Legislator Case Law & Legislation
94/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court rejection of promotion claim due to insufficient evidence of superior merit.

Case Number 94/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeals' rejection of her promotion claim. The appellant argued that the court failed to properly evaluate her superior merit compared to colleagues, but the court found the appeal inadmissible because the original complaint lacked essential comparative data such as academic credentials, language proficiency, and performance ratings. Since these critical elements were missing from the file and the bank refused to provide them, the court could not legally assess the appellant's superiority, rendering the dismissal of the claim legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the lower court correctly rejects a claim due to the absence of necessary evidence required to establish the substantive legal conditions for the relief sought.

Keywords

AI generated
labor promotion claim superior merit assessment inadmissible appeal missing comparative evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 147(7) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 450-452 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 789/2014 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 94 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 94/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3329/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/10/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 17/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16.10.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3329/2012 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας κατά της 138/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 23.12.2006 αγωγή της. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 789/2014).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005).

Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000).

Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ. και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1697/2013 Νόμος).

Οι εργασιακές σχέσεις των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της που καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιό της και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26-9-1953 ‚κατ’ εφαρμογή του άρθ.1 του ν.δ. 2510/1053, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και είχε ισχύ νόμου.

Ο παραπάνω Οργανισμός Υπηρεσίας της εναγομένης καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001 σύμφωνα με το άρθρ. 46 παρ. 2 του ν.2956/2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κανονισμός εργασίας και προσωπικού της τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συνήφθη δε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε και κατατέθηκε νομίμως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό ...-2001 και ως εκ τούτου έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6,7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν.1876/1990 ( ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 1751/2008).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4 και 13 του ανωτέρω ήδη ισχύοντος Κανονισμού της , οι προαγωγές του προσωπικού της στις οργανικές θέσεις, από τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β’ και άνω, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, κατ’ απόλυτη εκλογή, εφόσον ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη πραγματική υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Η κρίση για το ευδόκιμο της τοιαύτης υπηρεσίας και η ακολουθούσα "απόλυτη εκλογή", καίτοι οι ως άνω διατάξεις δεν εμπεριέχουν ρητή μνεία, θα πρέπει να σχηματίζεται με βάση τα στοιχεία του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα των εκθέσεων (Δελτία Ποιότητας), που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα (άρθρο 12 του Κανονισμού) και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την ποιοτική και ποσοτική επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, όπως άλλωστε όριζε και ο προϊσχύσας Οργανισμός της Ε.Τ.Ε.

Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινόμενων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Στη περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν’ ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώρισή της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΠ 246/2015, ΑΠ 709/2013, ΑΠ 440/2009, AΠ 134/2007, ΑΠ 749/2001).

Περαιτέρω, στην κατ’ εκλογή προαγωγή σε διευθυντικό βαθμό, μεταξύ των αξιολογικών κριτηρίων που έχουν βαρύνουσα σημασία για την προαγωγική κρίση υπαλλήλου είναι και η άσκηση από τον τελευταίο υπευθύνων καθηκόντων, περιστατικό το οποίο εκφράζει την εμπιστοσύνη της Τράπεζας στις ικανότητες και τα προσόντα του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθέμενου έργου και την επάρκεια και εμπειρία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί στα υπεύθυνα αυτά καθήκοντα (ΑΠ 1033/2001).

Εξάλλου, οι τίτλοι σπουδών είναι σημαντικό κριτήριο, αφού η κατοχή τους εκφράζει όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου τους, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων, που δικαιολογεί την απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα σε επιτελικό βαθμό (ΑΠ 175/2007.

ΑΠ 460/2004). Επίσης ουσιαστικά προσόντα αποτελούν η παρακολούθηση από τον μισθωτό επιμορφωτικών σεμιναρίων και η από αυτόν γνώση ξένων γλωσσών (Ολ. ΑΠ 2/1998, ΑΠ 619/1995, AΠ 246/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τονενάγοντα κατά του εναγομένου.

Επομένως για να είναι ορισμένη η θεμελιούμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας και του άρθρου 281 ΑΚ αγωγή (από την παράλειψη προαγωγής) πρέπει στο δικόγραφο αυτής να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, επαρκή και συγκεκριμένο όχι μόνο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του μη προαχθέντος ενάγοντος, αλλά και εκείνα των ομοιοβάθμων συναδέλφων του που έχουν προαχθεί και με τους οποίους ο ενάγων επιθυμεί την σύγκριση ώστε με βάση αυτά αληθή υποτιθέμενα να συνάγεται η κατάδηλη υπεροχή του παραλειφθέντος ενάγοντος έναντι αυτών και η εντεύθεν καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ κατάφωρη αδικία.

Η αοριστία δε της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις για την προδικασία διατάξεις του άρθρ. 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, καίτοι το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ’ ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα (του δικογράφου) και ιδρύεται ο από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ( ΑΠ 1022/2000). Περαιτέρω, η επίδειξη εγγράφου κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ, ενώ αν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη ή και αντίγραφό του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του με τη μεσολάβηση τρίτου.

Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ενοχικής εκ του νόμου αξίωσης για την επίδειξη εγγράφου ή για τη χορήγηση αντιγράφου που αξιώνονται από την 902 ΑΚ, είναι αφενός μεν η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του ζητούντος την επίδειξη που εξειδικεύεται στις τρεις περιοριστικά στο νόμο αναφερόμενες περιπτώσεις του ίδιου άρθρου, αφετέρου δε η κατοχή του εγγράφου από τον καθού στρέφεται η σχετική αξίωση.

Όμως τέτοιο έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον ενάγοντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αίτηση επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά με την επίδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Αν στο πρόσωπο του ζητούντος την επίδειξη λείπει έννομο συμφέρον, γιατί δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, τότε η αγωγή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση και συνεπάγεται την για το λόγο αυτό απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης (ΑΠ 9/2005).

Ειδικότερα οι περιπτώσεις που προβλέπονται διαζευκτικά στο προαναφερόμενο άρθρο 902 ΑΚ και εξειδικεύουν το έννομο συμφέρον είναι οι εξής: α) Αν το έγγραφο συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση που επικράτησε κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου.

Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή διατήρηση γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του, β) Αν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα.

Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά ή αποδεικτικά μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, κατά την κρατούσα ερμηνεία της ως άνω διάταξης, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο έγγραφο και γ) Αν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου.

Περαιτέρω, όταν ο υπόχρεος προς επίδειξη είναι διάδικος, η επίδειξη εγγράφου ζητείται είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, είτε και με τις προτάσεις σε οποιαδήποτε στάση της πρωτοβάθμιας ή έκκλητης δίκης. Οι δε παρεμπίπτουσες αγωγές υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κύριας δίκης (άρθ. 31 § 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, εκτός από τα άρθρα 902-903 ΑΚ, υπάρχουν, όπως προεκτέθηκε στην αρχή, και οι διατάξεις των άρθρων 450 έως 452 ΚΠολΔ, οι οποίες αφορούν, επίσης, την επίδειξη εγγράφων. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις δεν κατήργησαν τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ, είναι ειδικότερες και ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων ή τρίτων προς επίδειξη κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη.

Αντίθετα, οι διατάξεις του ΑΚ, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί που αναφέρονται σ’ αυτές ως προς τη δημιουργία της αξίωσης για επίδειξη, εφαρμόζονται μόνο όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη. Η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ σε ορισμένη έκταση δεν αποκλείεται, αλλά πάντως δεν είναι δυνατόν να αφορά τις περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για τη δημιουργία της σχετικής αξίωσης (ΑΠ 780/1978, ΑΠ 1059/1977).

Τέλος, αν η κυρία αγωγή απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο πριν από την κατ’ ουσίαν παραδοχή του αιτήματος επιδείξεως, απορρίπτεται και η παρεμπίπτουσα αγωγή περί επιδείξεως ως στερουμένη αντικειμένου.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής που παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), σε αυτό εκτίθενται ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα στις 28-7-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησε αρχικά ως υπάλληλος και στη συνέχεια εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Β’ από 1-7-1993, τον οποίο κατείχε μέχρι την 1-1 1-2004, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Τμηματάρχη Α’ από 1-7-2001 η εναγόμενη τράπεζα παρέλειψε δια του αρμοδίου προαγωγικού της οργάνου, κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της, να την προαγάγει στο βαθμό αυτό, αν και διέθετε τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία εκθέτει αναλυτικά, όπως πτυχίο, γνώση ξένων γλωσσών (Αγγλικά και Γαλλικά), σεμινάρια, θέσεις ευθύνης, δικαίωμα υπογραφής, βαθμολογία, και με βάση αυτά υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση οκτώ (8) συναδέλφων της, των οποίων, όμως, δεν εκθέτει στην αγωγή τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Ζήτησε δε, μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό: α) να αναγνωριστεί ότι δικαιούταν να προαχθεί στο βαθμό του Τμηματάρχη Α’ από 1-7-2001, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1-7-2001 μέχρι τη συνταξιοδότησή της την 1-11-2004 ποσού 1000 ευρώ μηνιαίως, καθώς και το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράλειψή της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Τέλος, με τη σωρευμένη στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή, επικαλούμενη έννομο συμφέρον από την άρνηση της εναγόμενης να της χορηγήσει τα απαιτούμενα προς σύγκριση στοιχεία, όσον αφορά τα προσόντα των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων της, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να προσκομίσει και επιδείξει τα δελτία αξιολόγησης αυτών για τα έτη 2000 έως 2004.

Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η ένδικη κύρια αγωγή είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη για το λόγο ότι, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής αυτής αναφέρονται με λεπτομέρεια τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας και διατυπώνεται ο ισχυρισμός της κατάδηλης υπεροχής της ως προς αυτά έναντι των προαχθέντων κατά άνω συναδέλφων της με επίκληση της υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, που αποτελεί και τη μόνη βάση της αγωγής, δεν αναφέρονται και δεν εξειδικεύονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των ανωτέρω συναδέλφων της από τη σύγκριση των οποίων, αληθών υποτιθεμένων, με εκείνα της ενάγουσας θα προέκυπτε η επικαλούμενη από αυτή κατάδηλη υπεροχή της.

Ειδικότερα, αν και αναφέρεται το έτος πρόσληψης αυτών (κατά το διάστημα 1979-1981) δεν αναφέρεται η υπηρεσιακή τους εξέλιξη, αν αυτοί άσκησαν υπεύθυνα καθήκοντα, σε ποιες θέσεις (κεντρικές - περιφερειακές) και για ποιο διάστημα, στοιχεία, από τα οποία συνάγεται η υπηρεσιακή τους κατάρτιση και οι διοικητικές και οργανωτικές ικανότητές τους και προσδιορίζεται το επίπεδο των γνώσεών τους και της επάρκειας αυτών, αντικειμενικά δηλαδή δεδομένα που προβλέπονται ειδικά στον Οργανισμό της εναγομένης τράπεζας και είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί η κατάδηλη υπεροχή της ενάγουσας έναντι αυτών.

Περαιτέρω, δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής οι τίτλοι σπουδών τους, η γνώση ή όχι ξένης γλώσσας, ο βαθμός πρόσληψης τόσο της ενάγουσας όσο και των συγκρινομένων, αν αυτοί παρακολούθησαν σεμινάρια, πόσα και ποιοι οι τίτλοι αυτών, καθώς και η βαθμολογία τους. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών είναι ουσιώδης και καθιστά αδύνατη τη σύγκριση της ενάγουσας με τους άνω συναδέλφους της, ώστε να κριθεί αν η παράλειψή της συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης, ήτοι καθ’ υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Εξάλλου, στην αγωγή της η ίδια αναφέρει ότι δεν παραθέτει πλήρη τα άνω στοιχεία, διότι αυτά είναι εμπιστευτικά και περιέχονται στους ατομικούς φακέλους που τηρεί η εναγόμενη Τράπεζα, η οποία αρνήθηκε να της τα χορηγήσει, παρόλο που επανειλημμένως τα είχε ζητήσει με επιστολή της, γι’ αυτό και με την ένδικη αγωγή της σωρεύει και αίτημα να προσκομιστούν τα δελτία αξιολόγησης των προαχθέντων συναδέλφων της και να υποχρεωθεί να επιδείξει τα παραπάνω έγγραφα.

Όμως, έτσι ούτε αίρεται ούτε θεραπεύεται η αοριστία και η εξ αυτής ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, αφού δεν μπορεί να γίνει εκτίμηση της βασιμότητάς της κατά το νόμο, η οποία γίνεται με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτό περιστατικά, που λογίζονται ως αληθινά. Κατόπιν αυτών και μετά την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής της ενάγουσας στον ως άνω βαθμό, απορριπτέο είναι και το αίτημα για καταβολή των μισθολογικών διαφορών μεταξύ του κατεχομένου βαθμού του Τμηματάρχη Β’ και του Τμηματάρχη Α’ , στον οποίο ζητεί να προαχθεί η ευδοκίμηση του οποίου προϋποθέτει την προγενέστερη αξιολόγηση και διάγνωση ως βάσιμου του επίμαχου δικαιώματος προαγωγής της ενάγουσας.

Τέλος, μετά την απόρριψη της κύριας αγωγής, είναι απορριπτέα και η παρεμπίπτουσα αγωγή περί επιδείξεως των σ’ αυτή εγγράφων ως άνευ αντικειμένου.... ". Επομένως, το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή αόριστη και απέρριψε αυτήν, ορθά κήρυξε απαράδεκτο και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως άνευ πλέον αντικειμένου την παρεμπίπτουσα αγωγή περί επιδείξεως, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου (άρθρα 450-452 ΚΠολΔ) και συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.10.2012 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3329/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), διαδικασίας εργατικών διαφορών

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 12 Δεκεμβρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 16 Ιανουαρίου 2018

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ