Legislator Case Law & Legislation
950/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's dismissal of severance claim, ruling statutory compensation not capped by prior agreement.

Case Number 950/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of the plaintiffs' claim for statutory severance pay. The plaintiffs, former employees of the National Bank of Greece, argued they were entitled to half the statutory severance under Article 8 of Law 3198/1955 after completing fifteen years of service and resigning with employer consent. The Court of First Instance rejected the claim, holding that the bank had already paid a lump sum covering the statutory amount, which the bank argued excluded further claims. The Supreme Court found the lower court erred by incorrectly applying a monetary cap and failing to recognize that the lump sum paid was intended to cover the statutory obligation, thus the plaintiffs could not claim the statutory amount additionally.

Legislator headnote

AI generated

Article 8 of Law 3198/1955; Article 648, 669, 672, 673 of the Civil Code: When an employee with indefinite tenure resigns with employer consent after fifteen years of service, they are entitled to half the statutory severance; if the employer has already paid a lump sum explicitly covering this statutory obligation, the employee cannot claim the statutory amount additionally, and the lower court's application of a monetary cap is erroneous.

Keywords

AI generated
statutory severance pay indefinite tenure employment fifteen years service employer consent resignation lump sum compensation exclusion of additional claims Article 8 Law 3198/1955

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Law 3198/1955
Article 648 of the Civil Code
Article 669 of the Civil Code
Article 672 of the Civil Code
Article 673 of the Civil Code
Article 33 of the Labor Regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 950 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 950/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ... και 2) ..., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1194/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-10-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 στο εδάφιο α' ορίζει ότι "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του β.δ.

της 16/18.7.1920 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζόμενης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζόμενης απροειδοποίητου αποζημιώσεως" και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".

Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α' του παραπάνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής "ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας.

Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που ο εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." ορίστηκε ότι: "τα υπό των διατάξεων της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου." Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο αυτές που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολο τους είτε κατά πλειοψηφία".

Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.

δ' του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολο τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (Ολ.

ΑΠ. 1/2006, 39/1998). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Αθηνών ΑΕ", που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου η μετά του προσωπικού της Τραπέζης η σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β) ...

γ) ... δ) ... Επίσης στο ίδιο άρθρο (26 αριθ. 2δ εδ. β') ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως". Τέλος, με την από 14-6-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ της Διοικήσεως της αναιρεσίβλητης και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής, που εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής "παρεσχέθη η δυνατότητα σε ορισμένους υπαλλήλους να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την υπηρεσία, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, εφόσον υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις παραίτησης, το αργότερο έως 29.6.2001, στη Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας, οπότε η τελευταία θα τους χορηγούσε, κατ' επιλογήν τους μία από τις κατωτέρω παροχές:

α) προαγωγή στον αμέσως ανώτερο βαθμό του κατεχομένου από τον υπάλληλο με ειδική αρχαιότητα και έναρξη οικονομικών συνεπειών ένα μήνα προ της λύσης της σχέσης, ή β) καταβολή υπό μορφή ατόκου δανείου της διαφοράς μεταξύ της εφάπαξ αποζημίωσης που θα ελάμβανε ο υπάλληλος ως αποζημίωση από το Ταμείο Αυτασφάλισης Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου που θα ελάμβανε, εάν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο (πλαφόν) "εφάπαξ αποζημίωσης", το οποίο θα καθίστατο απαιτητό σε περίπτωση που αυτό (πλαφόν) καταργείτο ή δεν εφαρμοζόταν καθ" οιονδήποτε τρόπο, είτε με διάταξη νόμου, είτε με τη νομολογία, είτε με απόφαση του ΔΣ του ταμείου αυτασφάλισης".

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι αναιρεσείουσες, οι οποίες είχαν προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις 18-7-1977 αποδέχτηκαν την πρόταση της Τράπεζας για την έναντι ανταλλαγμάτων πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας τους σύμφωνα με την από 14-6-2001 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, με ρητή έγγραφη δήλωση τους προς αυτήν.

Συγκεκριμένα υπέβαλαν δηλώσεις με τις οποίες δήλωσαν επί λέξει ότι: "Έχοντας υπόψη τα όσα συμφωνήθηκαν με την από 14 Ιουνίου 2001 Επιχειρησιακή ΣΣΕ και αναφέρονται στη σχετική από 15-6-2001 Εγκύκλιο-ανακοίνωση, δηλώνω ότι επιθυμώ να υπαχθώ στις προβλεπόμενες από την άνω ΕΣΣΕ ρυθμίσεις. Ειδικότερα δηλώνω ότι, αναγνωρίζοντας ότι η μέχρι σήμερα εξέλιξη μου υπήρξε δίκαιη και δικαιολογημένη και ότι δεν υπάρχει άλλη εκκρεμότητα ή άλλη αξίωση μου ως προς αυτήν, επιθυμώ να λάβω την προβλεπόμενη από την ως άνω ΕΣΣΕ προαγωγή μου στον επόμενο βαθμό.

Επίσης δηλώνω ότι, υπό τις οριζόμενες στην άνω ΕΣΣΕ προϋποθέσεις δια της παρούσας παραιτούμαι από την υπηρεσία της Τράπεζας, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας, λυομένης της σχέσεως εργασίας μου την 14-8-2001". Εν συνεχεία η παραίτηση των αναιρεσειουσών έγινε αποδεκτή από τη Διοίκηση της αναιρεσίβλητης και κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας κατέστησαν οι συμβάσεις τους αορίστου χρόνου και οι αναιρεσείουσες αποχώρησαν από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 14-8-2001 εισέπραξε δε η καθεμία από αυτές α) το ποσό των 11.563.685 δρχ. (33,935,97 ευρώ) και β) τη χορηγούμενη από το ταμείο αυτασφάλισης αποζημίωση που υπερκαλύπτει το ποσό των 4.403 ευρώ.

Ρητά επίσης συμφωνήθηκε ότι η παροχή αυτή καλύπτει κάθε αποζημίωση που καταβάλλεται για την πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας. Με την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης ικανοποιήθηκε το νόμιμο δικαίωμα των αναιρεσειουσών μισθωτών και αντιστοίχως αναλώθηκε κάθε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης εργοδότριας τους προς αποζημίωση λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας αυτών, αφού τα ως άνω στις αναιρεσείουσες καταβληθέντα ποσά, όπως ρητώς αναφέρεται στη σχετική εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας αποτελεί αποζημίωση λόγω λύσεως της σχέσης εργασίας των αναιρεσειουσών και δίδεται αντί μεταξύ άλλων και της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ.

α' του ν. 3198/1955 αποζημίωσης, την οποία δεν δικαιούνται αθροιστικά να αξιώσουν, εφόσον ρητώς συμφωνήθηκε ότι αυτοί θα λάβουν μόνο την αποζημίωση που η συμβατική ως άνω ρύθμιση προέβλεπε, αποκλειόμενης ρητώς εκείνης του άρθρου 8 του ν. 3198/1995. Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού αφενός μεν εσφαλμένα δέχτηκε ότι το ύψος της οφειλόμενης στις αναιρεσείουσες αποζημιώσεως δυνάμει του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, περιορίζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, στο ποσό των 1.500.000 δρχ.

ή 4.403 ευρώ, το οποίο υπερκαλύπτεται από το καταβληθέν στην καθεμία από αυτές ποσό των 11.563.685 δρχ.. και αφετέρου περιέλαβε ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τη φύση των παροχών που δόθηκαν σ' αυτές ως οικειοθελής παροχή κατά την αποχώρηση της, αφού δεν διευκρινίζεται αν το ως άνω ποσό δόθηκε ως αποζημίωση ή ως άτοκο δάνειο, όπως ορίζεται στην από 14-6-2001 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, το οποίο μάλιστα τελούσε υπό την αίρεση επιστροφής του υπό τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν.

Επομένως όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1194/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ