Supreme Court allows appeal against insurance company due to misapplication of limitation period rules regarding third-party liability claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment that dismissed his claim against an insurance company. The lower court incorrectly ruled that the limitation period began when the accident occurred, whereas the appellant argued it started upon service of the lawsuit. The court found this interpretation erroneous and remanded the case for retrial, holding the appellant liable for the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 489/1976 and Article 309 of the Civil Code; The limitation period for an insured's claim against an insurer commences upon the service of the lawsuit for damages against a third party, not from the date of the tortious act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 950 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 950/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Θεώνης Μπελτάου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" (προηγούμενη επωνυμία "Nationale Nederladen ΑΑΕΓΑ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αριστομένη Λαγιανδρέου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.ΠΟλ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 36356/16-3-2004 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, με την από 18-5-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή- ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, των διαδίκων της παρούσας υπόθεσης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 1733/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 9-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και8 από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική "ζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το από 10-5-2010 δικόγραφο, που κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 13-5-2010, ο τελευταίος παραιτήθηκε από του δικογράφου της από 29-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως. Η εν λόγω παραίτηση, εφόσον επιδόθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης (βλ.
υπ' αριθ. 11384Γ/11-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), είναι έγκυρη και η από 29-4-2010 αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ως μη ασκηθείσα για τον ως άνω λόγο (ΑΠ 109/2008). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 309 εδ. α, 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδυόμενο το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξ άλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται από το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεως της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, ή ότι εχώρησε παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση κλπ) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1733/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του (άρθρ. 681 Α, 666, 667 και 670 έως 676 Κ.Πολ.Δ).
Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 11-5-2006, δεν επιδόθηκε και όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 4942/2011 πιστοποιητικό του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ασκήθηκε κατ' αυτής κανένα άλλο ένδικο μέσο πλην των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως (αριθ. 69/2010 και 78/2010) μέχρι τις 6-5-2011. Κατόπιν τούτου και εφόσον η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν αμφισβητεί την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η κρινόμενη από 10-5-2010 (αριθ.
κατ. 78/2010) αίτηση αναιρέσεως, κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού δεν παρήλθε εξαετία από τη δημοσίευση της, και είναι παραδεκτή (ΑΠ (Ολ) 1113/1986, ΑΠ 628/1998, ΑΠ 817/2004). Κατά το άρθρο 559 αριθ. α Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 2496/1997, αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπου μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, κατά δε το άρθρο 195 Ε.Ν. που ισχύει επί ατυχήματος που συνέβη προ της 17-11-1997, κάθε αγωγή, που πηγάζει από τη σύμβαση της ασφάλισης ή ζωής παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση.
Επίσης, κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων του άρθρου 201 ΑΚ., συνάγεται ότι, επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή, έναντι του ασφαλιστική, γεννάται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος) (ΑΠ 146/2007, ΑΠ 1556/2002), έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου που ζημιώθηκε και επομένως ούτε και το ποσό της αποζημιώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και έκτοτε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.
Κατά συνέπεια η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου παραγράφεται με την παρέλευση τριών (3) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (αγωγή, προτάσεις, πρακτικά κλπ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκ του ενδίκου ατυχήματος ζημιωθείς Σ. Κ. άσκησε την από 25-5-2000 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης. Με την από 1-3-2004 αγωγή τους οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ανωτέρω ζημιωθέντος, και εν συνεχεία αποβιώσαντος, εστράφησαν και πάλι κατά των ανωτέρω εναγομένων. Περαιτέρω με την από 18-5-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εστράφει κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει οιοδήποτε χρηματικό ποσό που θα υποχρεούτο να καταβάλει στους κληρονόμους του ως άνω ζημιωθέντος.
Επί των ανωτέρω αγωγών (κυρίως, παρεμπίπτουσας) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την κυρία κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, δεχόμενη ότι η αξίωση των εναγουσών κατά αυτής υπέπεσε στην παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/1976, καθόσον από την ημερομηνία που έλαβε χώρα το ατύχημα (7-5-1996) μέχρι την επίδοση της από 25-5-2000 αγωγής στις 27-7-2000 παρήλθε ο οριζόμενος από το άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 χρόνος της διετούς παραγραφής.
Επίσης, απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσιβλήτου, λόγω παραγραφής, δεχόμενο ότι από την ημέρα που έγινε το τροχαίο ατύχημα (7-5-1996) μέχρι την επίδοση της από 18-5-2004 παρεμπίπτουσας αγωγής στις 2-6-2004, είχε παρέλθει τετραετία και υπέπεσε στην προσβλεπομένη από το άρθρο 10 του Ν. 2496/1994 παραγραφή.
Έτσι που έκρινε το δικάσαν Πρωτοδικείο δεχόμενο ότι, επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννάται από την ημερομηνία τελέσεως του αδικήματος και όχι από την επίδοση στον τελευταίο (ασφαλισμένο) της σχετικής προς αποκατάσταση της ζημίας αγωγής, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού βάσει των αναφερομένων στην ως άνω νομική σκέψη η παραγραφή της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας αρχίζει από την επίδοση στον ασφαλισμένο της σχετικής αγωγής αποζημιώσεως από τον ζημιωθέντα τρίτο, οπότε και πραγματώνεται ο ασφαλιστικός κίνδυνος και όχι από το χρόνο τελέσεως του τροχαίου ατυχήματος (ΑΠ 1275/2009).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο δικαστήριο την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1733/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ