα καθορίζει και να τα συγκεκριμενοποιεί χρονικά".

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη την εν λόγω ένσταση και ρητά την απέρριψε ως αβάσιμη με την παραδοχή ότι η επίμαχη σύμβαση πωλήσεως, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. .../2003 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ι. Κ., είναι άκυρη ως εικονική και συνεπώς η εναγομένη με τη σύμβαση αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (αυτοτελούς, ανεξάρτητης και χωριστής οριζόντιας κατ' έκταση ιδιοκτησίας με τον αριθμό 2) και ότι η ως άνω ένσταση αυτής (εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) περί αποσβέσεως του δικαιώματος της δωρήτριας ανακλήσεως της δωρεάς, λόγω παρόδου έτους από το 2006, αφότου αυτή αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του λόγου της ανάκλησης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η παράβαση του όρου της περιποίησης και της περίθαλψης της τελευταίας, οφειλομένη σε υπαιτιότητα της εναγομένης συνεχίστηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής και ουδέποτε διακόπηκε και β) κατέληξε στην αποδεικτική του κρίση ως προς το ότι η συμπεριφορά της εναγομένης εμπίπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση κατ' αντικειμενική κρίση στην έννοια της αχαριστίας με βάση τα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται σ' αυτήν (ένορκη κατάθεση μάρτυρα Γ.

Γ., ανωμοτί κατάθεση ενάγουσας, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα). Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο "αντιπαρήλθε το κομμάτι, που αφορά την εξέταση μαρτύρων και ισχυρισμών στο ακροατήριο και δεν εξέτασε μάρτυρες, αλλά έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας δίχως να ελεγχθούν γεγονότα αχαριστίας και κακής συμπεριφοράς" και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ., είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, γιατί ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί, ως εν προκειμένω, προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους της απόδειξης γίνεται με αυτήν.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις εσφαλμένης εκτιμήσεως από το Εφετείο των αποδείξεων γενικώς, ενόψει του ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο, ως άνω, λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας ή μη της συμβάσεως πωλήσεως του επίδικου ακινήτου, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. .../17-11-2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ι.

Κ. και ειδικότερα το συμβόλαιο αυτό, την αντίστοιχη πράξη εξόφλησης του υπ' αριθμ. .../22-7-2003 συμβολαίου πώλησης και την αντίστοιχη εκδοθείσα επιταγή της τράπεζας για το δάνειο αγοράς Ο λόγος αυτός της κρινόμενης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ., διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει σ' αυτήν, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα έγγραφα αυτά, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο αυτόν λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος, κατά το ως άνω μέρος, της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Τέλος, απορριπτέο, ως αόριστο, κρίνεται και το τελευταίο μέρος του ίδιου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, αφού δεν προσδιορίζεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και ποιο περιεχόμενο διαφορετικό, από εκείνο που πράγματι έχει, απέδωσε σ' αυτό, αλλά μόνο αριθμητικά αναφέρει την ως άνω αιτίαση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2015 αίτηση της Β. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 245/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.-

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ